Το δράμα στη Λάρνακα δεν είναι μόνο αστυνομικό ή μεταναστευτικό ζήτημα αλλά και μια ανθρώπινη κραυγή απόγνωσης.
Του Ντίνου Τουμάζου
Μια κοινωνία κρίνεται όχι μόνο από τον τρόπο που εφαρμόζει τον νόμο αλλά και από τον τρόπο που κατανοεί τον ανθρώπινο πόνο
Τα πρόσφατα τραγικά γεγονότα στη Λάρνακα, όπου τρεις αλλοδαποί φέρονται να πήδηξαν από τον τέταρτο ή και πέμπτο όροφο πολυκατοικίας όταν αντιλήφθηκαν την παρουσία των αρχών κατά τη διάρκεια επιχείρησης ελέγχου, δεν μπορούν να αφήσουν κανέναν ασυγκίνητο.
Ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς των συγκεκριμένων προσώπων, ανεξάρτητα από πολιτικές τοποθετήσεις ή απόψεις γύρω από το μεταναστευτικό, η εικόνα ανθρώπων που επιλέγουν να ρισκάρουν σχεδόν βέβαιο σοβαρό τραυματισμό ή ακόμη και τον θάνατο προκειμένου να αποφύγουν μια σύλληψη, αποτελεί από μόνη της μια βαθιά κοινωνική και ανθρωπιστική προειδοποίηση.
Το πρώτο επίπεδο προσέγγισης είναι ασφαλώς το νομικό. Κάθε οργανωμένο κράτος έχει δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να ελέγχει τη νομιμότητα της παραμονής προσώπων στην επικράτεια του. Η εφαρμογή της μεταναστευτικής νομοθεσίας και η διαχείριση της παράτυπης μετανάστευσης αποτελούν αναγνωρισμένες αρμοδιότητες κάθε κυρίαρχου κράτους. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αποτελεί εξαίρεση.
Ταυτόχρονα όμως το κράτος δικαίου δεν εξαντλείται στην εφαρμογή του νόμου. Προϋποθέτει και τη συνεχή αξιολόγηση των κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες εφαρμόζεται ο νόμος. Διότι όταν άνθρωποι προτιμούν να πέσουν στο κενό παρά να αντιμετωπίσουν μια σύλληψη, τότε ανακύπτει ένα βαθύτερο ερώτημα. Τι ακριβώς φοβούνται τόσο πολύ;
Η ανθρώπινη συμπεριφορά σε συνθήκες ακραίου φόβου δεν υπακούει πάντοτε στη λογική. Η ψυχολογία της επιβίωσης μας διδάσκει ότι όταν ένα άτομο αισθανθεί πως βρίσκεται μπροστά σε έναν άμεσο υπαρξιακό κίνδυνο, ο εγκέφαλος συχνά παύει να λειτουργεί με ορθολογικά κριτήρια. Ο φόβος ενεργοποιεί μηχανισμούς πανικού, φυγής και απελπισμένων αντιδράσεων.
Για πολλούς ανθρώπους που έχουν διασχίσει πολέμους, εμφύλιες συγκρούσεις, φτώχεια, διώξεις, στρατόπεδα προσφύγων, διακινητές και επικίνδυνα ταξίδια, η προοπτική μιας σύλληψης ή απέλασης δεν βιώνεται ως μια απλή διοικητική διαδικασία. Μπορεί να εκλαμβάνεται ως κατάρρευση κάθε ελπίδας που τους απέμεινε ή ακόμη και ως επιστροφή σε συνθήκες που οι ίδιοι θεωρούν αβίωτες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παράτυπος μετανάστης δικαιούται αυτομάτως παραμονή ή ότι οι αρχές δεν πρέπει να επιτελούν το έργο τους. Σημαίνει όμως ότι η κοινωνία οφείλει να εξετάζει τις γενεσιουργές αιτίες που οδηγούν σε τέτοιες ακραίες αντιδράσεις.
Πίσω από κάθε αριθμό στατιστικής υπάρχει μια ανθρώπινη ιστορία. Υπάρχουν άνθρωποι που εγκατέλειψαν οικογένειες, πατρίδες και περιουσίες. Άνθρωποι που συχνά ζουν σε συνθήκες αβεβαιότητας, κοινωνικού αποκλεισμού και διαρκούς φόβου. Άνθρωποι που ενδεχομένως κουβαλούν τραύματα τα οποία δεν είναι ορατά στα έγγραφα μιας διοικητικής διαδικασίας.
Η τραγωδία στη Λάρνακα αναδεικνύει επίσης μια άλλη διάσταση που συχνά παραβλέπεται. Την ψυχική υγεία των μεταναστών και προσφύγων. Διεθνείς έρευνες έχουν επανειλημμένα καταδείξει ότι πληθυσμοί που έχουν βιώσει βίαιη μετακίνηση παρουσιάζουν αυξημένα ποσοστά μετατραυματικού στρες, αγχωδών διαταραχών, κατάθλιψης και ψυχολογικής εξουθένωσης. Σε τέτοιες συνθήκες, μια αιφνίδια αστυνομική επιχείρηση μπορεί να λειτουργήσει ως πυροδότης ακραίων αντιδράσεων.
Η συζήτηση λοιπόν δεν πρέπει να περιοριστεί σε εύκολα συνθήματα ούτε σε απλουστευτικές αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε όσους μιλούν αποκλειστικά για ασφάλεια και σε όσους μιλούν αποκλειστικά για δικαιώματα. Οι δημοκρατικές κοινωνίες οφείλουν να ισορροπούν ανάμεσα και στα δύο.
Η προστασία των συνόρων και η εφαρμογή των νόμων είναι αναγκαίες προϋποθέσεις ενός οργανωμένου κράτους. Το ίδιο όμως αναγκαία είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η αναλογικότητα, η ενσυναίσθηση και η κατανόηση των βαθύτερων κοινωνικών και ψυχολογικών παραγόντων που επηρεάζουν ανθρώπινες συμπεριφορές.
Ίσως τελικά το πιο ανησυχητικό στοιχείο της υπόθεσης να μην είναι η παρανομία των συγκεκριμένων προσώπων αλλά το γεγονός ότι βρέθηκαν σε μια ψυχική κατάσταση όπου το κενό κάτω από το μπαλκόνι έμοιαζε λιγότερο τρομακτικό από αυτό που πίστευαν ότι τους περίμενε μπροστά τους.
Και αυτό είναι ένα ερώτημα που δεν αφορά μόνο τους ίδιους. Αφορά όλους μας.
Αφορά το είδος της κοινωνίας που θέλουμε να είμαστε.
* Ο Ντίνος Τουμάζος είναι συνιδρυτής και εκτελεστικός διευθυντής της Agora Dialogue.
Πηγή: forum.agora-dialogue.com
Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.






