Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Μια σπουδαία, μοναδική μορφή της αγωνιζόμενης Κύπρου, ένα πολιτιστικό και πολιτικό σύμβολο και έκφραση του ελληνισμού της, ο Βάσος Πτωχόπουλος έφυγε από κοντά μας, μετά από μακρά πάλη με την αρρώστια.
Αρκετοί τον είπαν «εθνικιστή». ‘Εφτασαν μάλιστα, για το λόγο αυτό, να του ζητήσουν να αλλάξει τον διάκοσμο της ταβέρνας «Αιγαίο», του πιο χαρακτηριστικού «μνημείου» της Λευκωσίας, μερικά μέτρα από την Πράσινη Γραμμή, μαζί με το βιβλιοπωλείο του δίπλα, ώστε να μην ενοχληθούν οι ηγέτες της ΕΕ σε ένα επίσημο δείπνο που είχε προγραμματιστεί εκεί, απομακρύνοντας την ελληνική σημαία. Φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να δεχτεί ο Βάσος την απομάκρυνση της σημαίας. Προτιμήθηκε να μαζέψουν την Ε.Ε. σε ένα εστιατόριο από αυτά που μπορεί να βρει κανείς σε όλο την υφήλιο. Η Κύπρος περιορίστηκε στη νοστιμιά των εδεσμάτων της.
‘Οσοι τον κατηγορούσαν για «εθνικισμό» έκαναν σύγχυση εθνικισμού και εθνισμού. Αλλά χωρίς την υπεράσπιση των νομίμων δικαιωμάτων των εθνών, και μόνο αυτών, η ίδια η δημοκρατία χάνει την υπόστασή της, μεταβάλλεται σε υποταγή στην παγκοσμιοποίηση του Νταβός, Αυτοκρατορία του μεγάλου παγκόσμιου Κεφαλαίου και είδος Προκρούστη των εθνών όπως και όλων των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων.
Και όσοι από αυτούς δηλώνουν αριστεροί, θέλουν να ξεχνάνε ότι η Κομμούνα του Παρισιού και όλες οι μεγάλες επαναστάσεις του 20ού αιώνα είχαν, δίπλα στο κοινωνικό και ένα ισχυρότατο εθνικό στοιχείο, αντανάκλαση της όλο και μεγαλύτερης ανάγκης η Δημοκρατία και η Ισότητα να γίνει μπορετό να εφαρμοστούν όχι μόνο σε ένα εθνικό πλαίσιο, αλλά σε ένα παγκόσμιο.
Ο Βάσος δεν ήταν «εθνικιστής» και για έναν άλλο λόγο. Γιατί ένα έθνος μπορεί να κάνει μια πρόοδο στο εσωτερικό του, ασφαλώς όμως δεν μπορεί να αποκτήσει ανεξαρτησία από το παγκόσμιο γίγνεσθαι. Η μοίρα των εθνών είναι συνυφασμένη περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εποχή. Και γι’ αυτό μόνο έχοντας διεθνείς και παγκόσμιους ορίζοντες, μπορεί να είναι κανείς αποτελεσματικός στην υπεράσπιση του έθνους του. Η υπεράσπιση του εθνισμού, αν θέλει να είναι αποτελεσματική, συναντάται εδώ με τον διεθνισμό.
Οι περισσότεροι Κύπριοι έχουν περιορίσει τα ενδιαφέροντά τους στο να βγάλουν λεφτά και να αντιμετωπίσουν τον τουρκικό κίνδυνο, αδιαφορώντας για το τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο και παρόλο που ο Μακάριος και ο Λυσσαρίδης τους δίδαξαν ότι, ένα μικρό κράτος, για να αντιμετωπίσει πολύ υπέρτερη δύναμη, πρέπει να γίνει με κάποιο τρόπο σημαντική διεθνής δύναμη το ίδιο – και υπήρξε διεθνής δύναμη η Κύπρος του Μακαρίου. Απέφυγαν να εκχωρήσουν ντε γιούρε το νησί στους ξένους επικυρίαρχους το 2004 (σχέδιο Ανάν), αλλά το έχουν ντε φάκτο εκχωρήσει στο Ισραήλ, του παρέδωσαν τα «κλειδιά στο χέρι», χωρίς να καταλαβαίνουν ότι ο δρόμος που άνοιξαν μπορεί να οδηγήσει είτε σε πόλεμο στην Κύπρο Τουρκίας και Ισραήλ, με καταστροφικές συνέπειες για τους Κυπρίους, είτε σε μια «Εβραϊκή Κύπρο». Πολλοί Κύπριοι την είχαν ξαναπατήσει έτσι επί Φραγκοκρατίας, νομίζοντας ότι θα έρθουν οι Οθωμανοί και θα είναι καλύτεροι αφεντάδες.
Ο Βάσος Πτωχόπουλος ήταν από τους λίγους Κυπρίους που γνώρισα που είχαν μια αίσθηση του περιβάλλοντος κόσμου, των παγκόσμιων πνευματικών κινήσεων, ενώ διατηρούσε μέχρι το τέλος την επαφή με τους νέους. Η ταβέρνα το Αιγαίο και το διπλανό βιβλιοπωλείο του έγιναν το κέντρο των κάπως ανεξάρτητων διανοουμένων του νησιού, τουλάχιστον όσων δεν πάσχιζαν να αποβάλλουν τον εθνισμό τους.
Αυτοδιάθεση και ‘Ενωση
Το κέντρο της πολιτικής του αντίληψής ήταν δύο λέξεις: αυτοδιάθεση – ένωση. Το κυπριακό κράτος δεν χαρίστηκε στους Κυπρίους από τη Βρετανία με τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, όπως ισχυρίζεται η αγγλόπληκτη ελίτ του. Κερδήθηκε από τους Κύπριους με την επανάσταση της ΕΟΚΑ, το 1955 – 59, μια επανάσταση που κέρδισε τον παγκόσμιο θαυμασμό.
Το αίτημα της αυτοδιάθεσης ακρωτηριάστηκε πρώτον από την αποδοχή από τον Μακάριο της δημιουργίας ανεξαρτήτου κράτους, αντί της Ένωσης που διεκδικούσε η μεγάλη πλειοψηφία των Κυπρίων (η Κύπρος είναι ένα ελληνικό νησί, είχε πει ο σπουδαίος Τούρκος ποιητής και κομμουνιστής Ναζίμ Χικμέτ, προτρέποντας τους ομοεθνείς τους να στηρίξουν και όχι να αντιταχθούν στον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο των Ελληνοκυπρίων). Αυτή η ‘Ενωση θα όφειλε ασφαλώς να διασφαλίσει και με το παραπάνω τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων.
Αλλά και το ανεξάρτητο κράτος που τελικά δημιουργήθηκε με τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, παρείχε τόσο υπερβολικές εξουσίες στη μειονότητα, ώστε καταργούσε τον χαρακτήρα του ως ανεξάρτητου, κυρίαρχου και δημοκρατικού Ο ίδιος ο Ηλίας Ηλιού ονόμασε αυτές τις συμφωνίες Ανταλκίδειο Ειρήνη. Αποδίδοντας υπερβολικές εξουσίες στη μειονότητα, οι συμφωνίες, αριστοτεχνική εφαρμογή της αρχής «Διαίρει και Βασίλευε»,
διαιώνιζαν την ένταση μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, καθιστούσαν το κράτος ακυβέρνητο και έσπρωχναν τους Τούρκους στην αγκαλιά της ‘Αγκυρας και του Λονδίνου, τους Ελληνοκύπριους σε αναζήτηση επίσης διεθνών συμμάχων. Το ιδρυθέν κράτος ήταν υπονομευμένο από την αρχή.
Ο Μακάριος υπέγραψε αυτές τις συμφωνίες λόγω των πιέσεων και των απειλών της αμερικανοκρατούμενης Αθήνας των Καραμανλή και Αβέρωφ, όπως και των Αγγλοαμερικανών. ‘Ισως ήλπιζε ότι η Κύπρος θα γνώριζε την μοίρα της Κρήτης, που ενώθηκε με την Ελλάδα μετά από μία περίοδο ανεξαρτησίας.
Ο Μακάριος ηγήθηκε ενός επαναστατικού κινήματος, αλλά δεν ήταν ασφαλώς ούτε Κάστρο, ούτε Τσε Γκεβάρα, να τραβήξει την επανάστασή του ως το τέλος. ‘Αλλωστε μια επανάσταση που είχε ξεκινήσει με σύνθημα την αυτοδιάθεση και ένωση με την Ελλάδα δεν μπορούσε να αγνοήσει τη στάση της Αθήνας.
Θα μπορούσε ασφαλώς να μην υπογράψει τη Ζυρίχη και το Λονδίνο και να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα, αν και η αμερικανική ουσιαστική κατοχή της Ελλάδας μετά τον εμφύλιο θα ήταν ίσως το μεγαλύτερο εμπόδιο. Τις υπέγραψε όμως υπό την ασφυκτική πίεση της ολοκληρωτικά αμερικανοκρατούμενης Αθήνας, του Καραμανλή και ιδίως του Αβέρωφ που απείλησε με φοβερές συνέπειες τους Κυπρίους. «Νενικήκαμεν» διακήρυξε προς τους συγκεντρωμένους κατά την επιστροφή του στο νησί, όταν όμως κάποιος τον πλησίασε και τον ρώτησε πως νενικήκαμεν, του απάντησε «Ο Αγών συνεχίζεται».
Αργότερα το σύνθημα της ‘Ενωσης που σαμπόταραν τόσο επιτυχώς οι Αμερικανοί, μέσω των κυβερνώντων στην Αθήνα, έγινε το μεγάλο όπλο τους, και πίσω από αυτούς πιθανότατα των Ισραηλινών, που είχαν ανέκαθεν βλέψεις στην Κύπρο, για να ανατρέψουν τον Μακάριο και να υπονομεύσουν την Κυπριακή Δημοκρατία. Η παράταξη των λεγόμενων Ενωτικών, που συγκέντρωσε ασφαλώς πολύ μεγάλο αριθμό γνησίων πατριωτών (όπως και ορισμένους που θεώρησαν ότι η ύψιστη εκδήλωση πατριωτισμού ήταν η σφαγή Τουρκοκυπρίων αμάχων), ήταν δυστυχώς «τηλεκατευθυνόμενη» στην κορυφή της από το Gladio, όπως και ο Ντενκτάς. Μπερδεύοντας το εφικτό με το επιθυμητό (που μάλιστα ποτέ δεν ενστερνίστηκε η ίδια η επίσημη Ελλάδα ανοιχτά), συνέβαλαν στο να έρθει τελικά, με την αποφασιστική συνδρομή της Χούντας, η Τουρκία στην Κύπρο. Και αν δεν γλύτωναν από τις δολοφονικές απόπειρες ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο Βάσος Λυσσαρίδης, η Κυπριακή Δημοκρατία θα είχε ήδη καταλυθεί από το 1974.
Επιμένοντας στο θέμα της αυτοδιάθεσης, ο Πτωχόπουλος υπερασπιζόταν ουσιαστικά τις βάσεις ενός κυρίαρχου, δημοκρατικού και ανεξάρτητου κράτους, που δεν τόλμησε να υπερασπιστεί αποφασιστικά ούτε η κυπριακή, ούτε η ελλαδική ηγεσία. Ακόμα και όταν ο Τάσος Παπαδόπουλος είπε το πολύ μεγάλο και σημαντικό ‘Όχι του, η Κύπρος δεν τόλμησε να επικρίνει το σχέδιο Ανάν για αυτό που πραγματικά ήταν, ο μετασχηματισμός δηλαδή του νησιού σε ένα «μεταμοντέρνο προτεκτοράτο» υπό τον έλεγχο των Δυτικών και του Ισραήλ με μεγάλα προνόμια στην Τουρκία. Ακόμα και σήμερα, οι Κύπριοι πολιτικοί προσπαθούν να βρουν «λύση» του κυπριακού στην αυτοκατάργηση του κράτους τους, μέσω μιας παραλλαγής του σχεδίου Ανάν και της αντιδημοκρατικής και απαράδεκτης μεθοδολογίας των «πενταμερών»
Υπερασπιζόμενος την ‘Ένωση, ο Πτωχόπουλος δεν εννοούσε ασφαλώς έναν άμεσο πολιτικό στόχο. Υπερασπιζόταν την κληρονομιά της μεγάλης εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης του 1955 – 59, εξ αιτίας της οποίας οι Κύπριοι διαθέτουν σήμερα ότι διαθέτουν. Υπερασπιζόταν την ίδια την ίδια τη βάση συγκρότησης, το θεμέλιο του κυπριακού κράτους, δηλαδή το δικαίωμα και του ελληνικού έθνους (περιλαμβανομένου του τμήματός του στην Κύπρο) στην αυτοδιάθεση. Υπερασπιζόταν τον ίδιο τον εθνισμό των Ελληνοκυπρίων, «καταπληκτικής πλειοψηφίας» των Κυπρίων σύμφωνα με παλαιότερη ορολογία και του ίδιου του ΑΚΕΛ.
Διατηρώντας έστω ως μακρινή προοπτική, όραμα, ζωντανή την ‘Ενωση, ο Βάσος αναγνώριζε επίσης τη μεγάλη δυσκολία επιβίωσης ενός μικρού κράτους σε ένα από τα πιο στρατηγικά σημεία του πλανήτη, υποκείμενου αναπόφευκτα σε πανίσχυρους γεωπολιτικούς ανέμους. Δεν θέλω τώρα να συζητήσω τις πιθανότητες πραγμάτωσης του ονείρου του και υπό ποίες συνθήκες θα ήταν εφικτό. Γεγονός είναι ότι, αν η Ελλάδα αποφύγει την προοπτική μιας «Ελλάδας χωρίς ‘Ελληνες» και η Κύπρος την προοπτική μιας «Εβραϊκής Κύπρου», μόνο η όσο πιο στενή σύνδεση των δύο κρατών, αν όχι η ‘Ενωσή τους, αποτελεί μακροχρόνια την μόνη εγγύηση επιβίωσής τους. Και βεβαίως δεν εννοούμε την παρά φύσιν, καταστροφική δήθεν «συμμαχία» Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, δηλαδή την απορρόφηση των δύο κρατών από το «Μεγάλο Ισραήλ».
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σκεπάζει αυτόν τον σπουδαίο ‘Ελληνα!
Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.






