ΚΚΕ, Ακροναυπλία και οι εκτελέσεις της Καισαριανή

Του Σωφρόνη Παπαδόπουλου
9 Μαρτίου 2026

Μια «άγνωστη» ιστορία

Ο σ. Χρήστος Αναστασιάδης ήταν κρατούμενος στην Ακροναυπλία για πολλά χρόνια (από το 1936), αλλά τελικά επέζησε. Σ΄ αυτόν τον αείμνηστο σύντροφο το εργατικό κίνημα και ο επαναστατικός μαρξισμός οφείλει παρά πολλά όχι μόνο για τη δράση και τους αγώνες του αλλά και γιατί κατόρθωσε να διασώσει και να μεταφέρει-κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες-στις νεότερες γενιές και στην ιστορία ένα πολύ μεγάλο μέρος της προσφοράς και της δράσης τους.[1] Σ’ αυτό το μικρό απόσπασμα με τον τίτλο «ταμπού», μέρος ενός μεγάλου άρθρου με το τίτλο, 40 χρόνια από την εκατόμβη στο Κούρνοβο, ο Χ. Αναστασιάδης γράφει για τους 200 την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή. Εκείνο, όμως, που έχει ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτό το μικρό απόσπασμα είναι η αποκάλυψη που κάνει ο ίδιος και  άλλοι αγωνιστές κρατούμενοι τότε στην Ακροναυπλία για τη στάση της σταλινικής ηγεσίας του ΚΚΕ  (Ιωαννίδης, Θέος, Μπαρτζιώτας κ.λπ.) απέναντι στην πρόταση (Άνοιξη του 1941) που είχε κάνει ο Π. Πουλιόπουλος στην Ομάδα Συμβίωσης για απόδραση.

Είναι γνωστό ότι μεταξύ των 200 εκτελεσθέντων την Πρωτομαγιά του 1944 ήταν 7 τροτσκιστές (Βασίλης Τζαμτζάς, Γιώργος Κοβάνης, Γιώργος Κρόκκος, Δημήτρης Γιαννακουρέας, Δημήτρης Πανταζής, Ηρακλής Μήτσης, Χρήστος Σούλας) και 5 αρχειομαρξιστές (Πέτρος Ανδρώνης, Ανρύ Περαχιά, Παπαδημητρόπουλος, Χρήστος Χαζηχρήστος, άγνωστος). Είναι υποχρέωση απέναντι σε όλους όσους ενδιαφέρονται για την ιστορία του εργατικού και κομμμουνιστικού κινήματος να θυμηθούμε και να  μάθουμε τι πρόσφερον αυτοί οι αγωνιστές για την σοσιαλιστική επνάσταση στη χώρα μας, όταν όλοι-όχι μόνο τότε-σιωπούσαν ή αποφεύγουν-ακόμη και σήμερα- να αναφέρουν ή αναφέρονται με ακατάληπτα μισόλογα για την πολιτική και κομματική τους ταυτότητα και βέβαια την προσφορά τους.[2] Αυτή η ξεχωριστή αναφορά είναι αναγκαία όχι προφανώς για να διαχωριστούν αυθαίρετα ή σκόπιμα-τέτοιες πρακτικές ανήκουν σε άλλους-οι 200 εκτελεσθέντες της Καισαριανής-που κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον ηρωισμό και την θυσία τους, αλλά γιατί, α) ο σκοπός και ο στόχος του αγώνα τους είχε σημαντικές διαφορές και β) η σταλινική ηγεσία του ΚΚΕ για δεκαετίες δεν ανέφερε ούτε καν τα ονόματά τους ή τους συκοφαντούσε, πολιτικά και προσωπικά, με τον πιο χυδαίο τρόπο.

Ένα «ταμπού»

«Υπάρχει όμως μια άγνωστη στον πολύ κόσμο πτυχή, μια παρασιωπημένη αλήθεια σχετικά με τους ακροναυπλιώτες αγωνιστές που βρέθηκαν στις εκατόμβες του Ιούνη του 1943 στο Κούρνοβο και της Πρωτομαγιάς του 1944 στην Καισαριανή. Στις γραμμές της ρεφορμιστικής αριστεράς η ιστορία αυτή έχει συγκαλυφθεί από τις υπεύθυνες ηγεσίες του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσ.

Οι εκατοντάδες ακροναυπλιώτες που πέσανε στο Κούρνοβο τον Ιούνη του 1943 και στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944 θα είχαν ασφαλώς σωθεί αν δύο τρία χρόνια πριν (τον Απρίλη του 1941) οι γραφειοκράτες ηγέτες στην Ακροναυπλία- Ιωαννίδης, Θέος, Μπαρτζιώτας κλπ.- εκμεταλλεύονταν την εξαιρετική ευκαιρία που παρουσιάστηκε με την κατάρρευση του αστικού κρατικού μηχανισμού και δέχονταν την πρόταση που ο Π. Πουλιόπουλος έκανε στην Ομάδα Συμβίωσης να αποφασιστεί η απόδραση. Η πρόταση όμως εκείνη αποκρούστηκε με το συκοφαντικό ισχυρισμό των σταλινικών ηγετών ότι «ο Πουλιόπουλος θέλει να ρίξει σε περιπέτεια την Ομάδα», ενώ ο διοικητής του στρατοπέδου τους έδωσε «το λόγο του σαν Έλληνας αξιωματικός» ότι θα απελευθέρωνε τους κρατούμενους μετά την επιβίβαση των Άγγλων στρατιωτών!

Είναι ένα «Κατηγορώ» αυτό που απευθύναμε από τότε μέχρι σήμερα και από τα όργανα μας («Διεθνιστής» της Κατοχής, «Εργατική Πάλη» κλπ.) και από το βιβλίο «Βασικά ζητήματα του εργατικού μας κινήματος». Σ’ αυτό το «Κατηγορώ» δεν απάντησε η σταλινική γραφειοκρατία του ΚΚΕ από τους Λουλέδες ως τους Παρτσαλίδηδες. Ύστερα από δεκαετίες επιβεβαιώθηκε από τρεις τίμιες μαρτυρίες εκ μέρους παλιών αγωνιστών: του Βασίλη Γιαννόγκωνα (στο βιβλίο του «Ακροναυπλία», 1963), του Γιάννη Μανούσακα (στο βιβλίο του «Ακροναυπλία – θρύλος και πραγματικότητα», 1975), του Γεράσιμου Ποδαρά (στο άρθρο του «Η Ακροναυπλία και μερικές ιστορικές αλήθειες…» στο περιοδικό «Αντί», φύλλο 79 της 3.9.1977), του Βασίλη Έξαρχου σε άρθρο του με τίτλο «Μπορούσαμε να αποδράσουμε από την Ακροναυπλία» («Αυγή» 2 και 3 Απρίλη 1980). Αξίζει να τις παραθέσουμε κι εδώ:

Γιαννόγκωνας: «Κι όμως μπορούσαμε να έχουμε γλυτώσει τόσα θύματα. Χωρίς καμιά αντίσταση θα δραπετεύαμε… Την τελευταία νύχτα ο Ιωαννίδης τα ματαίωσε όλα… Ο Παντελής Πουλιόπουλος είχε αναφανδόν υποστηρίξει την άποψη της δραπέτευσης, αλλά μάταια».

Μανούσακας: «Αδύνατο και χρεοκοπημένο το Υπουργείο της Ασφάλειας να μας κρατήσει εκεί μέσα ώσπου να ‘ρθουν οι Γερμανοί, κατάφερε να το κάνει, με την ίδια τη δύναμη και την υποστήριξη μας, η ηγεσία η δικιά μας… Βρεθήκαμε λοιπόν με την κατάχτηση από τους Γερμανούς της χώρας μας ξάναρχα μαντρωμένοι από τον αντιπατριωτιμό του Υπουργείου της Ασφάλειας κι από την ανικανότητα της ηγεσίας μας και την αδράνεια τη δική μας».

Ποδαράς: «Αυτά που γράφει ο Μπαρτζιώτας στο βιβλίο του, όπως και αυτά που είπε ο Γιάννης Ιωαννίδης σε μια μαγνητοφωνημένη συνομιλία του είναι παιδαριώδη. Όταν από 70 χωροφύλακες που είχε η φρουρά του στρατοπέδου έμειναν μόνο καμιά δεκαριά με το βομβαρδισμό από τους Γερμανούς, που κι αυτούς τους κρατούσε με τα δόντια η διοίκηση, είναι φανερό ότι φεύγαμε ότι ώρα θέλαμε εάν η καθοδήγηση το αποφάσιζε… Εδώ πρέπει να πούμε ότι γι αυτό το μεγάλο και τρομερό έγκλημα να παραδοθούν με τη μεγαλύτερη απάθεια οι 650 ακροναυπλιώτες αγωνιστές στους Γερμανοϊταλούς φασίστες, δεν είναι μόνο υπεύθυνοι οι Μπαρτζιώτας και Ιωαννίδης, αλλά ολόκληρη η τότε ηγεσία της Ακροναυπλίας: Γιάννης Ιωαννίδης, Βασίλης Μπαρτζιώτας, Κώστας Θέος, Μήτσος Λεβογιάννης, Κώστας Λουλές, Ανδρέας Τσίπας, Κώστας Κολιγιάννης, Μήτσος Παπαρρήγας, Απόστολος Γκρόζος, Κώστας Βασάλος, Μιχάλης Σινάκος κλπ., που χωρίς να τους εκλέξει κανείς αποτελούσαν την ηγεσία του στρατοπέδου… Ο Σιάντος, ο Ιωαννίδης, ο Μπαρτζιώτας, ο Παρτσαλίδης, ο Ζεύγος, ο Ζαχαριάδης κλπ. Ηγέτες του ΚΚΕ είναι οι νεκροθάφτες του ελληνικού κινήματος και τα τερατώδη σφάλματα τους τα πλήρωσαν και τα πληρώνουν όχι μόνο οι κομμουνιστές, αλλά και ολόκληρος ο ελληνικός λαός».

Έξαρχος: «Δυνατότητες δραπέτευσης μας δόθηκαν στο τρίτο δεκαήμερο του Απρίλη του 1941: α) Όταν συγκεντρώθηκαν Έλληνες φαντάροι (δυο συντάγματα) κάτω από την Ακροναυπλία, β) Όταν επρόκειτο να εκραγεί το βομβαρδισμένο καράβι που ήταν φορτωμένο με νιτρογλυκερίνη και μας βγάλαν έξω από το στρατόπεδο, γ) Όταν επεκράτησε πανικός στην Αθήνα (μάλλον 26η και 27η 4/41) που μεταδόθηκε στο Ναύπλιο και στη φρουρά του στρατοπέδου και δ) Όταν αφοπλίστηκαν οι χωροφύλακες της φρουράς μας από τους Ιταλούς καραμπινιέρους… Μπορούσαμε και έπρεπε να δραπετεύσουμε, έστω και αν είχαμε- πράγμα αμφίβολο- και μερικές δεκάδες θύματα, όπως υποστηρίζουν οι Ιωαννίδης και Μπαρτζιώτας… Την ηγεσία την χαρακτήριζε ένα πνεύμα νομιμοφροσύνης, δισταγμών και ταλαντεύσεων, αναποφασιστικότητας και αναβλητικότητας». (…)

Ασφαλώς θα υπάρξουν κι άλλες αξιόπιστες μαρτυρίες για το «μεγάλο και τρομερό έγκλημα» πουν περιγράφει ποιο πάνω ο Γ. Ποδαράς. Η ιστορία μπορεί «να εργάζεται με βάρβαρη βραδύτητα και αναίσθητη ωμότητα» λέει ο Τρότσκι-μα τελικά «κάνει τη δουλειά της».

[1] Το πολύτιμο αρχείο του βρίσκεται στο  Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ)

[2] Για πρώτη φορά αναφέρονται τα ονόματα μερικών από τους εκτελεσθέντες τροτσκιστές στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944, στο Διεθνιστή της Κατοχής (όργανο του Κόμματος Κομμουνιστών Διεθνιστών Ελλάδος/ΚΚΔΕ, τμήμα της 4ης Διεθνούς), φύλλο 12, 28 Μάη 1944.

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.