Τραμπ και Πυρηνικά: Παγκόσμιος Πόλεμος «χαμηλής έντασης»

0
757

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου *

Η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να αποχωρήσουν από την συνθήκη για την απαγόρευση των πυρηνικών όπλων μέσου βεληνεκούς (INF) είναι η τελευταία από μια σειρά ενεργειών που μας οδηγούν σε μια κατάσταση  «παγκόσμιου πολέμου χαμηλής έντασης», φέρνοντας την ανθρωπότητα πιο κοντά στην πιθανότητα πυρηνικού τέλους.

Η αμερικανική απόφαση, πέραν των παγκόσμιων συνεπειών της, αφορά άμεσα και ζωτικά ελληνικά συμφέροντα. Η σχεδιαζόμενη τοποθέτηση πυρηνικών όπλων στη Ρουμανία, συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο σύγκρουσης στα Βαλκάνια.

Στη χερσόνησο πνέουν συχνότατα βορειοανατολικοί άνεμοι και οποιαδήποτε έκλυση ραδιενέργειας στη Ρουμανία ή τη Βουλγαρία, κινδυνεύει να πλήξει την πλειοψηφία των κατοίκων της Ελλάδας!

Η αποχώρηση από τη συνθήκη ανοίγει τον δρόμο στην εγκατάσταση ευρωπυραύλων στην Ευρώπη και «κινεζοπυραύλων» στην Άπω Ανατολή, των οποίων ο αποσταθεροποιητικός ρόλος έχει καταδειχθεί πολύ πειστικά, τόσο από δυτικούς, όσο και από σοβιετικούς ειδικούς, ήδη από τη δεκαετία του 1980. Ένας από τους βασικότερους παράγοντες που κάνουν αυτούς τους πυραύλους εξαιρετικά επικίνδυνους, είναι ότι χρειάζονται ελάχιστο χρόνο για να πλήξουν καίρια στρατηγικά κέντρα του «αντιπάλου».

Η σύντμηση του χρόνου δημιουργεί μεγάλο κίνητρο να χρησιμοποιήσει κανείς τα όπλα του προτού τα χάσει, περιορίζοντας τα περιθώρια αναμονής και διακρίβωσης προθέσεων, αλλά και αυξάνοντας τις πιθανότητες πυρηνικού πολέμου από λάθος ή ατύχημα.

Πυρηνική τρέλλα!

Σήμερα, αυτά τα όπλα είναι ακόμα πιο επικίνδυνα λόγω και των προόδων στη διαδικασία καθοδήγησης των πυραύλων, όσο και της έκρηξης στην ανάπτυξη τεχνολογιών πληροφορίας και αυτοματισμού. Το «κυβερνητικό» περιβάλλον μιας σύγκρουσης καθίσταται τόσο περίπλοκο και οι χρόνοι εκμηδενίζονται τόσο πολύ, που το ανθρώπινο μυαλό αρχίζει να μην μπορεί να το ελέγξει. Η «τεχνητή νοημοσύνη» παίρνει το πάνω χέρι και οι πολιτικοί και στρατιωτικοί που υποτίθεται ότι ελέγχουν αυτές τις πολεμικές Μηχανές, κινδυνεύουν να γίνουν από Αφέντες Δούλοι τους!

Προφανώς εξάλλου, Ρωσία και Κίνα δεν θα καθήσουν ήσυχες να βλέπουν να εγκαθίστανται τέτοιοι πύραυλοι δίπλα τους. Θα αντιδράσουν πολλαπλασιάζοντας με τα αντίμετρα τους παράγοντες περιπλοκότητας και αστάθειας ενός πολεμικού δικτύου που, όπως πάει, δεν θα ελέγχεται στο τέλος από κανένα.

Να σημειώσουμε ότι η συνθήκη INF είναι η δεύτερη βασική συνθήκη του συστήματος ελέγχου των πυρηνικών εξοπλισμών, μετά τη θεμελιώδους σημασίας συνθήκη ΑΒΜ, για την απαγόρευση των αντιβαλλιστικών όπλων, την οποία εγκαταλείπουν οι Αμερικανοί, θέτοντας πλέον σε κίνδυνο και την τρίτη μεγάλη συνθήκη του πλέγματος, τη START, για τα στρατηγικά πυρηνικά όπλα.

Η αποχώρηση από τη συνθήκη ΑΒΜ δεν μπορεί ασφαλώς να θεωρηθεί μεμονωμένη ενέργεια πόσο μάλλον που συμπίπτει με ένα παγκόσμιο περιβάλλον εντεινόμενων συγκρούσεων κάθε είδους, λίγο χρόνο μετά την αποκήρυξη από τις ΗΠΑ της συμφωνίας με τα πυρηνικά του Ιράν και ενώ ο Πρόεδρος Τραμπ απειλεί να μεταβάλει σε Ιράκ τη Βενεζουέλα και σε δεύτερη Μέση Ανατολή τη Νότιο Αμερική.

Πολιτική νομιμοποίηση της πυρηνικής απειλής 

Άλλωστε, ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει ήδη «νομιμοποιήσει» πολιτικά την απειλή χρήσης πυρηνικών όπλων, με την ευθεία απειλή να εξαφανίσει τη Βόρειο Κορέα από προσώπου γης, που εκτόξευσε στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 2017, χωρίς μάλιστα να προκαλέσει αξιοσημείωτες πολιτικές αντιδράσεις διεθνώς.

Το ίδιο έχει πράξει και έργω, με τους δύο βομβαρδισμούς της Συρίας το 2017 και το 2018, παρά την εκεί στάθμευση ρωσικών δυνάμεων και τον κίνδυνο Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου, που δεν επισημάναμε εμείς, αλλά ο επικεφαλής των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στρατηγός Ντάνφορντ, μιλώντας στο Κογκρέσσο, στα τέλη του 2016.

Τόσο αυτές οι δηλώσεις και οι πράξεις, όσο και η γενικότερη πολιτική και ρητορεία της παρούσης αμερικανικής κυβέρνησης, που συνίσταται στην αυθαίρετη κατάργηση όλων των κανόνων, ακόμα και εκείνων που έχει συνομολογήσει η ίδια, συνιστά μια θεμελιώδους σημασία απομάκρυνση, μια τομή σε σχέση με την κρατούσα αντίληψη και ιδεολογία, μετά το 1945, για τα πυρηνικά όπλα.

Αντίληψη και ιδεολογία που στηρίχτηκαν στην αναγνώριση ότι ένας πυρηνικός πόλεμος είναι αδιανόητος γιατί δεν είναι ελέγξιμος και, το πιθανότερο, θα οδηγήσει σε καταστροφή όλη την ανθρωπότητα, αλλά και στην πεποίθηση ότι η χρήση των πυρηνικών όπλων είναι βαθειά ανήθικη.

Για να μετρήσουμε τη μεταβολή της παγκόσμιας «ιδεολογίας» στο ζήτημα αυτό, αρκεί να θυμίσουμε ότι ο Πρόεδρος Ομπάμα, μόλις πριν μερικά χρόνια, έκανε λόγο για ένα μέλλον «χωρίς πυρηνικά όπλα»! Αν τόλεγε τώρα θα έπρεπε να το εκλάβουμε ως ανέκδοτο.

Γιατί το κάνουν;

Κατ’ ουσίαν, ήδη φεύγοντας από τη συνθήκη ΑΒΜ, εμμέσως πλην σαφώς, η Ουάσιγκτων δηλώνει ότι δεν θα αποδεχθεί την εμφάνιση στο μέλλον μιας Ρωσίας που δεν είναι «μπανανία», κράτος δηλαδή ελεγχόμενο πλήρως από το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο, και που θέλει να διατηρήσει και να χρησιμοποιήσει την «πυρηνική ισοτιμία» της (parity) για να αποκαταστήσει ένα βαθμό ισχύος και ανεξαρτησίας στο διεθνές σύστημα.

Όπως και η προοπτική μιας Κίνας, θυελλωδώς ανερχόμενης οικονομικά και τεχνολογικά, αλλά μη ελεγχόμενης από το παγκόσμιο χρηματιστικό κεφάλαιο, μοιάζει επίσης σήμερα εντελώς απαράδεκτη για ισχυρότατους «αυτοκρατορικούς» κύκλους.

Σε ότι αφορά τη Μέση Ανατολή, η επανεμφάνιση της πυρηνικής απειλής έγινε ήδη από το 2006, με την αποκάλυψη ότι τα επιχειρησιακά σχέδια των Αμερικανών για το Ιράν, περιελάμβαναν την ενδεχόμενη χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων.

Οι ιδέες αυτές βγήκαν στην επιφάνεια γιατί ο πόλεμος στο Ιράκ απέδειξε ότι θα ήταν αδύνατο να καταβληθεί το Ιράν με αποκλειστικά συμβατικά στρατιωτικά μέσα.

Το γεγονός αυτό κινδύνευε να οδηγήσει σε αδιέξοδο τον (γνωστό και δημοσιευμένο) στρατηγικό σχεδιασμό των Νεοσυντηρητικών για μια σειρά πολέμων, καταστροφών χωρών και αλλαγής καθεστώτων, που άρχιζαν από το Ιράκ και κατέληγαν στο Ιράν και τη Βόρειο Κορέα.

Πόλεμος και Πολιτική

Ο λαμπρότερος των θεωρητικών του Πολέμου, ο Καρλ Φον Κλαούζεβιτς, υπογράμμισε ότι ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα, αλλά και αναγνώρισε τη σημασία των ιδεών που, όταν γίνουν πεποίθηση πολλών ανθρώπων αποκτούν υλική ισχύ όπως και τα όπλα. Στο Ιράκ μας νίκησε η ζωτική ανάγκη των ανθρώπων, των Αράβων εν προκειμένω, για αξιοπρέπεια, παρατήρησε μια μέρα ο υπερσυντηρητικός Αμερικανός σχολιαστής Τσαρλς Κραουτχάμερ. Οι πόλεμοι στο Βιετνάμ και την Αλγερία δεν κρίθηκαν μόνο στο πεδίο της μάχης, αλλά και στους δρόμους των αμερικανικών και ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων.

Και αντίστροφα. ‘Όπως των επιθέσεων του πεζικού προηγείται το μπαράζ πυροβολικού, έτσι και των πολέμων προηγείται η «επικοινωνιακή επίθεση». Αυτό έγινε με τη Γιουγκοσλαβία, με το Ιράκ, με τον οικονομικό πόλεμο κατά της Ελλάδας το 2010 και αυτό γίνεται σήμερα κατά της Βενεζουέλας.

Η «Αυτοκρατορία του Χρήματος». Ολοκληρωτισμός και νέο-Μακαρθισμός

‘Όλα αυτά είναι πολύ ευκολότερα σε ένα περιβάλλον όπου αναδεικνύεται μία νέα, sui generis υπερδύναμη, η «Αυτοκρατορία του Χρήματος». Είναι η πολιτικά και στρατηγικά συγκροτημένη πτέρυγα του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου, που ελέγχει όλο και περισσότερο πολιτική, ενημέρωση, «διανόηση», επιχειρήσεις και συχνά ασκεί καθοριστική επιρροή όχι μόνο στην οικονομική, αλλά και στη διεθνή πολιτική της αμερικανικής υπερδύναμης και των ευρωπαϊκών κρατών.

Το είδαμε αυτό, εκτός των άλλων, και με την πρόσφατη εκπαραθύρωση του αμερικανού Υπουργού Άμυνας στρατηγού Μάτις, μετά τη διαφωνία του με μια πολύ ισχυρότερη επίθεση κατά της Συρίας από αυτή που έγινε τελικά το 2018, διαφωνία που τον έφερε σε σύγκρουση με τους νεοσυντηρητικούς που ελέγχουν πια ασφυκτικά το περιβάλλον Τραμπ. Σημειωτέον ότι ο Μάτις, που εκπροσωπεί το βαθύ αμερικανικό κράτος και όχι τους κύκλους του Χρήματος, φέρεται να διαφώνησε και με την στήριξη του Μπολσονάρο και του Γκουάιντο στη Νότιο Αμερική.

Η ανάδυση αυτής της «υπερδύναμης» σηματοδοτεί και τη μετάβαση των «δυτικών δημοκρατιών» από περίπου ολιγαρχικά, κατά πολλούς σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, έστω κι αν διατηρούν την εξωτερική, τυπική μορφή δημοκρατικών καθεστώτων. Όπως η αρχαία Ρώμη έγινε Αυτοκρατορία καταργώντας τη Δημοκρατία της και κατήργησε τη Δημοκρατία για να γίνει Αυτοκρατορία.

Αυτός ο πρωτοφανής, στα χρονικά των ευρωπαϊκών δημοκρατικών καθεστώτων, έλεγχος των Μέσων, της ενημέρωσης, της διανόησης, είναι που χρησιμοποιεί τώρα ένα άνευ προηγουμένου κύμα διεθνώς επεκτεινόμενου νέο-Μακαρθισμού, ώστε να μπορέσει, εκτός των άλλων, να δημιουργήσει το πολιτικό κλίμα που χρειάζεται για τους πολέμους που ετοιμάζει.

Πρέπει να τρομοκρατηθεί, να εκβιασθεί, να σιωπήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κάθε κριτική φωνή. Γι’ αυτό και όποιος τολμάει να αμφισβητήσει τις επιλογές του δυτικού κατεστημένου χαρακτηρίζεται αμέσως είτε άνθρωπος του Πούτιν, είτε αντισημίτης.

Αυτό συνέβη με τον Τζέρεμι Κόρμπιν στην Αγγλία, με τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν στη Γαλλία, με τα επαναστατημένα Κίτρινα Γιλέκα, ακόμα και με τους διοργανωτές των συλλαλητηρίων για το Μακεδονικό στην Ελλάδα!

Να σταματήσουμε την πορεία στον πόλεμο!

Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει σημαντικότερο και πιο επείγον καθήκον για οποιονδήποτε άνθρωπο, ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας, πεποιθήσεων, από την ενεργό αντίσταση σε πολεμικά σχέδια που απειλούν την ανθρωπότητα.

Αλλά είναι επίσης φανερό ότι, μεσοπρόθεσμα και μακροχρόνια, μόνο η ανάπτυξη εναλλακτικών στο οικονομικό, διεθνές και σύστημα πολιτισμού του χρηματιστικοποιημένου, ολοκληρωτικού «καπιταλισμού της καταστροφής», κατά Κλάιν, μπορεί όντως να σώσει, από τους πρωτοφανείς στην ιστορία του πυρηνικούς, οικολογικούς και άλλους κινδύνους που το απειλούν, το Γένος των Ανθρώπων.

* Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Το Παρόν της Κυριακής, στις 17.3.2019

  (*) Δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος έχει σπουδάσει Φυσική και έχει πάρει μεταπτυχιακό δίπλωμα DEA από το Πανεπιστήμιο της Rennes, στη Γαλλία, στην  Επεξεργασία Πληροφορίας. Διετέλεσε Ειδικός Συνεργάτης με αντικείμενό του θέματα ελέγχου των εξοπλισμών και σχέσεων Ανατολής – Δύσης στο Γραφείο του Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, διευθυντής για δέκα χρόνια του Γραφείου του ΑΠΕ στη Μόσχα και ανταποκριτής εκεί πολλών ελληνικών (Νέα, Ελευθεροτυπία, ΕΡΤ, 9.84, Ποντίκι κ.α.) και της Deutsche Welle.

Διαβάστε επίσης

O κίνδυνος παγκόσμιου πυρηνικού πολέμου και η αξιοπιστία του αμερικανικού εκλογικού συστήματος