Το γεγονός Καποδίστριας: Μήπως διότι μας λείπει σήμερα;

Αφιερωμένο στον Τάσο Λιγνάδη

Του Γιάγκου Ανδρεάδη

«Καποδίστριας». Μια ταινία που ενθουσιάζει, κατακεραυνώνεται, διχάζει. Εκατοντάδες ήδη χιλιάδες θεατών έχουν συρρεύσει στις αίθουσες που την προβάλλουν και όχι λίγοι από αυτούς έχουν χειροκροτήσει ή και δακρύσει. Σημαντικός ωστόσο αριθμός κινηματογραφικών κριτικών, αλλά και ιστορικών και άλλων επιστημόνων και άλλων ακόμη προσώπων έχουν διατυπώσει αρνητικές κριτικές για διάφορες πτυχές της ταινίας που αμφισβητούν την σχέση της με την Ιστορία ή/και την καλλιτεχνική της αξία και κάποτε, σε ένα δεύτερο αλλά σημαντικό πλάνο, την αξία του ίδιου του Καποδίστρια που την ενέπνευσε.  Υλοποιημένη σε μια περίοδο όπου σε παγκόσμιο και σε τοπικό επίπεδο τα πολιτικά αναστήματα έχουν χαμηλώσει και το ουσιώδες παραμένει ζητούμενο,  η ταινία με την επιτυχία της, καθώς και με την  ένταση και τις προεκτάσεις του  διαλόγου που προκάλεσε, προσφέρει κίνητρο για προβληματισμό.

Τι ταινία όμως είναι ο «Καποδίστριας»; Το «απλό» ερώτημα που απευθύνουμε προς κάποιον που εκτιμούμε την κρίση του, προκειμένου να δούμε ή να μην δούμε μια ταινία, δεν είναι οι πολιτικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις των δημιουργών της, είτε η φήμη των συντελεστών, αλλά το αν πρόκειται όχι για μια καλή ταινία. Ξεκινώ λοιπόν από αυτή την αφετηρία, που δεν αποκλείει διευκρινήσεις και επί μέρους διαφοροποιήσεις, για να μιλήσω για μια ταινία που την παρακολούθησα με ενδιαφέρον αλλά όχι ως εκ προοιμίου ευνοϊκός ή αρνητικός θεατής και διατυπώνω αξιωματικά, ως άποψη δηλαδή προς επαλήθευση και συζήτηση την γνώμη μου:  Η ταινία  «Καποδίστριας» είναι μια πάνω από πενήντα τα εκατό επιτυχημένη ταινία αφιερωμένη σε ένα σπουδαίο πρόσωπο.

Ποιος ήταν ο Καποδίστριας; Κερκυραίος γόνος αριστοκρατικής οικογενείας με μικρούς πόρους, οργανώνει την άμυνα της ιδιαίτερης πατρίδας του απέναντι στην απειλή εισβολής από τον Αλή Πασά και καταλήγει στην Ρωσία. Ανεβαίνοντας με την αξία του τα σκαλιά της ιεραρχίας έχει ήδη σημαντικό ρόλο στην εποχή του πολέμου κατά του εισβολέα Ναπολέοντα και φτάνει στην συνέχεια σε υψηλά διπλωματικά αξιώματα που θα του δώσουν την ευκαιρία να παίξει αποφασιστικό ρόλο στην περίοδο της ανάδυσης της Ιεράς Συμμαχίας και να αναδειχθεί κορυφαία μορφή της διεθνούς διπλωματίας, ανάλογη και αντίπαλη με τον Μέτερνιχ. Κρίνει άκαιρη την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες (24/2ου/1821), αλλά από την στιγμή που αυτή εκδηλώνεται σε ακατάλληλη γεωπολιτικά στιγμή, προσπαθεί να κατευνάσει την απέναντι των Ελλήνων εχθρότητα των Δυνάμεων και από την άλλη να αξιοποιήσει το ενδεχόμενο ρωσοτουρκικής σύγκρουσης. Εκλεγμένος το 1827 από την συνέλευση της Τροιζήνας Κυβερνήτης, φτάνει στην καθημαγμένη και καταστραμμένη Ελλάδα αντιμετωπίζοντας από την πρώτη στιγμή την εχθρότητα της Αγγλίας, η οποία στην συνέχεια θα παρασύρει και την Γαλλία. Η πολιτική του που συνιστά την πρώτη οργανωμένη προσπάθεια δημιουργίας ενός  έννομου και ανεξάρτητου κράτους (συνεισφέροντας εξ ιδίων, δημιουργώντας σχολεία και νοσοκομεία, πατάσσοντας την πειρατεία και την ληστεία κ.α.) επιτυγχάνει την μεγάλη στήριξή του λαού και από την άλλη προκαλεί την ανελέητη εχθρότητα των Άγγλων που δολοπλοκούν συνεχώς εναντίον του  και ενορχηστρώνουν την αντιπολίτευση των τσιφλικάδων και άλλων και τις κινήσεις που καταλήγουν στην δολοφονία του. Ο άνθρωπος που κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή διπλωματία και που με την νίκη στην μάχη της Πέτρας το 1829 ολοκληρώνει νικηφόρα την επανάσταση του 21 προσβλέποντας και στην ελευθερία του ελληνισμού πέρα από τα σύνορα, πεθαίνει σε ένα δρομάκι  του Ναυπλίου φρουρούμενος μόνον από ένα μονόχειρα που πυροβόλησε τον ένα από τους δολοφόνους.  Η άνθρωπος αυτός, που η ηθική του ακεραιότητα και το διεθνές του κύρος τονίζεται και από πολλούς που του άσκησαν κριτική,  κατηγορήθηκε από κάποιους ως όργανο της ολιγαρχίας, τύραννος και πράκτωρ των Ρώσων είτε από άλλους «θαυμαστές» του, που αγνόησαν τις πολιτικές του υποθήκες, ταριχεύθηκε στο κενοτάφιο των ανούσιων επετείων.

Μιλώ συνοπτικά για την ζωή και το έργο του Καποδίστρια, διότι κάποιες από αρνητικές κριτικές για την ταινία, περισσότερο ίσως εκ μέρους αυτών που αρνήθηκαν να την δουν, οφείλονται και στην – αριστερής σε ένα βαθμό καταγωγής- απαξίωση του κεντρικού της προσώπου. Όπως θύμισε ο Γιώργος Σκλαβούνος στο βιβλίο του για τον Καποδίστρια, ο ιστορικός και διευθυντής του «Ριζοσπάστη» Γιάννης Κορδάτος κατηγόρησε τον Κυβερνήτη ως τύραννο. Επηρεασμένος από αυτόν ο Άρης Βελουχιώτης στον πατριωτικό λόγο του στην Λαμία τον Οκτώβρη του 1944 ατύχησε αποκαλώντας αυτόν που ήταν θύμα των Άγγλων (όπως και η χώρα μας το 1944)  «πρώτο καταστροφέα της Ελλάδας». Η απαξιωτική αυτή στάση επιβιώνει ευρύτερα και μεταξύ «προοδευτικών» που αντιπαθούν  κάθε μη «αποδομητικό» λόγο.   Άλλες ωστόσο ιστορικού χαρακτήρα σοβαρότερες κριτικές, αν και επαναλαμβάνουν τα περί ανιστορικότητας της ταινίας και «αγιογραφίας» του Καποδίστρια,  καταφάσκουν το πρόσωπο του Κυβερνήτη, αναγνωρίζοντας τόσο το διεθνές του ανάστημα όσο και το έργο του που θεμελίωσε μέσα σε άκρως δυσμενείς συνθήκες το πρώτο μετά την Επανάσταση ελληνικό κράτος.

Η ταινία υπογραμμίζει εύστοχα τα κεντρικά σημεία που αναδεικνύουν το ανάστημά του Κ– έστω και κάποτε καταφεύγει σε απλουστεύσεις και σχηματοποιήσεις και σε μυθοπλαστικές ελευθερίες, συνήθεις ωστόσο και σε ιστορικά έργα όπως ο «Ιβάν ο Τρομέρός» του Άιζενστάιν  είτε ο «Αλέξανδρος» του Όλιβερ Στόουν. Κερδίζει τον θεατή,  διότι σε ένα γενικό πλάνο εκπέμπει το μήνυμα ότι δικαιούμαστε να αγαπούμε και να διδασκόμαστε από πρόσωπα και γεγονότα που μας χάρισαν την ελευθερία, και να μην ξεχνάμε την εξάρτηση και την διχόνοια  που  μας δηλητηρίασαν. Βασική αιτία που το πετυχαίνει, είναι ότι ο σκηνοθέτης πίστεψε στον κεντρικό ήρωα του, κάτι του οποίου η έλλειψη υπέσκαψε δυστυχώς κάποιες άλλες σοβαρές προσπάθειες για ιστορικές ταινίες με ελληνικό θέμα από σημαντικούς σκηνοθέτες μας, οι οποίοι  κάπου σαν να ντρεπόταν για τον ήρωα την ζωή του οποίου δραματοποιούσαν. Η ταινία όντως δεν συζητά το γιατί ο Καποδίστριας, μέσα στην ακραία κατάσταση όπου η τουρκική καταστολή, η ξενική εξάρτηση και οι πληγές των εμφυλίων πολέμων είχαν βυθίσει την χώρα   επέλεξε μια συγκεντρωτική μορφή ηγεσίας. Ωστόσο, με μια παρέκβαση από την ταινία, αξίζει να αναλογισθούμε  το πόσο «ελεύθερη» υπήρξε η Ελλάδα, αμέσως  μετά την δολοφονία του και όσο έζησε υπό το πέλμα της επικυριαρχίας των ξένων Δυνάμεων, των ληστρικών δανείων που εδραίωσαν την οικονομική μας υποτέλεια, των ωμών Κατοχών -με πρώτη την αγγλο-γαλλική του Πειραιά (1854-1857)-  και  της καταστροφικής δυναστείας των Γκλύξμπουργκ. Συζητώντας το θέμα αυτό ο Χρήστος Λούκος στην Ιστορική Βιογραφία του Καποδίστρια (ΜΙΕΤ  2022) καταλήγει στο ότι με μια σημερινή ματιά ο συγκεντρωτισμός του Κυβερνήτη δικαιώνεται σήμερα έστω και με επιφυλάξεις περισσότερο, ιδίως αν θυμηθούμε τι έκαναν αυτοί που τον διαδέχθηκαν. Αφού ωστόσο εκφραστεί με κατανόηση για όσους τον αντιπολιτεύτηκαν με αγνά κίνητρα, ο ιστορικός καταλήγει καταφάσκοντας ασυζητητί το έργο του και  καταγγέλλοντας τις εναντίον του δολοπλοκίες και αποδέχεται ότι «η δολοφονία του βύθισε την χώρα στον εμφύλιο πόλεμο και την ανυποληψία, την οποία ενδεχομένως μόνον αυτός είχε ακόμη την δυνατότητα προβαίνοντας σε κάποιες υποχωρήσεις να αποτρέψει».

Ο Αντώνης Μυριαγκός, ο ηθοποιός που ερμήνευσε τον Καποδίστρια, σφραγίζει την ταινία. Έχει το «φυζίκ» που ποτέ δεν αρκεί αλλά, όταν υπάρχει, συμβάλλει αποφασιστικά. Πέρα όμως από αυτό, πιστεύει στο πρόσωπο το οποίο κλήθηκε να ερμηνεύσει και είναι αποτελεσματικός, διότι το πλησιάζει όχι μέσα από την εξωτερική μίμηση αλλά την εσωτερική μέθεξη. Η επιτυχία του πιστώνεται και στον σκηνοθέτη που τον επέλεξε -καθώς όπως έλεγε ο Μίνως Βολανάκης «η διανομή είναι μισή σκηνοθεσία»- και τον δίδαξε. Το παίξιμό του ακυρώνει σε σημαντικό βαθμό το κλισέ περί «αγιολογίας» που επαναλαμβάνουν κάποιοι που απαξιώνουν την ταινία και οι όποιες παρατηρήσεις για το μακιγιάζ ή το κοστούμι του κατατρίβονται με λεπτομέρειες στις οποίες απαντά η γενική του εικόνα. Με δυο λόγια πέτυχε μάλλον την καλύτερη μέχρι σήμερα ερμηνεία ιστορικού προσώπου στον ελληνικό κινηματογράφο.

Η ευστοχία της παρουσίασης των αντιπάλων του Κυβερνήτη κυμαίνεται. Η σεναριακή αντίληψη καθώς και η ερμηνεία του προσώπου του Μέτερνιχ, από τον Φίνμπαρ Λίντς καταγράφεται στα θετικά της ταινίας. Ο ιδιοφυής και αδίστακτος αντίπαλος του Καποδίστρια, ο άνθρωπος που υπερασπιζόταν με κάθε μέσο την Οθωμανική Αυτοκρατορία  γιατί ήθελε να σώσει την Αυστροουγγρική, ο κακός δαίμων της Ελληνικής επανάστασης, μόνιμος πολέμιος του αγώνα των Ελλήνων για ελευθερία,  παρουσιάζεται εν γένει σωστά: Ως ανθρώπινο ον και όχι ως ενσάρκωση του κακού η καρικατούρα και η εκτίμηση που εκφράζει για τον Καποδίστρια τον οποίο θέλει να εξοντώσει, ακόμη και αν βασίζεται σε μυθοπλαστική ελευθερία προσθέτει φυσικότητα και αληθοφάνεια. Η παρουσίαση του Μέτερνιχ όπως και των Άγγλων πολιτικών υπογραμμίζει το κεντρικό ζήτημα του αγώνα ζωής και θανάτου του Καποδίστρια κατά της Εξάρτησης από τις δυο Δυνάμεις που ενορχήστρωσαν την δολοφονία του και κυριάρχησαν μετά από αυτήν. Η διαχρονική εξάρτηση από ξένες Δυνάμεις με πρώτη την Αγγλία, εξάρτηση που άλλοτε έπαιρνε την «μόνον» την μορφή οικονομικής πολιτικής και πολιτισμικής, αλλά επανειλημμένα αυτήν της ολοκληρωτικής και απροσχημάτιστης Κατοχής έχει τονιστεί από πολλούς. Στο βιβλίο του «Η Ξενική Εξάρτησις κατά την Διαδρομήν του Νεοελληνικού Κράτους» (Αθήνα 1975) ο Τάσος Λιγνάδης βλέπει στην ακύρωση του ανεξαρτησιακού αγώνα του Κυβερνήτη με την «παρά των δύο Δυτικών πρεσβειών εκπορευθείσαν δολοφονίαν του» την αρχή της οικονομικής και πολιτικής υποδουλώσεως της Ελλάδας από τους ξένους. Κατάσταση που ο Ελληνισμός της Ελλάδας και της Κύπρου βίωσε ξανά και ξανά. Κάτι που συγκίνησε το κοινό της ταινίας είναι ότι το βοήθησε να αναγνωρίσει την σύνδεσή της με τα παλαιότερα και εντελώς πρόσφατα γεγονότα σε μια εποχή σαν την σημερινή, όπου σχεδόν κάθε σχετική κουβέντα σχετικά με την πλανητική γεωπολιτική αμφισβήτηση της κρατικής υπόστασης, της ελευθερίας και της δημοκρατίας εξοστρακίζεται προγραμματικά από από τον λόγο των πολιτικών και των οικονομικώς εξουσιών και κατά κανόνα και από τα έδρανα της Βουλής και τα τηλεοπτικά πάνελ.

Η παρουσίαση των ξένων πέρα από τον Μέτερχιχ προσώπων ευστοχεί σε σημαντικό βαθμό με ενδεχόμενη εξαίρεση τον Αλέξανδρο τον Α’ του οποίου η εικόνα μπορεί ίσως να ξενίσει ένα Ρώσο θεατή εξοικειωμένο με τις πιο γνωστές εικαστικές αναπαραστάσεις του. Η ερμηνεία τους κινείται σε αναγνωρίσιμα και πειστικά πλαίσια και μάλιστα, σε ότι αφορά στους αντιπάλους του Κυβερνήτη, ορθά αποφεύγεται το να δηλώνουν κραυγαλέα τον κυνισμό ή την επιθετικότητά τους και στους διαλόγους που ερμηνεύουν επιλέγεται κάποτε και  το υπονοούμενο – πάγιος και διαχρονικός τρόπος εκφράσεως των εξουσιών και ιδίως των ανά τον κόσμο διπλωματών που απεχθάνονται την ευθύτητα και που κατά την γνώμη μου μπορούσε να αξιοποιηθεί περισσότερο.

Ορισμένα ζητήματα ανακύπτουν αντιθέτως για κάποια από τα πρόσωπα όχι τόσο των Ελλήνων φίλων όσο των εχθρών του Καποδίστρια. Υπήρξαν κριτικές που αμφισβητούσαν γενικότερα την αντιστοιχία της παρουσίασης αυτών των προσώπων, με την παραδεδομένη από πίνακες και γλυπτά εικόνα τους. Δεν νομίζω ωστόσο ότι ο σκηνοθέτης θα μπορούσε εύκολα να βρει έναν Κολοκοτρώνη και ένα Κανάρη που η εικόνα τους και μόνον να πετύχαινε όσα πετυχαίνει η εικόνα του Μυριαγκού για τον Καποδίστρια. Και επειδή ο Γέρος του Μωριά και ο Μπουρλοτιέρης διέθεταν, σύμφωνα με ότι διασώθηκε, συγκλονιστικές, ψυχές, μορφές και λόγο, δεν ήταν εύκολο  να βρεθούν σύγχρονες μορφές που να τους θυμίζουν και ερμηνείες που να τους εκφράζουν. Ο σκηνοθέτης νόμιμα θεώρησε αναγκαία την αναφορά στους πρωταγωνιστές της επανάστασης που στήριξαν με γενναιότητα και ευθυκρισία τον Κυβερνήτη διαψεύδοντας την προπαγάνδα περί τυράννου. Η κινηματογραφική τους ερμηνεία, αν και μαρτυρούσε το ταλέντο και την αφοσίωση των συντελεστών στον ρόλο τους,  δεν ήταν πάντοτε τόσο πειστική. Πριν εγκαταλείψω την αναφορά στις μορφές αυτών που δέχτηκαν σαν ευλογία την παρουσία του Καποδίστρια θα σημειώσω την σκηνή που εύστοχα κατά την γνώμη μου δραματοποιεί μια γιορτή σε κάποιο σχολειό από αυτά που αυτός δημιούργησε. Ο σκηνοθέτης κατηγορήθηκε άλλη μια φορά για άγνοια της Ιστορίας, διότι τον παρουσιάζει να ακούει τα παιδιά να τραγουδούν τον Ύμνο στην Ελευθερία μελοποιημένο από τον Μάντζαρο, ενώ υποτίθεται ότι η μελοποίηση δεν είχε γίνει όσο ο Καποδίστριας ζούσε. Κατηγορία αβάσιμη,  καθώς ο Ύμνος μελοποιήθηκε το 1828 και οι δολοφονία από τους Μαυρομιχαλαίους έγινε το 1831.

Η παρουσίαση εσωτερικών αντιπάλων του Κυβερνήτη, όπως ο Κουντουριώτης και ο Πετρόμπεης και ο Μαυροκορδάτος προβληματίζει. Σε γενικές γραμμές είναι αναγκαία για το προχώρημα της πλοκής και τα όσα η ταινία αφηγείται γενικά δεν συγκρούονται με την ιστορική αλήθεια. Το πρόβλημα δεν είναι οι αξιόλογοι ερμηνευτές που επιλέχθηκαν ούτε και ενδεχόμενες αστοχίες σχετικά με τα κοστούμια ή το μακιγιάζ. Είναι πως η γενική σύλληψη των εσωτερικών εχθρών του Καποδίστρια υπακούει στο ισοπεδωτικό αντιθετικό δίπολο καλοί/κακοί που διατρέχει αυτά τα μέρη της ταινίας. Οι αντίπαλοι όμως του Καποδίστρια δεν ήταν τυχαίοι και κάποιοι έφτασαν να μετανιώσουν για την όντως καταστροφική για την Ελλάδα δράση τους. Ο Κουντουριώτης ήταν ένας ηγέτης του αγώνα που έδωσε το τελευταίο του φλουρί για την Ελλάδα. Ο Μαυροκορδάτος ήταν σημαντικός πολιτικός που κινδύνεψε αυτοπροσώπως στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου και-  όπως ο Καποδίστριας δεν ήταν «πράκτορας των Ρώσων»- έτσι και αυτός δεν ήταν «πράκτορας των Άγγλων». Και ο Πετρόμπεης, που πολέμησε και αυτός τον Δράμαλη σύμφωνα με κάποια πηγή θρήνησε για την δολοφονία του Κυβερνήτη, πράξη που ομολόγησε αφάνισε τους φονιάδες και έβλαψε την Ελλάδα. Όλα αυτά δεν απαλλάσσουν όσους πολέμησαν τον Καποδίστρια. Αλλά η αρχαία τραγωδία, ο Σαίξπηρ και ο Ντοστογιέφσκι μας δίδαξαν, με τον τρόπο που παρουσιάζουν την Μήδεια, τον  Κλαύδιο, τον Ρασκόλνικοφ, ότι οι «κακοί» στην ζωή και στην τέχνη δεν είναι μονοδιάστατοι. Οι αναφορές από την άλλη πλευρά στην θρησκεία με την ενσωμάτωση προσώπων και εικόνων ενόχλησε κάποιους, αλλά ήταν απολύτως δικαίωμα του σκηνοθέτη, που δεν καινοτόμησε, καθώς το ίδιο έχουν κάνει χωρίς να σοκάρουν μεταξύ πολλών άλλων ο Ταρκόφσκι στον «Ρουμπλιόφ» και ο Λαρς Φον Τρίερ στο «Δαμάζοντας τα κύματα».   Η επίμονη παρουσία των μοναχών και η επαναλαμβανόμενη εικόνα της Παναγίας δεν υπηρέτησαν πάντα την νόμιμη ωστόσο πρόθεσή του

Τα  επί μέρους αυτά στοιχεία και ίσως μερικά ακόμη που πετυχαίνουν νε μέρει μόνον τον στόχο τους δεν ακυρώνουν την θετική ενέργεια και την αυθεντική συγκίνηση που διατρέχουν την ταινία και τον μόχθο που απαίτησε για να γίνει. Και αυτό δικαιώνει κάποιον άλλο που «δικάζεται» από ορισμένους κριτικούς. Μιλώ για το «ανώριμο», όπως κάποιοι το λοιδορούν,  πολυπληθές κοινό που επιμένει να συρρέει και που παρακολουθεί την ταινία με κομμένη την ανάσα. Ίσως η ταινία ξυπνά την νοσταλγία γι αυτόν που μέσα σε θύελλες και ακραίες αντιξοότητες θεμελίωσε το ελληνικό  κράτος, που το νιώθουν και σήμερα εν κινδύνω και αισθάνονται, όπως είπε σε συνέντευξη, ο Αντώνης Μυριαγκός, πόσο μας λείπει ένας Καποδίστριας.

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.