Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου *
Τη «Χριστιανική» του Νίκου Ψαρουδάκη τη γνώρισα για πρώτη φορά στα τελευταία χρόνια της δικτατορίας, μαθητής μεν του εξατάξιου τότε Γυμνασίου, πολιτικοποιημένος δε και μέλος ήδη μιας πολιτικής οργάνωσης. Η πνευματική ατμόσφαιρα της εποχής μετά το 1971 θύμιζε ήδη κάπως το γαλλικό Μάη του ’68, και, σιγά – σιγά, άρχιζαν να κυκλοφορούν, σε συνθήκες «ημινομιμότητας», εφημερίδες όπως η «Χριστιανική», ή περιοδικά όπως οι «Νέοι Στόχοι» του αείμνηστου Θύμιου Παπανικολάου, οι «Προσανατολισμοί», το «Ανοιχτό Θέατρο», ο «Σύγχρονος Κινηματογράφος», ο «Ηριδανός» και κάμποσα ακόμα.
Ακόμα και μετά την ανατροπή του Παπαδόπουλου και την έλευση του καθάρματος Ιωαννίδη, όταν η χούντα πήρε την πιο αποτρόπαιη μορφή της, με μαζικές συλλήψεις και σκληρότατα βασανιστήρια, ο αείμνηστος Νίκος Ψαρουδάκης τόλμησε να την αμφισβητήσει με το άρθρο του «Ο τύραννος έπεσε, να πέσει και η τυραννία».
Εκείνη την εποχή τα λόγια μετρούσαν, ήταν βαριά κι ασήκωτα, όχι όπως τώρα που έχουν, τις περισσότερες φορές, μικρότερη αξία από το χαρτί που τα τυπώνει. Η χούντα έκλεισε την εφημερίδα του Ψαρουδάκη και έστειλε τον ίδιο στη Γαύδο μέχρι την πτώση της.
‘Οταν τον Ιούλιο του 1974 η Χούντα κατέρρευσε δημιουργήθηκε ένα πραγματικό “κενό εξουσίας”. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος όφειλε φυσιολογικά να έρθει στα πράγματα, γιατί αυτόν ως Πρωθυπουργό ανέτρεψαν οι αμερικανοκίνητοι πραξικοπηματίες. Αμερικανοί και Γάλλοι έσπευσαν όμως να δράσουν παρασκηνιακά, ιδίως με το εν Ελλάδι κεντρικό εργαλείο ξένης εξάρτησης, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Ευάγγελο Αβέρωφ – Τοσίτσα, ώστε να έρθει ο Καραμανλής. Και με το δίκηο τους. Στις 23 Ιουλίου 1974 επικρατούσε στην Ελλάδα «επαναστατική κατάσταση». Το μόνο που της έλειπε για να εξελιχθεί σε μια νικηφόρα δημοκρατική, ριζοσπαστική επανάσταση όπως αυτή των Γαρυφάλλων στην Πορτογαλλία λίγο νωρίτερα, ήταν το «επαναστατικό κόμμα», η οργάνωση που θα ηγούνταν. ‘Οπως ηγήθηκε στην Πορτογαλλία το Κίνημα των Ενόπλων Δυνάμεων υπό τον Καρβάλιο (αν άλλωστε υπήρχε στην Ελλάδα ένα τέτοιο κίνημα, ίσως κι αν δεν προδιδόταν το κίνημα του Ναυτικού, από τον Ισραηλίτη κλινικάρχη και γαμπρό του Ιωαννίδη, τουλάχιστον κατά τον Μίμη Ανδρουλάκη ) https://www.news247.gr/sthles/to-neo-vivlio-tou-mimi-androulaki-pou-apokaliptei-poios-prodose-to-kinima-tou-naftikou/ , δεν θα μας προέκυπτε η κυπριακή τραγωδία). Πάντως τον Ιούλιο του 1974 οι συνθήκες μιας «επαναστατικής» δημοκρατικής ανατροπής ήταν υπερώριμες, πλην του παράγοντα ηγεσίας και οργάνωσης. Πόσο μάλλον που όσοι φαντάροι είχαν ζήσει το χάος της επιστράτευσης, ήταν έτοιμοι να δράσουν κι αυτοί. Οι δυτικοί, και Αμερικανοί και Ευρωπαίοι, έπρεπε να την αποτρέψουν. Κι αυτό έκαναν στέλνοντας τον Καραμανλή.
Η «αποστολή» του, την οποία και εξετέλεσε με μεγάλη επιτυχία, ήταν να σταθεροποιήσει το καθεστώς, να πραγματοποιήσει μια όσο το δυνατόν «ανώδυνη» για το χουντικό πολιτικό, κρατικό και δικαστικό προσωπικό, αλλά και για τους δεσμούς εξάρτησης από τη Δύση μετάβαση σε μια ελεγχόμενη δημοκρατία και να αποφύγει μια απότομη στροφή προς τα αριστερά, που έγινε τελικά μόνο το 1981 και ήταν πολύ λιγότερο «απότομη». Η «αποστολή» Καραμανλή ήταν να «σταθεροποιήσει» τους δεσμούς με τη Δύση και να αποφύγει έναν καταστροφικό για το ΝΑΤΟ πόλεμο με την Τουρκία. Είναι αλήθεια ότι έβγαλε την Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, αλλά αυτό το έκανε για να ανταποκριθεί στο μένος του ελληνικού λαού κατά των ΗΠΑ για τον ρόλο τους στη δικτατορία και το Κυπριακό. Θυμάμαι την προεκλογική του συγκέντρωση το 1974 στη Θεσσαλονίκη, όταν το ίδιο το πλήθος τον ανάγκασε να προσθέσει από βήματος στην αποχώρηση από το ΝΑΤΟ και τη λέξη οριστική. Το μέτρο άλλωστε δεν ήταν επιβλαβές ούτε για το ΝΑΤΟ, ούτε για την Τουρκία. Η Αθήνα θα μπορούσε να παραμείνει στη Συμμαχία και να την κάνει «μπάχαλο», χρησιμοποιώντας το δικαίωμα του βέτο και απαιτώντας την αποχώρηση της Τουρκίας από την Κύπρο και μέτρα εναντίον της ‘Αγκυρας. ‘Όχι μόνο αυτό δεν έπραξε, αλλά και βοήθησε να αρθεί το εμπάργκο όπλων που της είχαν επιβάλλει οι Αμερικανοί, ενώ ανέστειλε επ’ αόριστον τη δίωξη των χουντικών αξιωματικών που έφεραν την Τουρκία στην Κύπρο, με το επιχείρημα, που ανεγράφη μάλιστα στη σχετική απόφαση της Βουλής, ότι μια τέτοια δίωξη θα έβλαπτε τις σχέσεις της Ελλάδας με συμμαχικές χώρες (αποκαλύπτοντας προφανώς τον ρόλο της CIA και άλλων). Η Αθήνα επέστρεψε αργότερα στο ΝΑΤΟ και μάλιστα με όρους χειρότερους από πριν. Παράλληλα, η ένταξη στην ΕΟΚ αργότερα ήταν επίσης σημαντική, εκτός των άλλων, και για τη σταθεροποίηση του αστικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Με την επανένταξη στο ΝΑΤΟ και την ένταξη στην ΕΟΚ, οι δεσμοί εξάρτησης της χώρας από τη Δύση «ατσαλώθηκαν», προτού παραδοθεί η διακυβέρνησή της στον Ανδρέα Παπανδρέου και υποθέτω ότι ο αείμνηστος ιδρυτής και Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είχε ήδη δεσμευθεί για την διατήρηση της Ελλάδας εντός ΕΟΚ και ΝΑΤΟ προτού και για να έρθει στην εξουσία.
Το μόνο που δεν κατάφερε ο Καραμανλής ήταν να εμποδίσει τον Μακάριο να επιστρέψει στην Κύπρο. Στο νησί επικρατούσε «προεπαναστατική κατάσταση» το 1974 και τα «Νέα» της ΕΔΕΚ του Λυσσαρίδη πουλούσαν 100.000 φύλλα. Και ο «Γιατρός» επέμενε στην επιστροφή του Μακαρίου, ποτέ δεν σκέφτηκε να διεκδικήσει εκείνος τη θέση του, ή να «παρακούσει» ανοιχτά την πολιτική γραμμή του, ακόμα κι όταν διαφωνούσε, μια μετριοπάθεια που του προσήψαν ορισμένοι συνεργάτες του.
Το κρίσιμο διάστημα του καλοκαιριού του 1974, τον Καραμανλή βοήθησαν πάρα πολύ όλες οι συνιστώσες της επίσημης αριστεράς και ιδίως τα δύο ΚΚ. Η όποια αντιπολίτευση προς την κυβέρνηση μιας υποτιθέμενης «εθνικής ενότητας» παρέμενε λουφαγμένη. Το ΚΚΕ περίμενε πρώτα να το νομιμοποιήσει ο Καραμανλής και μόνο μετά άνοιξε γραφεία και εξέδωσε εφημερίδα. Ο Παπανδρέου επέστρεψε αρκετά αργότερα. Οι τροτσκιστές του ΚΔΚΕ αντέδρασαν πολύ γρήγορα και θαρραλέα εκδίδοντας την «Εργατική Πάλη», όπως είχαν κάνει και στην αρχή της δικτατορίας συγκροτώντας την πρώτη και πολύ μαχητική κίνηση δυναμικής αντίστασης, τις ΔΕΑ. Μόνο που όσο θάρρος είχαν τόσο τους έλειπε η πολιτικότητα και περίσσευε ο σεχταρισμός. Η «Εργατική Πάλη» ήταν γραμμένη στη γλώσσα της δεκαετίας του 1930. Μετά από μια αρχική έκρηξη μεγάλου ενδιαφέροντος, αδυνατούσε να εκφράσει τους πόθους ευρύτερων μαζών στη γλώσσα που την καταλάβαιναν και γρήγορα άρχισαν να «ξεφουσκώνουν».
Τη στάση της Αριστεράς συμβόλισε τρόπον τινά εκείνη την περίοδο η φράση του Μίκη Θεοδωράκη «Καραμανλής ή τα τανκς», που συνέβαλε ουκ ολίγον στον εκλογικό θρίαμβο του Καραμανλή και της ελληνικής Δεξιάς. Η δήλωση έγινε μεν από τον Μίκη, στην πραγματικότητα όμως εξέφραζε τις ενδόμυχες σκέψεις της ηγεσίας και των δύο ΚΚ, ηγεσίες με τη νοοτροπία της κατάθλιψης και της διαρκούς βαριάς και διαρκούς ήττας, διαρκώς ηττημένη, κουρασμένη και ματωμένη εξαιτίας και της ποιότητάς της και της πολιτικής που της επέβαλε διαχρονικά η Μόσχα. Ουδέποτε η ηγεσία και των δύο ΚΚ μπόρεσε να ξεπεράσει τον παραλογισμό του να έχει ηγηθεί μιας τεράστιας επανάστασης στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, να έχει πάρει την εξουσία και εν συνεχεία να την παραδώσει αμαχητί, καθιστώντας δυνατό έναν φοβερό εμφύλιο.
Το μεγαλύτερο όνειρο της ηγεσίας της όποιας «επίσημης» αριστεράς εκείνη την εποχή ήταν η «ομαλοποίηση». Να σταματήσουν επιτέλους οι διωγμοί δεκαετιών και να ανοίξει η εποχή της μακράς νομίμου υπάρξεως. Υπήρξαν κάποιες αριστερές δυνάμεις που ενεργοποιήθηκαν όπως αίφνης η κίνηση των 400 που δεν κατάφερε όμως κι αυτή να παράγει αποτέλεσμα. Τελικά οι μηχανισμοί επικράτησαν στην Αριστερά, ενώ το μεγάλο όγκο του μεταπολιτευτικού ριζοσπαστισμού τον εισέπραξε τελικά το ΠΑΣΟΚ.
Ο κίνδυνος μιας αντεπίθεσης των χουντικών ήταν υπαρκτός, αν και περιορισμένος. Στις πολιτικές συνθήκες που είχαν προκύψει από την προδοσία της Κύπρου και τη χρεωκοπία της Χούντας, μια προσπάθεια επανόδου τους θα προκαλούσε ασφαλώς μια κανονική επανάσταση και θα έφερνε στην εξουσία ένα πολύ πιο ριζοσπαστικό καθεστώς από αυτό του Καραμανλή. ‘Ηταν απλώς αδύνατο στις πολιτικές συνθήκες του ’74 και των επόμενων χρόνων να σταθεί δικτατορικό καθεστώς στην Ελλάδα και αυτό ασφαλώς το γνώριζαν στην Ουάσιγκτων. Γι’ αυτό και ήταν λάθος η αρχική εκτίμηση του Ανδρέα περί του Καραμανλή ως γέφυρας με τη Χούντα. Αυτό μπορεί να ήταν επιθυμία και σχεδιασμός, αλλά ήταν ουτοπική ως επιδίωξη.
Βεβαίως η επιβίωση σε μεγάλο βαθμό της Χούντας μέσα στο κράτος, την πολιτική, τη δικαιοσύνη, ο κίβδηλος χαρακτήρας της αποχουντοποίησης βάρυνε καταθλιπτικά και βαρύνει ακόμα όλες τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις που ακολούθησαν.
Τρεις άνθρωποι έπαιξαν εκείνη την περίοδο, του Ιουλίου και Αυγούστου 1974 τον πιο κρίσιμο ρόλο στην αποκρυστάλλωση της εθνικής δημοκρατικής συνείδησης του ελληνικού λαού. Τον έπαιξαν χάρι στην ακεραιότητα, το θάρρος και την ευθυκρισία τους, τολμώντας να αμφισβητήσουν και τις «γεφυροποιές» (με τη χούντα) διαθέσεις της κυβέρνησης της δήθεν «εθνικής ενότητας» και την «αφωνία» και το φόβο των παραδοσιακών αριστερών. Ήταν οι Λούης Δάνος, ο Μάριος Πλωρίτης και ο Νίκος Ψαρουδάκης.
Παρόλο που δεν ανταμείφθηκαν πολιτικά ή εκλογικά, οι τρεις αυτές προσωπικότητες και με όσα έγραψαν και με την ακεραιότητα και το θάρρος τους που έλαμπαν, ανέβασαν τον πήχυ των απαιτήσεων του ελληνικού λαού, διατύπωσαν και αποκρυστάλλωσαν τις πρώτες δημοκρατικές διεκδικήσεις, δυσκολεύοντας την προσπάθεια «ομαλοποίησης» και «κατευνασμού» των αντιχουντικών διαθέσεων από την κυβερνώσα Δεξιά και ανάγκασαν και τις διάφορες οργανώσεις και κόμματα να γίνουν πιο μαχητικές στη στάση τους.
Ο Ψαρουδάκης και η εφημερίδα του συνέχισαν και αργότερα την πάλη τους, ο δε Ψαρουδάκης στηλίτευσε ότι χαρακτήρισε ως «έγκλημα του Αρείου Πάγου», δηλαδή τη νομική κατασκευή του «στιγμιαίου εγκλήματος» που επέτρεψε να αμνηστευθούν σχεδόν όλοι οι συνεργάτες της δικτατορίας πλην των πρωτεργατών της. Το πρόβλημα της δικαιοσύνης δεν είναι μόνο τωρινό στην Ελλάδα, συνοδεύει το νεοελληνικό κράτος από τη σύστασή του.
Οι δικαστές τον καταδίκασαν κι αυτός αρνήθηκε να εξαγοράσει την ποινή του και προτίμησε να πάει φυλακή.
Η παρακαταθήκη των ιδεών και το παράδειγμα της στάσης του Ψαρουδάκη επιτρέπει ακόμα και σήμερα στην εφημερίδα που εκείνος ίδρυσε να παραμένει ένα προπύργιο κριτικής σκέψης σε μια περίοδο καθολικής πτώσης και αποσύνθεσης του πολιτισμού και της δημοκρατικής ιδεολογίας των Ελλήνων, και μάλιστα ανεξάρτητα του αν κάποιος έχει και ποιά θρησκευτική πίστη έχει, κάτι που δεν είναι μικρό κατόρθωμα. Αξίζει την αμέριστη στήριξή μας.
(*) Χαιρετισμός στην εκδήλωση υποστήριξης της «Χριστιανικής», 28-5-2026






