Τα νησιά  της Ελλάδας και ο Δήμος Αβδελιώδης

Η τελευταία μέρα της έκθεσης/εκδήλωσης «Τα νησιά της Ελλάδας , αρχιπέλαγος έρωτα και ελευθερίας» στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών περιέλαβε την συζήτηση για την παρουσία  των νησιών στο κινηματογραφικό και θεατρικό έργο του Δήμου Αβδελιώδη  Στην συζήτηση  μετείχε εκτός από τον σκηνοθέτη και τον υπογράφοντα ο ερευνητής του κινηματογράφου και ποιητής Δημήτρης Παπαχαραλάμπους και ο Γιάγκος Ανδρεάδης.

Παρουσίαση των εκδηλώσεων. Το οκταήμερο 5 με 12 Απριλίου ήταν εμπνευσμένο από το ποίημα του Μπάιρον «Τα νησιά της Ελλάδας». Ποίημα που αποτελεί  -παρέκβαση στο μακρό έμμετρο μυθιστόρημά του   «Δον Ζουάν», και που τo αφιερώνει στην ερχόμενο Σηκωμό του 21. Είναι μια  έκκλησή του στους Έλληνες , με τους οποίους στο ποίημα αυτό ταυτίζεται, για έναν αγώνα απελευθέρωσης που να βασίζεται όχι σε αμφιλεγόμενους ισχυρούς  προστάτες αλλά στα ελληνικά όπλα. Έκκληση που γίνεται πιο πειστική αν θυμηθούμε ότι προέρχεται από κάποιον που προσέφερε στην επανάσταση του 21 το διεθνές κύρος, την περιουσία του και την ζωή του.  Και δεν μπορεί να πάρει την πλήρη σημασία της και την επικαιρότητά της, παρά αν συνειδητοποιήσουμε ότι το μήνυμά της  δεν είναι στενά πολιτικό αλλά και ευρύτερα πολιτισμικό. Στόχος των εκδηλώσεων ήταν μια αναδρομή στις πολιτικές και πολιτισμικές μνήμες των νησιών μας, ιδιαίτερα πολύτιμες στις κρίσιμες στιγμές που περνά το Αιγαίο. Με δεδομένο ότι ο πολίτισμός είναι πάντοτε η πρώτη γραμμή αμύνης.

Το οκταήμερο που παρακολούθησαν εκατοντάδες ακροατών/ θεατών περιελάμβανε στο ξεκίνημα την 5η Μαϊου μια σειρά γεγονότων:  Την ερμηνεία στο πιάνο του ποιήματος του Μπάιρον από τον Σταμάτη Χατζηευσταθίου που το μελοποίησε την εποχή των μνημονίων προβάλλοντας τον επίκαιρο χαρακτήτρα του μηνύματός του Μπάιρον. Ο συνθέτης συνόδεψε την συνέχεια στο πιάνο και την απόδοση από τον Γιάγκο Ανδρεάδη  της έμμετρης μετάφρασής του.  Την προβολή  ενός βίντεο του Δημήτρη Παπαχαραλάμπους του και της Πέπης Ρηγοπούλου, που  οπτικοποιούσε το ποίημα του Μπάιρον με αναφορές στην ελληνική και την διεθνή ζωγραφική, τα εγκαίνια    της ζωγραφικής έκθεσης της Πέπης Ρηγοπούλου και το Γιάγκου Ανδρεάδη για το Αιγαίο και τα νησιά του και την φωτογραφική έκθεση για την Κάσο, θαλάσσιο σύνορο και προφυλακή της Ελλάδας  της Μαρίας Μαύρου. Τις επόμενες μέρες ακολούθησαν δυο περφόρμανς: Η πρώτη της Ελένης Τζιρτζιλάκη, της Πέπη Ρηγοπούλου, της Αρχοντούλας Βαρβάκη και της Αγλαϊας Κομνηνού με θέμα την μνήμη σημαντικών γυναικών της Σίφνου που η μνήμη τους ζει και παραδειγματίζει: Μιας λαϊκής ποιήτριας, μιας ζωγράφου κεραμικών, μιας αγρότισσας και μιας συγγραφέως και συλλέκτριας που έκανε το σπίτι της στην Σίφνο κιβωτό μνήμης του ελληνισμού της Κωσταντινούπολης και λαογραφικό μουσείο παραδοσιακών αγροτικών εργαλείων και άλλων στοιχείων του πολιτισμού του νησιού. Η άλλη ήταν η διάλεξη/περφόρμανς της ιστορικού τέχνης Χριστιάνας Γαλανοπούλου, αναφορά την Κίμωλο και στην Κοιμωμένη του Τήνιου Χαλεπά και διαχρονική συναρπαστική επίσκεψη στην  παρουσία του θανάτου στην ελληνική και την παγκόσμια τέχνη. Ακολούθησαν επί ένα διήμερο  παρεμβάσεις και παρουσιάσεις οπτικού υλικού για το καταστροφικό «σπάσιμο» των καϊκιών και τις πολιτισμικές μνήμες των νησιών μας και την επιτακτική προστασίας και αξιοποίησης των καϊκιών.  Την πρώτη μέρα από τους Κώστα Δαμιανίδη που ετοιμάζει ένα σπουδαίο συνέδριο για τα καϊκια     στην Σάμο, τον ντοκουμαντερίστα Νίκο Καρακώστα που  κατέγραψε την καταστροφή τους και την ακτιβίστρια Φαίη Τζαννετουλάκου. Την δεύτερη ημέρα η εδρεύουσα στην Σύρο κίνηση «Αρχιπέλαγος» μετέσχε  με την παρουσίαση ντοκιμαντέρ και ομιλία του Τζέικομπ Μο.   Ακολούθησε το Σάββατο 10 Μαϊου η επίσκεψη, με εμψυχώτρια την διδάσκουσα εικαστικών τους Άντζη Καρατζά,  σαράντα περίπου μικρών καλλιτεχνών από έξι μέχρι δεκατριών χρονών που ζωγράφισαν με την σειρά τους εντυπωσιακά εμπνευσμένοι από τα έργα της έκθεσης. Σχεδιάζεται η μεταφορά των εκδηλώσεων σε νησιά των προφυλακών του Αιγαίου, την Κύπρο και το εξωτερικό.  Το κείμενο  που ακολουθεί είναι η  συμβολή του Γιάγκου Ανδρεάδη στην συζήτηση της 12ης  Μαϊου.

Τα νησιά της Ελλάδος στην ζωή, τον κινηματογράφο και το θέατρο του Δήμου Αβδελιώδη.

Η συνάντησή μου πριν από δεκαετίες με τον σκηνοθέτη είχε άμεσους καρπούς. Δέχθηκε αμέσως την πρότασή μου να αναλάβει στο Τμήμα Επικοινωνίας και Πολιτισμού του Παντείου το θεωρητικό και πρακτικό μάθημα κινηματογράφου που οι σπουδαίοι καρποί του φάνηκαν σε χρόνο ρεκόρ. Φοιτήτριες και φοιτητές μεταμορφώθηκαν σε σεναριογράφους, σκηνοθέτες και ηθοποιούς μιας ωραίας ταινίας, κωμικής αναφοράς στην αβέβαια και συχνά σκληρή μοίρα που περιμένει τους περισσότερους από τους αποφοίτους του Παντείου Πανεπιστημίου  και των  άλλων ελληνικών πανεπιστημίων.  Τίτλος της: η απάντηση του αρχαίου σοφού Σόλωνα στον υπερφίαλο Λυδό βασιλιά Κροίσο που αφού του έκανε επίδειξη του αμύθητου πλούτου του, τον ρώταγε αν παραδέχεται ότι είναι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου και έλαβε από τον Αθηναίο σοφό την προφητική για την μοίρα του απάντηση: «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε». Δυο αδελφικοί φίλοι, απόφοιτοι του Παντείου,  ο Σόλων και ο Κροίσος, καταλήγουν να μονομαχήσουν παίζοντας ρωσική ρουλέτα για την μία και μοναδική θέση εργασίας που καταφέρνουν να βρουν. Η ιστορική αφήγηση του Ηροδότου και η περιώνυμη ρήση του Σόλωνα αξιοποιούνται ως αφηγηματικό πλαίσιο για να δοθεί κωμικοτραγικά η εργασιακή μοίρα των σημερινών πανεπιστημιακών αποφοίτων.  Βάση της κινηματογραφικής γλώσσας της ταινίας οι κώδικες του μεγάλου βωβού και σκληρός  αντιπολεμικός αμερικανικός κινηματογράφος.

Οι μαθητές αξιοποίησαν ελεύθερα στοιχεία κινηματογραφικά στοιχεία από το έργο του δασκάλου τους:  Στοιχεία  του βωβού, ιδιαίτερα  από την κωμικοτραγική  γλώσσα του τον Τσάπλιν, άφωνες και όμως ομιλούσες  εικόνες εν κινήσει- που αφηγούνται συναρπαστικά μια ιστορία.   Με το σοβαρό ή και το τραγικό ιδωμένα πάντοτε και από την κωμική τους πλευρά, όπως το βρίσκει κανείς και σε έργα, του άλλου «αγίου» και σηματωρού  του έλληνα σκηνοθέτη, του Όρσον Γουέλς. Ας προσθέσω ότι ο Αβδελιώδης υπογραμμίζει ότι αναγνωρισμένος δάσκαλος της πιο αποτελεσματικής σεναριογραφίας είναι και σήμερα  ο Αριστοτέλης με την  «Ποιητική» του. Κάτι που από την πλευρά του έχει υπογραμμίσει πειστικά ο Δημήτρης Παπαχαραλάμπους στο κεντρικής σημασίας  βιβλίο του «Ο τυφλός Ντετέκτιβ» που ανιχνεύει την καθοριστική παρουσία του «Οιδίποδος Τυράννου» (τραγωδίας προτύπου καΙ ερμηνευτικού παραδείγματος στην ανάλυση του Σταγειρίτη φιλοσόφου), στο κλασικό αστυνομικό  μυθιστόρημα και επίσης στο φιλμ νουάρ.

Ανέφερα αυτή τη πτυχή του παιδαγωγικού έργου του Δήμου Αβδελιώδη για να στηρίξω την άποψή μου ότι το δικό του έργο ως δημιουργού είναι ψυχαγωγία με την διπλή σημασία της λέξης – διασκέδαση και ηθική και πολιτική παιδεία –  όπως την βλέπει ο Μπρεχτ στο «Μικρό όργανο για το θέατρο».

Τροφός και μήτρα του η Χίος: Γέννηση, οικογένεια, διαμόρφωση. Σχέση παρούσα ρητά στο κινηματογραφικό του έργο, αλλά, μέσα και από πιο έμμεσα αλλά δραστικά κανάλια, στο θεατρικό του σκηνοθετικό έργο. Η Χίος μοιάζει με μια ανεξάντλητη μήτρα από την οποία συνειδητά και ασύνειδα ο Δήμος επιστρέφει, αφού ζήσει την Αθήνα, την υπόλοιπη Ελλάδα και τον κόσμο επιστρέφει για να αντλήσει νέες δυνάμεις. Η εμβληματική ταινία «Το δέντρο που πληγώναμε» με το μαστιχόδασος της Χίου έτσι είναι μαζί πραγματικότητα, σύμβολο και πεδίο πραγματικού αγώνα, μιας και όπως μου είπε, είχε κάνει και σημαντικές προσπάθειες για την περιφρούρησή του από τις πυρκαγιές που το έπληξαν πριν κάποια χρόνια.

Η Χίος είναι και η πύλη για να αποπλεύσει προς τα νησιά της Ελλάδας και προς τον κόσμο, αλλά και το πρώτο στάδιο μιας δημιουργικής επιστροφής στις πνευματικές του ρίζες. Αισθητικά, ηθικά, ψυχολογικά. Πριν μιλήσω για κάποια εντελώς οδηγητικά για τον ίδιο και για μας ονόματα Ελλήνων δημιουργών των τελευταίων αιώνων, θα αναφερθώ σε μια αρχαία μορφή που αποδίδει το αυστηρό λιτό και περήφανο βλέμμα του, στην ψυχή και στα πράγματα. Πρόκειται για το άγαλμα της Αρτέμιδας του εβδόμου π. Χ. αιώνα αφιερωμένο στην εκηβόλο  (τοξότιδα)  από μια γυναίκα, την Νικάνδρα από την Νάξο, έργο σπουδαίων γλυπτών του νησιού.

Γιατί για να  διαβάσω το έργο του Αβδελιώδη ο νους μου πηγαίνει σε αυτό το γλυπτό, που όσο ξέρω δεν τον έχει για την ώρα απασχολήσει και όμως νιώθω «αυθαίρετα» ότι είναι παρόν στις δημιουργίες του; Είναι διότι πιστεύω ότι φωτίζει τον τρόπο που λειτουργεί η  σπουδαία παράδοση που αναπνέουμε στα νησιά της Ελλάδας διότι η αισθητική και το ήθος που τους λειτουργεί οδηγητικά, κάπως όπως το φως,  ο αέρας και τα αρώματα τους ακόμα και όταν υπάρχουν ανεπαισθήτως μόνον στις πτυχές της μνήμης μας.

Τα θεμελιώδη στοιχεία που εκπέμπει το αφιέρωμα της Νικάνδρας στην Αρτέμιδα από το οποί ξεκινούν οι αρχαίες γλυπτικές μορφές γυναικών στις διάφορες Ιστορίες της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης και η αφιερωματική επιγραφή που το συνοδεύει συνδέει είναι η απλότητα, η αυτοπεποίθηση, η δύναμη και η παρθενικότητα που την νιώθω να ξεκινά από την παρθένα θεά την Αρτέμιδα και να επιμένει στο έργο του Αβδελιώδη. Ας δούμε την Αρτέμιδα της ΝΙκάνδρας. Πάνω σε δυο επάλληλους, περίπου παραλληλεπίπεδους, μαρμάρινους όγκους που εικονίζουν το ντυμένο σώμα κάτω και πάνω από την μέση υψώνεται το περήφανο κεφάλι. Οι πτυχώσεις, οι ρεαλιστικές λεπτομέρειες  στο πρόσωπο, οι βόστρυχοι στα μαλλιά και οι πτυχές στα ενδύματα απουσιάζουν. Δεν είναι μια από τις Καρυάτιδες που ξεκινώντας από τον θησαυρό των Σιφνίων στους Δελφούς, τις βλέπουμε να σηκώνουν το βάρος της στέγης των ναών, όπως το Ερεχθείον. Πρόκειται όμως για την πρώτη κόρη στην Ιστορία της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Προτάθηκαν σύγχρονες συμπληρώσεις για να της δώσουν μια ρεαλιστική διάσταση,  αλλά είναι μάλλον περιττές. Τα μάτια, τα χείλη, οι βόστρυχοι και οι πτυχές που λείπουν είναι παρούσες για τα μάτια της ψυχής του θεατή.  Και, παράλληλα, οι ζημίες που επέφερε ο χρόνος συνεισέφεραν στην καθηλωτική  λιτότητα του αγάλματος που φέρνει στο νου τα πιο μεγάλα έργα των γλυπτών των πρωτοποριών του 20ου αιώνα.  Η αφιερωματική επιγραφή που σώθηκε συμπληρώνει την αίσθηση που αφήνει το γλυπτό. Η Νικάνδρα υπογράφει το αφιέρωμά της,  την εικόνα της θεάς με τέτοιο τρόπο σαν να διεκδικεί κάτι από την αίγλη και το κύρος εκείνης. Μας μιλά περήφανη για το σόι, της τον άντρα, τον αδελφό και τον πατέρα της. Με τρόπο που θυμίζει την παρρησία μιας άλλης μεγάλης ελληνίδας.  Της νησιώτισσας δεκάτης μούσας, της Σαπφώς, από την Λέσβο, όταν στα ποιήματά της τολμά να δώσει οικουμενική  διάσταση όχι μόνον στην γυναικεία επιθυμία και φωνή,  αλλά και σε κάθε άνθρωπο που νικά την δυσκολία να μιλήσει, να τραγουδήσει  για τα μύχια αισθήματά του.

Απλότητα, λιτότητα, ψυχικό βάθος, και η παρρησία της ταπεινοφροσύνης είναι στοιχεία που εκπέμπει  και  το θεατρικό του έργο του Αβδελιώδη. Στα νου μου έρχεται η παράστασή του των  Ικέτιδων του Ευριπίδη πριν λίγα χρόνια που αναφέρονται στις χήρες των σκοτωμένων Αργείων ηρώων που πήραν το όνομα Επτά επί Θήβας και που διεκδικούν ότι και η Αντιγόνη του Σοφοκλή: Το δικαόιωμα να θάψουν τους νεκρούς τους. Τα λευκοντυμένα κορμιά των τριών ηθοποιών που ερμήνευαν περισσότερα η κάθε μία πρόσωπα   έφερναν στο νου μου τον ακίνητο χορό των αρχαίων κορών ξεκινώντας από την Νικάνδρα και από αυτές  του θησαυρού των Σιφνίων στους Δελφούς. Με το εικαστικό μέρος της παράστασης να συμπληρώνεται από τους ψυχοδηλωτικούς φωτισμούς στους οποίους ο σκηνοθέτης διαπρέπει η προσοχή του θεατή  συγκεντρωνόταν  στον λόγο που με την διακριτική βοήθεια και της μουσικής αναδείκνυε θεατρικά το υψηλό μάθημα δημοκρατίας και ελέους του Ευριπίδη.

Οι περισσότερες παραστάσεις του Αβδελιώδη χαρακτηρίζονται από λιτότητα: Λίγοι ηθοποιοί ή και  ένας μόνο ηθοποιός που μεταβάλλεται σε παντόμιμο, οικονομία κινήσεων, απουσία σκηνικών, καίρια χρήση του φωτισμού και πάνω από όλα του λόγου, ο οποίος αρθρώνεται ερμηνεύοντας ελεύθερα τις απόψεις του Αβδελιώδη για την ελληνική γλώσσα. Άρνηση του εντυπωσιασμού και της κενής επίδειξης.

Στο ρεπερτόριο του Αβδελιώδη κυριαρχούν οι άγιοί του: Ο Διονύσιος Σολωμός, ο Γεώργιος Βιζυηνός και κατ’ εξοχήν ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Πρόκειται για μια πρόζα που, αρχίζοντας από την «Γυναικα της Ζάκυνθος»  και προχωρώντας στο «Μόνον της ζωής μου ταξείδιον»  ως φόρμα και ουσία που  πίσω από το προσωπείο της πρόζας είναι μια υπόγεια δραματική ποίηση. Ποίηση δραματική που καλεί τον ερμηνευτή να την ανεβάσει στην σκηνή. Ίσως στο «Μοιρολόγι της φώκιας» του Σκιαθίτη να είναι το πιο θεατρικό, μουσικό  και ίσως και  το πιο κινηματογραφικό έργο από όσα ανέβασε ο Αβδελιώδης γιατί αποτελείται από μια διαδοχή από σημαίνουσες εικόνες που κορυφώνονται με ένα τον αδιανόητο   λιγόλογο θρήνο της φώκιας για την αδικοχαμένη Ακριβούλα την οποία θα καταβροχθίσει αφού οι θρήνοι της γιαγιάς της για τα «γεννοβόλια τα παλιά» δεν την άφησαν να νοιαστεί για την ασφάλεια της εγγονής της. Το διήγημα αυτό του Παπαδιαμάντη είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό για τον μεταφυσικό και συμβολικό ακραίο ρεαλισμό του. Που όσο πιο ακριβής είναι -αφού ξεκινά κα μένει πιστός σε πραγματικά γεγονότα – τόσο γίνεται ταυτόχρονα και οικουμενικό υπερ-ρεαλιστικό σύμβολο. Το ίδιο ισχύει και για άλλα του έργα που ενώ μιλούν για ένα πραγματικό πρόσωπο και συμβάν απογειώνονται σε σύμβολα: Πρόκειται για τον ήρωα του διηγήματος «Ο Νεκρός ταξιδιώτης»- όπου η θάλασσα  σέβεται και φέρνει πίσω στο σπίτι του ένα νεκρό ψαρά,στον οποίο όμως θα ασεβήσουν οι τοπικές αρχές που θα εππιμείνουν να τον υποβάλουν σε μια άχρηστη νεκροψία.

Πραγματικά γεγονότα αποτελούν τον πυρήνα και άλλων διηγημάτων του. Ο Αβδελιώσης διάλεξε για να τα θεατροποιήσει και τα διηγήματα  «Όνειρο στο κύμα» και «Έρως ήρως» αναδεικνύουν αυτόν που απλουστευτικά αποκλήθηκε «κοσμοκαλόγερος» ως  υπαινικτικά αλλά βαθιά  ερωτικό συγγραφέα. Συγγραφέα δραματικό, αφού και στα δύο αυτά διηγήματα  –και σε άλλα- δραματοποιούνται η επιθυμία και οι ψυχικές συγκρούσεις των ηρώων του και οι δύσκολες επιλογές που  πρέπει να κάνουν με τρόπο που το συμβάν να μεταμορφώνεται σε σύμβολο.  Εδώ ο Παπαδιαμάντης συναντά ίσως τον Καλντερόν ο οποίος στο «Η ζωή είναι όνειρο» καταλήγει στο ότι ο άνθρωπος κάνει τις σωστές και δύσκολες επιλογές ακόμα και μέσα στο όνειρό του.

Η θάλασσα είναι πραγματικότητα, κάποτε σκληρή, αλλά ταυτόχρονα και προσωπικό και οικουμενικό σύμβολο, στον Παπαδιαμάντη, αλλά και στο έργο των τραγικών -φερ’ ειπείν  στον «Φιλοκτήτη» του Σοφοκλή, στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη και κατ΄ εξοχήν στους «Πέρσες»   του Αισχύλου που έχει επίσης ερμηνεύσει σκηνικά ως ορατόριο-  ο Αβδελιώδης. Πιστεύω γι αυτό την ερμηνεύει σκηνικά  ταυτόχρονα σαν πραγματική εικόνα του κόσμου και ως σύμβολο της ψυχής. Αυτή η διπλή διάσταση της θάλασσας που αναδεικνύει στα κείμενα που εμπνέουν την δραματουργία του μας κάνει να επιστρέψουμε στην νησιωτική φυσική και πνευματική του ρίζα, θεμέλιο για το αυτόνομο άνοιγμά του  στην ελληνική πολιτισμική διαχρονία και στο οικουμενικό μήνυμά της.

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις  θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.