Η νέα Ριβιέρα

του Καθηγητή Νίκου Μαρκάτου

Ξαφνικά, ένα πρωί, ξυπνήσαμε και πληροφορηθήκαμε ότι δεν μένουμε πια στα νότια προάστια της Αθήνας. Όχι. Μένουμε στην «Αθηναϊκή Ριβιέρα».

Το Παλαιό Φάληρο, η Γλυφάδα, η Βούλα, η Βουλιαγμένη και το Ελληνικό έπαψαν να είναι τόποι με ιστορία, μνήμες, γειτονιές, παραλίες και κατοίκους. Μετατράπηκαν σε επενδυτικό αφήγημα. Απέκτησαν λογότυπο, αγγλική ονομασία και, φυσικά, νέα τιμή ανά τετραγωνικό.

Διότι στην Ελλάδα τίποτε δεν θεωρείται αρκετά όμορφο, αν δεν μεταφραστεί πρώτα στα αγγλικά. Η θάλασσα γίνεται waterfront. Η παραλία beach destination. Το διαμέρισμα residence. Η πολυκατοικία luxury living. Και το παλιό οικόπεδο με τα αγριόχορτα, που μέχρι χθες ήταν απλώς ένα οικόπεδο με αγριόχορτα, αναβαθμίζεται σε premium investment opportunity.

Μόλις προστεθεί και η λέξη Riviera, η τιμή διπλασιάζεται, ακόμη κι αν το μπαλκόνι βλέπει στον ακάλυπτο.

Το αστείο είναι ότι η αθηναϊκή ακτογραμμή είναι πράγματι πανέμορφη. Σε πολλά σημεία δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τη Γαλλική Ριβιέρα. Έχει καλύτερο κλίμα, περισσότερο φως, εξαιρετικό ορίζοντα, θαλάσσια αύρα, ηλιοβασιλέματα που δεν χρειάζονται φίλτρα και μια σπάνια συνύπαρξη πόλης και θάλασσας.

Ίσως μάλιστα να είναι και ομορφότερη.

Αλλά εμείς, αντί να πούμε με περηφάνια «η αθηναϊκή ακτή», αισθανόμαστε την ανάγκη να τη βαφτίσουμε με ξένο όνομα. Η λέξη «ακτή» ακούγεται πολύ απλή, πολύ λαϊκή, ίσως και επικίνδυνα δημόσια. Η λέξη «Ριβιέρα», αντιθέτως, μυρίζει γιοτ, σαμπάνια, ξαπλώστρα των 80 ευρώ και μεσιτικό γραφείο.

Δεν είναι, λοιπόν, μια αθώα ονομασία. Είναι τιμοκατάλογος.

Η «Αθηναϊκή Ριβιέρα» δεν περιγράφει απλώς έναν τόπο. Τον επανατιμολογεί. Του αλλάζει κοινωνική χρήση. Τον μετατρέπει από κοινό αγαθό σε επενδυτικό προϊόν.

Και εδώ αρχίζει το λιγότερο αστείο μέρος της ιστορίας.

Η θάλασσα, που θα έπρεπε να ανήκει σε όλους, τεμαχίζεται σε οργανωμένες παραλίες, μαρίνες, ιδιωτικές εγκαταστάσεις, πολυτελή συγκροτήματα και ζώνες αποκλειστικής κατανάλωσης. Η ελεύθερη πρόσβαση περιορίζεται. Τα ελεύθερα σημεία λιγοστεύουν. Η ακτογραμμή γεμίζει φράχτες, εισιτήρια, μπάρες και «experiences».

Ο πολίτης μετατρέπεται σε πελάτη στον ίδιο του τον τόπο.

Και φυσικά όλα αυτά γίνονται στο όνομα της «ανάπτυξης». Η ανάπτυξη είναι η μεγάλη θαυματουργή λέξη της εποχής μας. Δεν χρειάζεται ποτέ να εξηγηθεί. Αρκεί να ακουστεί.

Δεν μας λένε ποιος αναπτύσσεται και ποιος εκτοπίζεται. Ποιος κερδίζει και ποιος χάνει. Ποιος αγοράζει θέα στη θάλασσα και ποιος χάνει την πρόσβαση σε αυτήν.

Αναπτύσσονται οι τιμές. Αναπτύσσονται τα ενοίκια. Αναπτύσσονται τα κέρδη. Αναπτύσσεται και η απόσταση του μέσου πολίτη από την ακτή.

Η λεγόμενη αναβάθμιση συχνά σημαίνει ότι ένας τόπος γίνεται ωραιότερος για εκείνον που μπορεί να τον αγοράσει και απρόσιτος για εκείνον που ήδη ζούσε εκεί.

Κάπως έτσι γεννιέται και ο νέος κάτοικος της «Ριβιέρας». Δεν πήγε για μπάνιο στη Βούλα. Απόλαυσε coastal lifestyle. Δεν ήπιε καφέ στο Καβούρι. Είχε seaside experience. Δεν αγόρασε ένα υπερτιμημένο διαμέρισμα στο Ελληνικό. Έκανε strategic investment σε παγκόσμιο προορισμό.

Μπορεί να πληρώνει δάνειο για τριάντα χρόνια, αλλά νιώθει σχεδόν Μονεγάσκος.

Η περίπτωση του Ελληνικού είναι το σύμβολο αυτής της νέας αντίληψης. Μια τεράστια δημόσια έκταση, που θα μπορούσε να αποτελέσει μητροπολιτικό πνεύμονα, χώρο πρασίνου, πολιτισμού, αθλητισμού και ελεύθερης πρόσβασης, παρουσιάζεται κυρίως ως πολυτελές επενδυτικό όραμα.

Πύργοι, καζίνο, εμπορικά κέντρα, ακριβές κατοικίες, μαρίνες και μια προσεκτικά σχεδιασμένη εικόνα ευημερίας. Μόνο που η ευημερία αυτή δεν προορίζεται για όλους.

Ο απλός πολίτης θα έχει βέβαια δικαίωμα να περάσει. Να κοιτάξει. Να θαυμάσει. Ίσως και να φωτογραφίσει.

Αρκεί να μην επιμένει να κατοικήσει εκεί.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η ομορφιά ούτε η βελτίωση της περιοχής. Το πρόβλημα είναι ποιος αποφασίζει, ποιος κερδίζει και ποιος αποκλείεται. Δεν είναι κακό να αναπλάθεται μια ακτή. Κακό είναι να αναπλάθεται με τρόπο που μετατρέπει το δημόσιο αγαθό σε ιδιωτικό προνόμιο.

Η Αθήνα δεν χρειάζεται να γίνει Νίκαια, Κάννες ή Μονακό. Δεν χρειάζεται δανεική αίγλη. Έχει τη δική της φυσιογνωμία, τη δική της ιστορία και μια ακτή που αξίζει προστασία, όχι εμπορική μεταμφίεση.

Χρειάζεται περισσότερο πράσινο, ελεύθερες παραλίες, δημόσιους χώρους, καθαρές ακτές, υποδομές για τους κατοίκους και όχι μόνο βιτρίνες για επενδυτές.

Γιατί στο τέλος υπάρχει κίνδυνος να αποκτήσουμε μια θαυμάσια «Ριβιέρα» και να χάσουμε τη θάλασσα.

Να έχουμε μαρίνες χωρίς ψαράδες, παραλίες χωρίς ελεύθερους λουόμενους, κατοικίες χωρίς μόνιμους κατοίκους και εστιατόρια όπου ο μέσος Αθηναίος θα μπορεί να μπει μόνο για να ζητήσει τον κατάλογο και να φύγει.

Αλλά θα έχουμε πετύχει το σημαντικότερο: θα έχουμε ένα διεθνές brand.

Και όπως γνωρίζει κάθε σοβαρός νεόπλουτος, δεν έχει σημασία αν κάτι είναι πραγματικά καλύτερο.

Αρκεί να είναι ακριβότερο και να λέγεται στα αγγλικά.

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.