Η εξάρτηση τότε και τώρα

Γράφει ο Γιάγκος Ανδρεάδης

Της θαλάσσης καλύτερα /Φουσκωμένα τα κύματα
Να πνίξουν την πατρίδα μου/ ωσάν απελπισμένην/
έρημον βάρκαν…Παρά προστάτας ‘ νάχωμεν
Ανδρέα Κάλβου,  Αι Ευχαί

Αραπίας άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τοπ’ Άγγλου
Πέλαγο μέγα πολεμά βαρεί το καλυβάκι
Δ. Σολωμού, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι,  Γ΄ Σχεδίασμα    

Στοχάσου και αρκεί,
Ανωνύμου του  Έλληνος
Ελλήνική Νομαρχία .

Έχει κατ’ επανάληψη υποστηριχθεί πειστικά ότι η ξενική εξάρτηση, της οποίας πυρήνες είχαν διαμορφωθεί ήδη πριν από την ανακήρυξη του ελληνικού κράτους το 1831, υπήρξε βασικός παράγων παθογένειας αυτού  το οποίο χαρακτηρίζεται συχνά με όρους, όπως «ξενοκίνητο», «υποτελές  στις Δυνάμεις κρατίδιο» κλπ. Η κριτική που διαπιστώνει τα τρωτά του είναι εύστοχη, με την παρατήρηση ωστόσο  ότι σε ένα βαθμό  παραγνωρίζει δύο κεφαλαιώδεις παράγοντες που υπέσκαψαν και τις σοβαρότερες προσπάθειες για μια θετική του πορεία: Την άγρια αντίθεση στην Επανάσταση των ευρωπαϊκών Δυνάμεων- ιδιαίτερα της Αυστροουγγαρίας-  οι οποίες με ζωντανό το σοκ της  Γαλλικής Επανάστασης και των Ναπολεοντείων Πολέμων,  θεωρούσαν την ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας παράγοντα της δικής τους σταθερότητας που ένιωθαν ότι κινδυνεύει.  Και το γεγονός ότι, όσο και αν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κρατίδιο  η προτεκτοράτο, αυτό που αναγνωρίστηκε με το Πρωτόκολο του Λονδίνου το 1830, ήταν όχι υποτελές στον Σουλτάνο, όπως αρχικά οι Προστάτες το ήθελαν, αλλά, με όλα τα τρωτά του, καρπός πολυαίμακτων θυσιών και το πρώτο  ανεξάρτητο κράτος στην Χερσόνησο του Αίμου, παράδειγμα για τους άλλους Βαλκάνιους που ακολούθησαν. Σημειώνω αυτά τα πολύ γνωστά για να τονίσω την σημασία τους και για το σήμερα, όταν κάθε προσπάθεια – κρατική ή άλλη- ανεξαρτησίας, ουδετερότητας και αυτονομίας σε πλανητικό πλαίσιο, αλλά και στην χώρα μας, υπονομεύεται και πλήττεται από τους ισχυρούς του κόσμου -και κατ’ εξοχήν τις ΗΠΑ- με όλα τα μέσα. Για να επισημάνω στην συνέχεια ότι αυτό που αποκαλούμε εξάρτηση είναι, εκτός από γεωπολιτική πραγματικότητα, βαθιά ριζωμένη δομή στο ατομικό και το συλλογικό υποσυνείδητο όπου εγγράφεται και το Ιστορικό, κοινωνικό και πολιτισμικό στοιχείο.

Τα πολιτικά επεισόδια του ζοφερού σήριαλ της ελληνικής εξάρτησης τουλάχιστον από την εποχή ήδη της επανάστασης του 1821   είναι λίγο πολύ γνωστά (με δεδομένο ωστόσο ότι υπάρχουν κείμενα σαν την Ελληνική Νομαρχία  που την καταγγέλλουν από το 1806: Τα σημεία που ορίζουν  την διαδρομή της κατά και αμέσως μετά την Επανάσταση περιλαμβάνουν το ληστρικό αγγλικό «Δάνειο της Ανεξαρτησίας» το 1824 που θεμελίωσε την οικονομική υποτέλεια της χώρας  και δεν έφτασε παρά σε ψιχία στην Ελλάδα (Α. Δ. Λιγνάδη, Το πρώτον Δάνειον της Ανεξάρτησίας, Αθήνα, 197)). Την «Πράξη υποτέλειας» με προσφυγή στην «Προστασία» της Μεγάλης Βρετανίας το 1825.  Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1831, που αναγνωρίζει την ανεξαρτησία της Ελλάδας αφήνει όμως εκτός συνόρων τα έξι έβδομα του Ελληνισμού.  Την ανελέητη υπονόμευση του Καποδίστρια και την σχεδίαση από τις πρεσβείες της Αγγλίας και της Γαλλίας της δολοφονίας του από τους Μαυρομιχαλαίους το 1831. Τα όσα ακολούθησαν επί της πειθήνιας στους Άγγλους  βαυαρικής αντιβασιλείας,  και επί  Όθωνος, που τελικά εκδιώχθηκε  ως υπερβολικά φιλέλληνας  και ανεξέλεγκτος το 1862, καθώς  και επί των  περιοδικά αγγλόφιλων, γερμανόφιλων, αμερικανόφιλων  Γλυκσβούργων, που έχουν σήμερα επανακάμψει στην Ελλάδα από αγνή νοσταλγία με το ψευδώνυμο «Ντε Γκρες».  Την κυβέρνηση  (αγγλογαλλικής) Κατοχής του Πειραιά (1854-1857) τον 19ου αιώνα,  κατοχικές κυβερνήσεις κατά την τριπλή Κατοχή του Β΄Παγκοσμίου.  Την παραχώρηση της Ελάδας με την Συμφωνία της Γιαλτας στην σφαίρα επικυριαρχίας της Αγγλίας και το πέρασμα, από την αγγλική στην αμερικανική επικυριαρχία, με το δόγμα Τρούμαν το 1946. Την παράλληλη σταλινική κυριαρχία στην κομμουνιστική αριστερά, τον  ρόλο των ξένων στον Εμφύλιο και τις ωμές παρεμβάσεις τους στις μετεμφυλιακές κυβερνήσεις,  την Χουντική Επταετία, και την ενορχηστρωμένη από τον Κίσσιγκερ προδοσία  και άλωση της Βόρειας Κύπρου. Τον πρόσφατο κυριαρχικό  ρόλο των «εταίρων»  σε όσα συνδέθηκαν στον 21ο με τα Μνημόνια και την συνεχιζόμενη πρόσδεση του συνόλου σχεδόν των παραγόντων της ελληνικής πολιτικής και ευρύτερα της εξουσίας στο αμερικάνικό και το δυτικοευρωπαϊκό άρμα μέχρι σήμερα.

Η αναδρομή στην ελληνική πολιτική και οικονομική Ιστορία τους τελευταίους αιώνες και οι πρόσφατες εξελίξεις στην χώρα μας και αλλού δείχνουν  ότι η ερμηνεία του φαινομένου της εξάρτησης, πολλώ δε μάλλον  η αντιμετώπισή του, δεν είναι απλή υπόθεση. Πρώτον διότι παλαιότερα  αλλά και σήμερα οι πολιτικές και οικονομικές Ξένες  Δυνάμεις (με την συνέργεια των εντόπιων εταίρων ή/και εντολοδόχων τους)  επέβαλλαν και επιβάλλουν την εξάρτηση με την υλική είτε και την συμβολική βία: Άλλοτε των  «κανονιοφόρων» τους που επέβαλαν την αποικιοκρατία και σήμερα των πυρηνικών και άλλων έξυπνων όπλων που τρέφουν τις προβληματικές βιομηχανίας τους και αφανίζουν λαούς. Και άλλοτε με την οικονομική εισβολή και κατοχή – συχνά συνδυασμένη με την ένοπλη- και επίσης με ένα σχεδόν συμβολικό και σχεδόν θρησκευτικό δέος που απαγορεύει  να καταγγέλλονται τα τρωτά και τα ανομήματά τους. Όταν ωστόσο δεν διατυμπανίζουν επιδεικτικά με λόγια και με έργα την καταστροφική τους  δύναμη για να συνετίσουν- δηλαδή να τρομοκρατήσουν- οι επίγειες αυτές θεότητες  ακολουθούν αυτό που έλεγε για τους θεούς ο Ηράκλειτος: Το θείον κρύπτεσθαι φιλεί: Κρύβονται χρησιμοποιώντας προτεκτοτάτα, κινήματα, ιδεολογήματα –σαν αυτά περί δικαιωμάτων ερμηνευμένων κατά το συμφέρον τους-  και πρόσωπα που τους βολεύουν, ενισχύοντας έτσι την ψευδή συνείδηση που κρατά τους υποτελείς δεμένους στην εξάρτησή τους σαν τους δεσμώτες στο πλατωνικό σπήλαιο της Πολιτείας και τρέφοντας τον διχασμό που είναι το στερεότερο έρεισμα κάθε υποδούλωσης.  Η πατέντα που περιλαμβάνει την διείσδυση και την καθυπόταξη με όπλα την παραπλανητική ρητορική περί ελευθερίας συνδυασμένη με τον δεκασμό,   είναι παλιά:  Όσοι αγαπούν την αναδρομή σε άλλες εποχές μπορούν να θυμηθούν τους Αχαιμενίδες βασιλείς της Περσικής αυτοκρατορίας, της πρώτης με τέτοια έκταση (Στην Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη) στην ανθρώπινη Ιστορία. Αυτούς που, αφού νικήθηκαν από τους Έλληνες  στον Μαραθώνα, στην Σαλαμίνα και στις Πλάταιες και αλλού τον 5ο π. Χ., τους καθυπέταξαν πολιτικά  με την Ανταλκίδειο ειρήνη του 371 πΧ. Ειρήνη βασισμένη από τότε στο αγαπητό στους επικυριάρχους κάθε εποχής «διαίρει και βασίλευε»,  δωροδοκώντας με τους Δαρεικούς (το περσικό χρυσάφι) ενισχύοντας κάθε διασπαστική τάση, και δολοφονώντας κάποιους μη συνεργάσιμους. Πολύ εύστοχα, ο ανώνυμος συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας υπενθυμίζει το 1806 στους συμπατριώτες του που καλεί σε μια επανάσταση χωρίς Προστάτες, την, ίδια με την περσική, τακτική των Ρωμαίων που, στον δρόμο να γίνουν κοσμοκράτορες,  ξεγέλασαν και διέσπασαν τους Έλληνες ώστε το 146 π. Χ. να τους  υποδουλώσουν.

Αφήνοντας τους συνειρμούς που, αν και ερεθιστικοί διότι επίκαιροι,  μας φέρνουν τόσο μακριά, ας επιστρέψουμε στους νεώτερους χρόνους. Υποστηρίζεται, όπως ήδη είπαμε,  ότι η εξάρτηση  από αυτούς που τότε ονομάστηκαν Προστάτες, εν συνεχεία  Σύμμαχοι και  πολύ πιο πρόσφατα Εταίροι, έχει τις ρίζες της στην επανάσταση του 21 και με διαφοροποιήσεις φτάνει μέχρι σήμερα. Η εξάρτηση αυτή από τις τρεις Προστάτιδες Δυνάμεις Αγγλία Γαλλία Ρωσία εκφράστηκε τότε με την συγκρότηση των τριών κομμάτων που ονομάστηκαν Αγγλικό, Γαλλικό και Ρωσικό και που στην διαδρομή του ελληνικού κράτους συνέχισαν σε ένα βαθμό να υπάρχουν με άλλες μορφές. Τα ζητήματα ωστόσο που ανακύπτουν, ήδη για την πρώτη εκείνη περίοδο, είναι αρκετά: Εν πρώτοις τόσο η εξάρτηση όσο και η αντίσταση στην εξάρτηση έχουν σε ότι αφορά την Ελλάδα τις ρίζες τους από την μια την αναζήτηση ξένων «Ελευθερωτών» στους αιώνες της τουρκοκρατίας, (αν όχι και νωρίτερα επί φραγκοκρατίας, αν θυμηθούμε τα  σχετικά ιστορικά δεδομένα και την Πριγκηπέσα Ιζαμπώ του Τερζάκη) και από την άλλη στις δεκάδες κινήσεις, εξεγέρσεις και επαναστάσεις  που αρχίζουν αμέσως μετά την Άλωση 1457 με το κίνημα του Βησσαρίωνος στην Μάνη και συνεχίζουν περίπου χωρίς διακοπή  με τον Ρήγα, τον Κατσώνη και τους Φιλικούς μέχρι την Επανάσταση του 1821 στην Μολδοβλαχία και στην Ελλάδα. Με την σημείωση ότι λίγες μόνον στηρίχθηκαν σε σημαντικό βαθμό σε ξένους όπως ο Μοροζίνης τον 17ο αιώνα και ο Ορλώφ τον 18ο, οι οποίοι και εγκατέλειψαν τους Έλληνες στην τουρκική εκδίκηση όλις αποφάσισαν ότι το συμφέρον τους ήταν άλλο.

Αναφερόμενοι στο σκέλος της εξάρτησης δεν μιλάμε μόνον  για πολιτική και οικονομική, αλλά επίσης και ιδεολογική, πνευματική και ευρύτερα  πολιτισμική.  Ωστόσο, σε κανένα αυτά τα επίπεδα η εξάρτηση δεν εκφράζεται πανομοιότυπα. Διαφέρουν οι ιστορικές συνθήκες, τα ιδιαίτερα πρόσωπα και τα γεγονότα, κατί που γίνεται πιο κατανοητό αν σκεφτούμε ότι οι πολιτικές περίοδοι δεν συμπίπτουν με τις πολιτισμικές καθώς ένα πολιτισμικό γεγονός – μια θρησκεία, μια ιδεολογία, ένα καλλιτεχνικό κίνημα- δεν περικλείεται υποχρεωτικά στα χρονικά πολιτικά πλαίσια, αυτά μιας επανάστασης, μιας μετανάστευσης ή όποιου άλλου γεγονότος. Πέραν αυτού το όποιο επίπεδο της εξάρτησης, ας πούμε το πολιτικό τείνει να αλληλοεπιδρά, αλλά όχι αυτομάτως και αναγκαστικώς,  σε άλλα, όπως π.χ. το πνευματικό ή το συμβολικό, και αυτό συμβαίνει διότι υπεισέρχεται , το τυχαίο, το ασύνειδο και γενικά το απρόβλεπτο της Ιστορίας. Συνεπώς, το γενικό σχήμα περί εξάρτησης -όπως και άλλα γενικά σχήματα σαν το δεξιά, κέντρο, αριστερά, που αναδύθηκε στην Γαλλική Επανάσταση-  αποκαλύπτει κενά και αινίγματα μόλις ελεγχθεί αντιπαραβαλλόμενο  με τα ιστορικά δεδομένα.

Μόλις για παράδειγμα θέσουμε το θέμα των απόψεων σχετικά με τα σύνορα του εξαρτημένου από την Αγγλία κρατιδίου, που γέννησε το σύμφωνο του Λονδίνου του 1830 και πιο πολύ ακόμα των σχέσεων του κάθε κόμματος με τις Δυνάμεις, το σχήμα παύει να λειτουργεί. Ο Καποδίστριας που κυβέρνησε την Ελλάδα για μόνον ένα ακόμη χρόνο, δολοφονήθηκε το 1831, ακριβώς διότι έβλεπε την κολοβή έστω ανεξαρτησία όχι ως τετελεσμένο αλλά ως εφαλτήριο για την απελευθέρωση  του συνόλου Ελληνισμού που ήταν σταθερός του στόχος. Το Αγγλικό κόμμα αποδεχόταν το ανάπηρο κρατίδιο που άφηνε εκτός συνόρων τα έξι από τα επτά εκατομμύρια του ελληνισμού, παρά το γεγονός ότι ο ηγέτης του Μαυροκορδάτος ότι είχε προσπαθήσει-ανεπιτυχώς- να δημιουργήσει αντιβαίνοντας την Βούληση των Δυνάμεων διεθνείς συμμαχίες που θα αποσταθεροποιούσαν την Οθωμανική αυτοκρατορία. Στον αντίποδα του Αγγλικού, το  Γαλλικό κόμμα ευαγγελιζόταν μια σημαντική διεύρυνση των συνόρων, άποψη που αποτυπώθηκε από τον ηγέτη του Ιωάννη Κωλέτη ως μεγάλη Μεγάλη Ιδέα το 1851. Προφανώς, ένα εξαπλάσιο ελληνικό κράτος που θα περιλάμβανε την Κρήτη, την  Ήπειρο, την Μακεδονία, την Κύπρο δεν θα παρέμενε  πια κρατίδιο, αλλά  θα έτεινε να γίνει περιφερειακή δύναμη που με την ύπαρξή της και μόνον θα έθετε υπό αμφισβήτηση την δική του εξάρτηση και τυις ισορροπίες στην περιοχή. Και αυτό διότι το εδαφικό δεν είναι παρά μέρος αυτών που συγκροτούν την πολιτική και άλλη κυριαρχία. Κάτι που διατύπωσε επιγραμματικά στην «Φανέρωσιν» του 1792 που έστειλε ο Λάμπρος Κατσώνης στην Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας  δυσαρεστημένος από τον συμβιβασμό της με τους Τούρκους την ίδια χρονιά: «Εμείς πολεμάμε για μια χούφτα χώμα και μια ιδέα).

Μια Ελλάδα  περιφερειακή δύναμη που ήταν το γεωπολιτικό συμφραζόμενο της Μεγάλης Ιδέας δεν ήταν βέβαια ένα πρόταγμα εξ ίσου φιλόδοξο όσο το πολυεθνικό και πολυθρησκευτικό δημοκρατικό κράτος με ελληνική πνευματική ηγεμονία που οραματίστηκε ο Ρήγας και εξέπνευσε με την ήττα του Υψηλάντη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Παρά ταύτα θα αποτελούσε και αυτό οντότητα ανταγωνιστική και άρα ανεπιθύμητη για όλες τις Δυνάμεις με πρώτη την Αυστρουγγαρία.  Όσο για το Ρωσικό «κόμμα» με μορφές σαν τον Κολοκοτρώνη, αυτό ήταν μάλλον όχι κόμμα αλλά ρεύμα που εξέφραζε το ομόθρησκο αλλά και την  Ιστορία βαθύτατων πολιτισμικών σχέσεων που ξεκινούσαν από Τον 10ο αιώνα, συνέχιζαν μετά την άλωση με την Σοφία Παλαιολογίνα, τον Μέγα Πέτρο  και την Αικατερίνη, εγγράφονταν σταθερά στην τέχνη και την λογοτεχνία της Ρωσίας (Καζαντζάκης Ιστορία της Ρωσικής Λογοτεχνίας) περνώντας από μορφές σαν Λάμπρο Κατσώνη  συγκινούσε τα λαϊκά στρώματα και την πλειονότητα των αγωνιστών. Ας προσθέσω ότι μόνον το αγγλικό και το Γαλλικό διατηρούσαν σχέσεις με τους αντίστοιχους ξένους,  αλλά και αυτών οι αρχηγοί – όπως έδειξε η πολιτεία τους δεν ήταν κουίσλιγκς σαν αυτούς των κυβερνήσεων επί της Τριπλής Κατοχής του 1941-44 ή πράκτορες σαν τους ηγέτες της Χούντας.

Η εξάρτηση στον 20ο αιώνα και σήμερα.

Η εξάρτηση, η υποτέλεια και ο εθνικός διχασμός σημαδεύουν την ελληνική Ιστορία και κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου.  Ωστόσο,  οι ιδέες και οι πράξεις των κομμάτων της εποχής αυτή δεν  μπορούν να ερμηνευθούν μονόπλευρα από την σκοπιά αυτή και η πολιτική τους απέναντι σε ξένες δυνάμεις τα διαφοροποιεί σημαντικά από τα τρία κόμματα επί επαναστάσεως αλλά και μεταξύ τους. Η προσχώρηση του Βενιζέλου στην Αντάντ, η σύμπλευση  του Κωνσταντίνου με τις Κεντρικές Δυνάμεις ( Γερμανία και Αυστροουγγαρία) και η συμπεριφορά του ΣΕΚΕ και εν συνεχεία του ΚΚΕ ό μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 διαφοροποιούνται σημαντικά από το κομματικό φάσμα όπως το είδαμε στον 19ο αιώνα. Ο Βενιζέλος θεωρούσε ότι μια επωφελής  ουδετερότητα ήταν για την Ελλάδα ανέφικτη – κάτι που με απογοήτευση ανακάλυψε και ο αντίπαλός του Ι. Μεταξάς στον Β΄Παγκόσμιο. Θεώρησε λοιπόν την προσχώρηση στην Αντάντ, πρόσφορη για να συνεχίσει την προσπάθεια υλοποίησης των ελληνικών στόχων στην Μικρά Ασία -όπου Έλληνες και Αρμένιοι ήταν ήδη τότε  στόχοι της εθνοκάθαρσης που ολοκληρώθηκε το 1922-  αλλά και  απαραίτητη για την διαφύλαξη των υπαρχόντων συνόρων. Και αυτό διότι ο Κωνσταντίνος συρόμενος στο άρμα των Κεντρικών Δυνάμεων είχε αποδεχθεί την κάθοδο των  Βουλγάρων στην Βόρεια Ελλάδα, ορατό κίνδυνο  που οδήγησε στο κίνημα της Άμυνας στην Θεσσαλονίκη. Συνεπώς με την έννοια της γραμμής στα εθνικά θέματα  και ειδικά των συνόρων το Κόμμα των Φιλελευθέρων ήταν στον αντίποδα της θέσεως του αγγλικού κόμματος που από τις αρχές του 19ου πρέσβευε μια μικράν αλλά έντιμον Ελλάδα. Το σχήμα πάσχει περισσότερο αν ακολουθώντας εσφαλμένες εκτιμήσεις δεξιάς και αριστερής σαφέστερα αν θεωρήσουμε ως συνέχεια του Αγγλικού κόμματος για την περίπτωση Βενιζέλου.

Η άποψη ότι το ΣΕΚΕ και εν συνεχεία του ΚΚΕ αποτέλεσαν  συνέχεια του ρωσικού κόμματος του 19ου ισχύει μόνον μερικά. Είναι έγκυρη στον βαθμό που είναι κόμμα των φτωχότερων τάξεων που προσβλέπει στην –επαναστατική και όχι πλέον ορθόδοξη Ρωσία- αλλά στον βαθμό που επηρεάζεται από την αθεϊστική και διεθνιστικη  μαρξιστική σκέψη διαφέρει αποφασιστικά σε κεντρικά σημεία όπως το Μακεδονικό και η Μικρασιατική εκστρατεία, σχετικά με την οποίαευθυγραμμίζεται με την Σοβιετική  Ένωση και την από αυτήν ελεγχόμενη Τρίτη Διεθνή. Γεγονός είναι  ωστόσο ότι η αγωνιστική παράδοση του 21 στην Κατοχή αναβιώνει στο ΕΑΜ, στον ΕΛΑΣ , στην ΠΕΕΑ και σε ένα βαθμό στο ΚΚΕ . Ο αδελφοκτόνος και καταστροφικός για την χώρα Εμφύλιος έσπρωξε τους Έλληνες όλων των παρατάξεων σε μια καταστροφική προσκόλληση σε πολιτικές που υπηρετούσαν ξένα συμφέροντα,  αλλά  μέσα στο μετεμφυλιακό κράτος και στην δικτατορία αναδύθηκαν  στο κομμουνιστικό και γενικότερα στο αριστερό κίνημα και φωνές και κινήσεις ενάντια στον διχασμό και την εξάρτηση όχι μόνον από τις ΗΠΑ,  αλλά και από το σοβιετικό «κέντρο αναφοράς».

Η ερμηνεία των γεγονότων κατά την επταετία της Χούντας και  την Μεταπολίτευση δεν μπορεί να σταθεί, αν αγνοήσουμε την παράμετρο αυτή. Η εύκολη κατάληψη της εξουσίας  από τους Συνταγματάρχες είχε ως συνέπειες την απαξίωση των κομμάτων που απέτυχαν να αντιληφθούν τον κίνδυνο και να την εμποδίσουν, και την συνειδητοποίηση του ότι πίσω  από την δικτατορία βρισκόταν η Αμερική της οποίας οι συνταγματάρχες ήταν πράκτορες. Το Κυπριακό είχε από την δεκαετία του 50 συμβάλει στην ένταση των  πατριωτικών ανακλαστικών σους οπαδούς όλων των κομμάτων περιλαμβανομένης και της αριστεράς. Η συνειδητοποίηση ωστόσο ότι οι εξελίξεις που αποκορυφώθηκαν με την επιβολή της Χούντας συνδεόταν με την πρόθεση των ΗΠΑ να ελέγξουν το νησί για χάρη των γεωπολιτικών τους συμφερόντων ήταν δυσκολότερη  για τον λαό μέσα στις συνθήκες της δικτατορίας. Έτσι, ακόμα και όταν το αντιαμερικανικό αίσθημα εκφράστηκε μαχητικά και μαζικά με την εξέγερση του Πολυτεχνείου, οι αμερικανικές κινήσεις που ετοίμαζαν την δικτατορία του Ιωαννίδη, την ανατροπή του Μακαρίου και την άλωση της Βόρειας Κύπρου  δεν  ήταν αντιληπτές.  Τα όσα σήμερα έχουν αποκαλυφθεί από την καθοριστική δράση της CIA σε Ελλάδα και Κύπρο, με πράκτορες να ανεβάζουν στην εξουσία τον Ιωαννίδη και εν συνεχεία να τον εκπαραθυρώνουν μόλις είχε πια εκπληρώσει το προδοτικό του έργο με θύμα την Μεγαλόνησο   και με ηγέτες εξασφαλίζουν πρώτα την άνετη εισβολή των Τούρκων στο νησί και μετά την ελεγχόμενη Μεταπολίτευση ήταν πολύ λίγο γνωστά και κατανοητά το 73  και το 74. Ο λαός μισούσε στην πλειοψηφία του τους Αμερικάνους αλλά αγνοούσε τους σκοπούς και τα μέσα τους.

Η Μεταπολίτευση συνδυάστηκε με μια νέα ιδεολογική και πολιτική κατάσταση. Στα λόγια η εξάρτηση από τις ΗΠΑ αμφισβητήθηκε σχεδόν ομ΄0φωνα από τα κόμματα και την κοινωνία. Ο Καραμανλής που ποτέ δεν είχε καταδικάσει την Χούντα έβγαλε την Ελλάδα από το ΝΑΤΟ και παρουσιαζόμενος ως συνεχιστής της κληρονομιάς του Πολυτεχνείου έκανε τις εκλογές στην επέτειο της εξέγερσης, εξόπλισε την Ελλάδα αλλά αδιαφόρησε για  Κύπρο. Όλες περίπου οι πολιτικές δυνάμεις δήλωναν λίγο ή πολύ αντιαμερικανικές και ο αντιαμερικανισμός θα εκφραζόταν στην συνέχεια μεταξύ άλλων και με άλλες μορφές σαν την τελετουργικά επαναλαμβανόμενη κάθε χρόνο πορεία στην αμερικανική πρεσβεία. Ο Παπανδρέου που διαδέχθηκε τον Καραμανλή υλοποίησε την τελευταία φανερή ελληνική προσπάθεια για μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Με την πτώση του λόγω της   αντίθεσης των Αμερικανών, και της εσωτερικής αντίθεσης της ολιγαρχίας των Μέσων και της οικονομίας και της εσωτερικής ηθικής και πολιτικής κρίσης του κόμματός του  η προσπάθεια αυτή ακυρώθηκε.

Όταν μετά τον θάνατό του το ΠΑΣΟΚ επανήλθε στην εξουσία με τον Σημίτη ήταν ένα καθοριστικά διαφορετικό κόμμα με τα Ίμια, την παράδοση του Οτσαλάν και άλλα επιβεβαίωσε την εξάρτησή του από τις ΗΠΑ και δευτερευόντως την Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικά την Γερμανία. Κατάσταση που δεν άλλαξε παρά τις προσπάθειες του Κώστα Καραμανλή που τον οδήγησαν στην πτώση του και στην συνέχεια επιδεινώθηκε. Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέβηκε στην εξουσία ιππεύοντας στο μεγάλο  λαϊκό κύμα εναντίον των Μνημονίων, που επαναλάμβαναν βελτιωμένα τα  ληστρικά δάνεια της επανάστασης του 1821 και ενώ  είχε υποσχεθεί να τα σκίσει υπέγραψε μετά τον θρίαμβο του δημοψηφίσματος  χειρότερα που δεσμεύουν για  ένα  αιώνα την χώρα. Η υπογραφή της υπαγορευμένης από τις ΗΠΑ συμφωνίας των Πρεσπών το 2018 συνδεδεμένη με την αποπομπή λίγο πιο πριν την ίδια χρονιά των ρώσων διπλωματών από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ «για παράνομες ενέργειες εντός της ελληνικής επικράτειας» δημιούργησε  όχι απλώς μια σοβαρότατη εθνική ζημία αλλά, όπως ομολογείται από κάθε ιδεολογικού χρώματος θιασώτες της ξένης εξάρτησης ένα σταθερό μοντέλο. Αυτό που αξιοποίησε ο  Κυριάκος Μητσοτάκης με την ανεκδιήγητη κήρυξη πολέμου… κατά τα Ρωσίας και τις επαπειλούμενες υποχωρήσεις στις αμερικανικές επιταγές που από διαφορετικές πλευρές του πολιτικού συστήματος ήδη τιτλοφορούνται «Πρέσπες του Αιγαίου», και αύριο θα λέγονται «Πρέσπες της Θράκης» και ούτω καθ’ εξής.

Υπό τις συνθήκες αυτές γίνεται πολύ ευκολότερο να εντοπίσουμε όχι πια ένα σύγχρονο ρωσικό κόμμα στην Ελλάδα, αλλά το ευρύτατο … «αντιρωσικό» που αποτελείται από την Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ που το 2022 υποδέχθηκαν θριαμβευτικά τον Ζελένσκι στο ελληνικό Κοινοβούλιο και στηρίζεται στην πειοψηφία των συστημικών Μέσων, διανοουμένων κλπ. . Με την σημείωση ότι και πάλι επιμένει στην ελληνική Μακεδονία και αλλού κάτι που, όπως τον 19ο αι.  είναι βασικά ένα «ρωσικόν» λαϊκό ρεύμα παρά κόμμα, που μεταξύ άλλων πιστοποιεί διάσταση μεταξύ της πλειοψηφίας του πολιτικού συστήματος και του λαού.. Σε ένα κόσμο ο οποίος με την διάλυση του ΟΗΕ και την επιθετική αμφισβήτηση όσων εθνών κρατών που δεν αρέσουν στους κυρίαρχους υποτροπιάζει προς μια κατάσταση που μοιάζει με αυτήν που γέννησε τον Δεύτερο  Παγκόσμιο Πόλεμο  και βιώνει τα ενδεχόμενα προεόρτια ενός Τρίτου, το  μεγαλύτερο μέρος του ελληνικό πολιτικού συστήματος παραδέρνει με την εξάρτηση να βασιλεύει και ταυτόχρονα να αποσιωπάται σχεδόν ολοσχερώς.

Από την ξενική στην ψυχική εξάρτηση

Τα όσα ωστόσο ζούμε σήμερα στην χώρα μας, μας υποχρεώνουν να δούμε την εξάρτηση και από μια άλλη πλευρά. Ως σταθερή δομή που επηρεάζει σημαντικό μέρος του ατομικού και συλλογικού ασυνείδητου. Δομή που  καλλιεργεί την  αυξανόμενη απόσταση  ανάμεσα στην  ρητορική και την πραγματικότητα, τις λέξεις και τα πράγματα και την ανάδυση μιας ψευδούς συνείδησης που προσβάλλει όλα τα σκαλιά της πολιτικής και  κοινωνικής πυραμίδας συνεχίζει να εξαπλώνεται. Δεν αναφέρομαι μόνον στην στάση των πολιτικών και τα των άλλων κατόχων ή διεκδικητών της εξουσίας που βαθαίνοντας την εξάρτησή τους κομπάζουν για την δήθεν αυτόνομη και ανεξάρτητη στα λόγια πολιτική τους. Μιλώ ακόμη και για όσους οπαδούς  που συγχωρούν την υποκρισία και την αδιαφάνεια  φτάνει να είναι τόσο επιτυχής, ώστε να προσφέρει την απαλλαγή από κάθε ευθύνη και την μέθεξη σε ένα κόσμο ιδεατής και ανυπόστατης ελευθερίας, δικαιοσύνης και ριζικής επί καλού αλλαγής των πάντων. Το ανομολόγητου αυτό συμβόλαιο μεταξύ  ηγετών  και οπαδών, ισχύον σε πολλές γωνιές του πλανήτη, επιβεβαιώνεται και από διαδοχικές ελληνικές εμπειρίες και  αποτελεί κεντρικό μέρος της παρούσας θολής και γι αυτό πιο απειλητικής κατάστασης.

Το ανομολόγητο αυτό συμβόλαιο έχει ένα ιστορικό και ένα ψυχικό βάθος. Η πιο ορατή αν και σίγουρα όχι πρώτη αφετηρία του μπορεί μάλλον να οριστεί στην Μεταπολίτευση. Το μεγαλύτερο ποσοστό του λαού ανακουφίστηκε από την πτώση της Χούντας, ικανοποιήθηκε τις θεαματικές αλλά περιορισμένου βάθους Δίκες των πρωταίτιων Χουντικών, ανέχθηκε το δικαστικό χάϊδεμα των λιγότερο εκτεθειμένων μΕταξύ των οποίων των βασανιστών   και κολακευμένος ότι αυτός την είχε ρίξει με το Πολυτεχνείο, απώθησε το βαρύτατο τραύμα τη Κύπρου, το χειρότερο μετά την άλωση του 1453 και την Μικρασιατική Τραγωδία του 1922 και αντάμειψε τον Καραμανλή υπογράφοντας μια πρώτη λευκή επιταγή με την ψήφο του. Η ανάγκη να στηριχθεί σε παρηγορητικά ψέματα έλαμψε την ίδια εποχή   με την θραύση που έκανε στην ελληνική κοινωνία το θαυματουργό αντικαρκινικό «νερό του Καματερού» που ήταν σκέτο Υ2/Ο με το οποίο καρκινοπαθείς αντικατέστησαν τα φάρμακά τους. Είπα πιο πάνω ότι ο Αντρέας έκανε, σε εσωτερικό και κυρίως σε εξωτερικό επίπεδο σημαντικές κινήσεις. Η αναγωγή ωστόσο με την βοήθεια και του φιλικού του αρχικά Τύπου της «αλλαγής» σε φάρμακο που υποσχόταν να θεραπεύσει εκ βάθρων τα πάντα δημιούργησε ένα μοντέλο ικανό να ακυρώνει κάθε κριτικό έλεγχο και σε κατοπινές περιόδους. Η μετακίνηση από το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» στην αποδοχή και των δύο, και από την αλλαγή των πάντων σε μια σαφή ηθική και πολιτική σήψη δεν είχε άμεσες συνέπειες για το ΠΑΣΟΚ που μετά την Μητσοτακική παρένθεση ξαναψήφισε Παπανδρέου. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και πάλι όταν ο Τσίπρας που αγνόησε ολοκληρωτικά το αποτέλεσμα 62% υπέρ του ΟΧΙ  του δημοψηφίσματος του 2015  υπερψηφίστηκε στην συνέχεια από ένα κόσμο που μάλλον αρνιόταν να αντιληφθεί το ότι τον είχε κυνικά εξαπατήσει. Και στις δύο περιπτώσεις η εξάρτηση από τον χαρισματικό ηγέτη και η προσκόλληση το όραμα που είχε εμπνεύσει ήταν τόση που να θωρακίζουν και τα δύο απέναντι στον κριτικό έλεγχο βασισμένο στην αρνητική πραγματικότητα.

Μια νέα περίοδος μοιάζει να εμφανίζεται τελευταία και στην Ελλάδα. Είναι η ανάδυση ηγετών που έχοντας χαρακτηριστικά άσχετα ή και αντίθετα με αυτά που κανονικά θα ήταν τα κατάλληλα να κινητοποιήσουν θετικά αυτούς στους οποίους απευθύνονται κατορθώνουν να προκαλέσουν την κατάφαση ή και τον ενθουσιασμό. Οι περιπτώσεις Κασελάκη και Καρυστιανού ανήκουν παρά τις διαφορές σ’ αυτήν την κατηγορία. Ο Στέφανος Κασελάκης έφτασε από τις ΗΠΑ με ένα βιογραφικό οπαδού των μνημονίων και στελέχους πολυεθνικών ειδικευμένων σε παραπολιτικές και παραοικονομικές ή και παραστρατιωτικές δραστηριότητες και με την σιωπηρή αλλά άκρως εύγλωττη προώθησή του από τον Αλέξη Τσίπρα αναδείχθηκε πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, κόμματος στο οποίο δεν ήταν εγγεγραμμένος. Αυτό που τον έκανε να χάσει σχεδόν αμέσως την θέση που του είχε προσφερθεί δεν ήταν το σαφώς δεξιό του προφίλ, η δήλωση του σεξουαλικού του προσανατολισμού είτε η άστοχη και αστικότατη λίστα γάμου με τον σύντροφό του την οποία απηύθυνε σε ένα κοινό που κατά τεκμήριο δηλώνει αντιααστικό. Ήταν υποθέτω, αν και αυτό δεν δηλώθηκε ποτέ,  το ότι, αν και μετακλήθηκε από τον Τσίπρα σαν τοποτηρητής της του θρόνου της ανανεωτικής όπως θεωρεί τον εαυτό της Αριστεράς, πίστεψε ότι δικαιούνταν να γίνει χαλίφης στην θέση του χαλίφη καταλήγοντας στο χρονοντούλαπο του διαδικτύου. Το βιογραφικό του Στέφανου Κασελάκη περιέχει στοιχεία των προηγούμενων θέσεων και σχέσεών του με ύποπτους θεσμούς στις ΗΠΑ που μάλλον θα ανησυχούσαν οποιονδήποτε δημοκρατικό πολίτη.  Πιο ανησυχαστικό είναι ότι κάτι που επιβεβαιώνει πόσο παρούσα είναι η πολιτική σχιζοφρένεια ή έστω σχιζοείδια: Ο  άνθρωπος με αυτό το βιογραφικό και αυτό το  διατυμπανιζόμενο λάιφ στάιλ εκλέχτηκε πρόεδρος του ΣΤΡΙΖΑ, του οποίου ένα καλό ποσοστό ψηφοφόρων επιμένει υποθετω να  καταγγέλλει κάθε 17η Νοέμβρη τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό έξω από την αμερικανική πρεσβεία.

Η Μαρία Καρυστιανού έχει διαφορετική προσωπικότητα και πορεία. Μητέρα θύματος του δυστυχήματος των Τεμπών (το οποίο βαρύνει για εγκληματική αμέλεια το ελληνικό αλλά λόγω Hellenic Train και το Ιταλικό κράτος)  κατήγγειλε μαζί  με άλλους συγγενείς θυμάτων  το έγκλημα της συγκάλυψης και τόλμησε μια κατά μέτωπο αντιπαράθεση με την κυβέρνηση, προκαλώντας ευρεία και αυθόρμητη συγκίνηση και συγκεκριμένες πράξεις στήριξης στον αγώνα της για δικαιοσύνη. Στηρίχτηκε από κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά με δεδομένη την αφασία της πλειοψηφίας του αντιπολιτευτικού χώρου και της δικής της υψηλής δημοτικότητάς διαγράφεται δηλωμένα πλέον η κάθοδός της στον πολιτικό στίβο. Πρόβλημα παραμένουν η απουσία πολιτικών απόψεων, ακόμα και όταν μιλά για τα Τέμπη σιωπώντας για την ευθύνες της Hellenic Train, κάποιες υπερσυντηρητικές κορώνες της και η νεφελώδης διαβεβαίωση ότι «θα τα αλλάξει όλα». Ωστόσο, το βασικό ζήτημα δεν είναι τόσο η ίδια  που μας βεβαιώνει ότι θα μας κάνει όλους πλούσιους, όπως δεν ήταν και ο Στέφανος Κασελάκης, που υπόσχονταν πως θα μας κάνει όλους πλούσιους. Είναι όσοι από εμάς γοητεύονται από τέτοιες παρουσίες επιβεβαιώνοντας  πως  αν κάποιοι που παρασύρονται και υποκύπτουν στην εξάρτηση από ξένες και ντόπιες Δυνάμεις, αρκετοί άλλοι  μπορεί να γοητεύονται ήδη από αυτό που μοιάζει να είναι ένα κενό που μπορεί να γεμίσει με οτιδήποτε. Και εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο η ίδια και ο κύκλος της όσο και οι άλλοι συγγενείς των θυμάτων και οι υποστηρικτές τους περιλαμβανομένης και της πλεοψηφίας της αντιπολίτευσης ασχολήθηκαν λίγο ή καθόλου με το σκέλος που για μια ακόμη φορά αποκαλύπτει και εδώ τον ρόλο της εξάρτησης: Την βαρύτατη ευθύνη της ξένης ιταλικής εταιρείας που αντί να καταγγελθεί ρητά και δημόσια και συρθεί στα ελληνικά και ξένα δικαστήρια είδε να ανανεώνεται το συμβόλαιό της από την κυβέρνηση.

Το πράγμα αυτό μας ωθεί να δούμε την εξάρτηση από μια διαφορετική – εναλλακτική η συμπληρωματική σκοπιά: Από το πεδίο δηλαδή όπου το κοινωνικό/ιστορικό συναντά και συντίθεται με το ψυχικό. Πρόκειται για το πεδίο όπου από κτίσεως ανθρωπότητας διεξάγεται ο αγώνας ετερονομίας και αυτονομίας με διακύβευμα την ανάδυση ή μη του ανθρώπου που αισθάνεται, σκέφτεται και δρα βασισμένος στον εαυτό του. Κάτι που αφορά τον καθένα στην προσωπική και στην κοινωνική ύπαρξή και δράση του. Και που, αν το αντιληφθούμε, δημιουργεί μια κοινή βάση για να δούμε, παρά τις αναντίρρητες διαφορές των επιπέδων πρόσωπο  και κοινωνία , από μια κοινή σκοπιά.

Η συνειδητοποίηση της κοινής αυτής διάστασης με στόχο την  αυτονόμηση, την συνειδητή δηλαδή σκέψη και δράση χωρίς την οποία κάθε πραγματική αντίσταση στην εξάρτηση δεν μπορεί να υπάρξει είναι σήμερα ακόμη πιο δύσκολη εξ αιτίας και νέων δεδομένων. Ζούμε σε ένα κόσμο όλο και πιο ανασφαλή και επίφοβο. Οι πόλεμοι, οι στρατιωτικές και οικονομικές εισβολές,ηι επαπειλούμενη καταπάτηση και κατάργηση των εθνικών συνόρων – καταστάσεις που βίωσε ήδη στο παρελθόν και δεν έχει πάψει να βιώνει εν πολλοίς ακόμη  και η Ελλάδα- λειτουργούν σαν μια πιο εφιαλτική προέκταση του φαινόμενου που η Μέλανι Κλάιν,   που αποκάλεσε στο γνωστό της βιβλίο «Δόγμα του σοκ» την οριστική διαγραφή κάθε μνήμης, ταυτότητας, κώδικα και ανακλαστικού που προωθεί σε πλανητικό επίπεδο ο νεοφιλελευθερισμός που, προσθέτω, φορά την λεοντή της κατευθυνόμενης παγκοσμιοποίησης. Ποιο όμως είναι το βαθύτερο αίτιο  της παραίτησης από την κριτική σκέψη που εντοπίζεται στις διαδοχικές ομαδικές υπογραφές λευκών πολιτικών  επιταγών σε σωτήρες – κράτη ή πρόσωπα- σαν αυτούς που αναφέραμε; Μήπως πίσω από την παραίτηση από την σκέψη κρύβεται- στο υποσυνείδητο των παραιτημένων- ο φόβος που γεννούν οι τρομερές  απειλές και τα αδιέξοδα που μας κυκλώνουν;

Οι κυβερνώντες που, όπως δηλώνουν, έχουν αναλάβει να μας οδηγήσουν παρά τις αντιρρήσεις μας στην ασφάλεια πρόοδο και  την ευημερία, όπως αυτοί την εννοούν, θα μας καθησυχάσουν λέγοντάς μας ότι η δική μας σκέψη είναι περιττή και νοσηρή πολυτέλεια. Δεν είναι μόνον διότι οι ξένοι σύμβουλοί τους ξέρουν πολύ καλύτερα από τους ¨Ελληνες τι χρειάζονται οι Έλληνες. Είναι επίσης διότι με την τεχνητή νοημοσύνη η θεοποιημένη μηχανή, κατάλληλα σχεδιασμένη, διαφημισμένη και αξιοποιημένη θα μας ξεκουράζει και θα σκέφτεται στην θέση μας (αν και όχι υποχρεωτικά υπέρ μας).  Προϋπόθεση είναι να παραιτηθούμε από τις κακές σκέψεις για αυτή την αναπαυτική  μηχανή και να πάψουμε να υποπτευόμαστε ότι η κυριαρχία της είναι προσανατολισμένη στην καταδυνάστευση, τον πειθαναγκασμό και την εκμετάλλευση που κατά σύμπτωση προάγουν αυτοίπου για την ώρα ευελπιστούν ότι είναι τα αφεντικά, αλλά δεν αποκλείεται να καγταντήσουν τα ενεργούμενά της. Μήπως ενδεχόμενο σε ένα νέο δυστοπικό σενάριο η επόμενη λευκή επιταγή εξάρτησης που θα υπογράψουμε να είναι όχι  σε κάποια καταστροφική ιμπεριαλιστική δύναμη ή σε έναν ανεξέλεγκτο και αλλοπρόσαλλο σωτήρα, αλλά σε ένα υποτίθεται αξιόπιστο Υπερμηχάνημα (εξέλιξη των εφιαλτικών Υπερανθρώπων που στοίχειωσαν την Ιστορία του 20ου αιώνα);

Επιστρέφοντας στον 19ο αιώνα, αφετηρία των όσων είπαμε για την εξάρτηση μπορούμε να αναρωτηθούμε  μήπως ένας βασικός παράγοντας που παρέσυρε κάποιους  προγόνους μας στα χρόνια της Επανάστασης του να εμπιστευθούν ως μη όφειλαν την μοίρα της Ελλάδας σε «Προστάτας», εναντίον των οποίων μας προειδοποίησε στο καταπληκτικό ποίημά του με αυτό τον τίτλο ο Ανδρέας Κάλβος, όπως και ο Ανώνυμος Έλλην της «Ελληνικής Νομαρχίας» ήταν και ο φόβος που είχε συσσωρεύσει στις ψυχές των Ελλήνων η μακραίωνη Τουρκοκρατία. Φόβος και  τρόμος από τα απίστευτα δεινά, ομαδικές σφαγές, απαγχονισμούς, ανασκολοπισμούς, παιδομαζώματα και εγκλεισμούς σε χαρέμια και άλλα δεινά που υπέστησαν οι υπόδουλοι πρόγονοί μας για τους οποίους κάποιοι   νέοι ιστορικοί μας βεβαιώνουν για το πόσο καλά ζούσαν επί Τουρκοκρατίας     Και προσθέτω ότι το περίφημο μότο με το οποίο ο ανώνυμος Έλλην προλογίζει το επαναστατικό μανιφέστο του Ελληνική Νομαρχία το 1806, το περίφημο «Στοχάσου και αρκεί» μπορεί να σήμαινε όχι το να επιδοθούμε σε ψυχρά διανοήματα, αλλά να τολμήσουμε τις σκέψεις τις ικανές να νικήσουν προαιώνιους και παρόντες φόβους που έχουν  εγγραφεί στο νευρικό μας σύστημα και στο κορμί μας. Προτροπή που κρατάει όλη της την αξία και σήμερα ιδίως αν θυμηθούμε την εναγώνια επαναλαμβανόμενη προτροπή του άγνωστου συγγραφέα  να πιστέψουμε στον δικό μας επαναστατικό αγώνα, αρνούμενοι  την εξάρτηση από ξένους προστάτες και βασιλιάδες. Προτροπή που συμπίπτει σχεδόν κατά λέξη με αυτήν του Μπάιρον ο οποίος, στους στίχους  Ντον Ζουάν που παραφράζω ελάχιστα εδώ,  μας λέει :

Για λευτεριά μην εμπιστεύεσαι τους Φράγκους
Έχουν βασιλέα που αγοράζει και πουλά
Στα δικά σου ξίφη,  στα δικά σου τα παιδιά
Μόνον εκεί  σε καρτερεί η ελευθερία .

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.