Οι ισπανικές εκλογές έφεραν τα πάνω κάτω και στην Ευρώπη

Ο κύκλος που άνοιξε με τη Μελόνι, εάν ευοδωνόταν στην Ισπανία, θα μπορούσε να επαναληφθεί στη Γαλλία με τη Λεπέν, στη Γερμανία με το AfD.

Γράφει ο Γιώργης Βύρων Δάβος

Το εκλογικό αποτέλεσμα στην Ισπανία, η Πύρρειος νίκη των Συντηρητικών και ο καταποντισμός της ακροδεξιάς, επηρέασαν σε πρώτο επίπεδο και μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις και τις προσδοκίες στην ευρύτερη ευρωπαϊκή Δεξιά. Οι ελπίδες που με αλαζονικό και πρωθύστερο κάπως τρόπο είχαν καλλιεργηθεί, ιδίως μετά την επικράτηση της νεοφασίστριας Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία και τ’ αποτελέσματα στην Ελλάδα και μια σειρά από άλλες χώρες, για αμετάκλητη μετατόπιση της πολιτικής πυξίδας προς τα δεξιά, εάν δεν διαψεύσθηκαν, τουλάχιστον ανεστάλησαν για το εγγύτερο μέλλον.

Οι προσδοκίες για την είσοδο του ακροδεξιού Vox σε μία κυβέρνηση της Δεξιάς στην Ισπανία αναμενόταν ότι θα αποτελούσε το αποφασιστικό βήμα για να πέσει το τελευταίο ταμπού για τον κυβερνητικό καθαγιασμό της ακροδεξιάς και στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες. Ο κύκλος που έχει ανοίξει με τη Μελόνι στην Ιταλία, εάν ευοδωνόταν και στην Ισπανία, τότε θα μπορούσε να επαναληφθεί και στη Γαλλία με τη Λεπέν, στη Γερμανία με το AfD κ.ο.κ. Κατά συνέπεια, η ακροδεξιά θα έπαυε να είναι το «καταραμένο απόθεμα» της Δεξιάς και η συνεργασία με αυτήν δεν θα αντιμετωπιζόταν πλέον ως ένα πολιτικό έγκλημα καθοσιώσεως.

Τα μεγαλύτερα σχέδια για τη νίκη του Vox έκλωθε η Ιταλίδα νεοφασίστρια πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι. Κυρίως για ό,τι αφορά την ακροδεξιά ευρω-ομάδα του ECR (Ευρωπαίοι Συντηρητικοί και Μεταρρυθμιστές) στο Ευρωκοινοβούλιο. Μία ομάδα που περιλαμβάνει στις τάξεις της το πολωνικό κόμμα της Ελευθερίας και Δικαιοσύνης (PiS)και το ίδιο το Vox.  Η Ιταλίδα προσέβλεπε πως ενόψει των Ευρωεκλογών του 2024, μία είσοδος του Vox στην ισπανική κυβέρνηση θα έδινε την αναγκαία ώθηση για να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο η δύναμη του ECR. Και κατά συνέπεια και η επιρροή του και η συμμετοχή στελεχών του στα όργανα των αποφάσεων, που κρίνουν και το μέλλον της Ε.Ε. σε μία σειρά από νευραλγικούς τομείς για την πορεία και το μέλλον της ηπείρου.

Βέβαια, τούτη η φιλοδοξία, να γίνει το ECR φιλοδοξεί  η τρίτη δύναμη με τις περισσότερες ψήφους (πίσω από το ΕΛΚ και τους Σοσιαλιστές) και να παίξει ουσιαστικό ρόλο στην κατανομή της εξουσίας στις Βρυξέλλες και στη διαχείριση των πόρων της κοινωνικής και πολιτιστικής πολιτικής παραμένει πάντα στην ημερήσια διάταξη. Επιπλέον, μία αυξημένη δύναμη  της ακροδεξιάς ομάδας θα μπορούσε κάλλιστα να μπλοκάρει πολλές αποφάσεις με προοδευτικό και κοινωνικό πρόσημο -ας σκεφτούμε λίγο τη στάση, όχι μόνον της Μελόνι, αλλά κυρίως των Πολωνών, Ούγγρων κλπ στο μεταναστευτικό.

Ούτως ή άλλως και ο επικεφαλής του ΕΛΚ Μάνφρεντ Βέμπερ επανειλημμένως έχει δείξει πως επιδιώκει μία προσέγγιση με τη Μελόνι και συνεργασία ανάμεσα στις δύο ομάδες. Όπως και ο Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς -που ήδη έχει συμπήξει έναν άξονα Βερολίνου-Ρώμης, το ίδιο και ο Βέμπερ έχει ανοίξει διάλογο με τη Μελόνι για μετεκλογική συνεργασία στο νέο Ευρωκοινοβούλιο. Και η ιταλική ακροδεξιά κυβέρνηση (μη λησμονούμε πως σε αυτήν συμπράττει και η Λέγκα) εφαρμόζει κατά γράμμα τις ευρωπαϊκές πολιτικές και συμπράττει -εάν δεν είναι κιόλας σημαιοφόρος- στις πολεμοχαρείς τακτικές της Ε.Ε. απέναντι σε Ρωσία και Κίνα.

Τα αποτελέσματα  των εκλογών στην Ισπανία όμως ακούσθηκαν ως μια προειδοποίηση προς  τα ευρωπαϊκά συντηρητικά κόμματα: η συμφωνία με την ακροδεξιά θα μπορούσε να διώξει μέρος του εκλογικού τους σώματος. Κάτι που έχουν αρχίσει να το λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψη και οι κυβερνώντες στην Πολωνία, όπου θα διεξαχθούν οι επόμενες, κρίσιμες, εκλογές στην Ευρώπη. Εκεί όπου PiS του «μετριοπαθούς» ακροδεξιού Γιάροσλαβ Κατσίνσκι βρίσκεται σε εμφανή πτώση (33,7% από 43,6%) και οι αμιγείς ακροδεξιοί της Confederacja μάλλον θα καταλάβουν την τρίτη θέση (11,7% στις δημοσκοπήσεις) και αποκτούν πρωτεύοντα ρόλο για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Βέβαια, σε προσωπικό επίπεδο, το αποτέλεσμα στην Ισπανία δεν φαίνεται να επηρεάζει την πολιτική της Τζόρτζια Μελόνι. Η νεοφασίστρια πολιτικός, που στην επίσκεψή της στον Λευκό Οίκο έλαβε πλέον και επισήμως το «χρίσμα» (endorsement) από τον Τζο Μπάιντεν της προνομιακής πρέσβειράς του στην Ευρώπη, τούτη τη στιγμή σχεδόν βρίσκεται να διαδραματίζει έναν ρόλο πρωταγωνιστικό στις εξελίξεις στην Ε.Ε.. Τουλάχιστον σε διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο. Με τις πρωτοβουλίες της για την Ουκρανία, το άνοιγμά της στον χώρο της Ινδίας-Ειρηνικού, την βουλιμική πολιτική της στη Μεσόγειο.

Η Ισπανία με την ψήφο της μοιάζει να «νερώνει» τη Συντηρητική «Αντιμεταρρύθμιση», που είναι της μόδας και παρατηρείται και σε άλλες δυτικές χώρες και στον μεσογειακό Νότο. Η ανθεκτικότητα των Σοσιαλιστών έδειξε πως ακόμη το εκλογικό σώμα, παρ’ όλο που κλίνει προς τα δεξιά, δεν μπορεί να ανεχθεί ακόμη την παρουσία της ακροδεξιάς σε μία κυβέρνηση. Ακόμη κι εάν με τα μέτρα που προγραμματικά είχαν ανακοινώσει τα δύο κόμματα συγκλίνουν και μάλιστα υπόσχονταν και με περισσή έπαρση μια οικονομική, κοινωνική, κλιματική και πολιτιστική οπισθοδρόμηση. Τόσο το Λαϊκό Κόμμα (ΡΡ), όσο και το Vox είχαν ανακοινώσει μέτρα και πολιτικές που ήδη έχουν αποτύχει οικτρά  στην υπόλοιπη Ευρώπη. Όπως για τη μείωση της φορολογίας -ιδίως για τα μεγάλα εισοδήματα- που ανακλήθηκε, γιατί τελικά αποδείχθηκε επιβλαβής, από τη συντηρητική κυβέρνηση στη Βρετανία. Ή τη μείωση των συντάξεων, που το ίδιο το Vox αναφανδόν δήλωσε ότι θα περικόψει, όσο επιμένει το έλλειμμα, παρ’ όλο που στη Γαλλία εκατομμύρια διαδηλωτές πλημμύρισαν τους δρόμους, όταν ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ανακοίνωσε αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης. Παράλληλα, οι διακηρύξεις των Συντηρητικών του ΡΡ να καταργήσουν  τα κοινωνικά μέτρα της προηγούμενης κυβέρνησης που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα Ανάκαμψης, μπορεί να οδηγήσουν όπως στην Ιταλία της Μελόνι στην περιπέτεια για την εκταμίευση της τρίτης δόσης του προγράμματος (19 δισ. ευρώ), λόγω αμφιβολιών για ορισμένα από τα 55 προαπαιτούμενα -τελικά εκείνο που έμεινε έξω, περιμένοντας την 4η δόση, ήταν οι δαπάνες για τις φοιτητικές εστίες .

Για να μην μιλήσουμε για τις πολιτικές αναφορικά με την ανεργία, όταν η σταθερή επωδός για την ευθύνη της αφορά την απροθυμία και νωθρότητα των (νέων κυρίως) ανέργων. Δηλώσεις όπως του Χουάν Μπράβο, αναπληρωτή τομέα οικονομίας του ΡΡ, πως: «Είναι πολύ σοβαρό ότι έχουμε τρία εκατομμύρια άνεργους και δεν μπορούν να βρεθούν άνθρωποι να κόψουν χαμόν», απηχούν τα μέτρα για την κατάργηση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (για τους «οκνούς» ) και την κολάσιμη άρνηση οποιασδήποτε δουλειάς από την πρώτη πρόταση, που νομοθέτησε η Μελόνι. Μια από τις φράσεις της εκστρατείας που καθιστά σαφές πώς αντιλαμβάνεται το PP τις πολιτικές απασχόλησης. Φυσικά, η Ισπανία χρειάζεται ανθρώπους να κόβουν χαμόν, αλλά σε μια στρατηγική για την τόνωση της ισπανικής οικονομίας στον 21ο αιώνα, δεν είναι οι ιδιωτικοποιήσεις των πανεπιστημίων για τους λίγους, αλλά η επέκταση της δημόσιας εκπαίδευσης και οι επενδύσεις για έρευνα.

Δεν είναι μόνον η απογοητευτική επίδοση της ακροδεξιάς στην Ισπανία που έχει επιπτώσεις σε ευρωπαϊκά κόμματα και αυξάνει τον σκεπτικισμό τους. Η ολική «εξαφάνιση» των Ciudadanos, όπως και η πτωτική πορεία των Podemos και εν γένει της ένθεν των Σοσιαλιστών Αριστεράς, έχει γεννήσει προβληματισμό και στη Γαλλία, στους συναφείς σχηματισμούς των Μακρόν και Ζαν-Λυκ Μελανσόν.

Ο Γάλλος πρόεδρος είχε έλθει στην εξουσία ως ακραίο κέντρο ευαγγελιζόμενος ένα πρόγραμμα παρόμοιο με εκείνο του ισπανικού κόμματος. Υποσχόταν μία ισοπέδωση του παραδοσιακού πολιτικού σκηνικού και της θεσμικής μορφής των κομμάτων, προτάσσοντας τη συμπερίληψη των δυνάμεων του χώρου ανάμεσα στην ακροδεξιά και τη μη Σοσιαλιστική Αριστερά, εναλλακτικό χαρακτήρα σε σχέση με τα παρωχημένα κόμματα και κήρυττε τις νέες ανάγκες εξορθολογισμού της κοινωνίας με γνώμονα τα νέα μοντέλα παραγωγής και κοινωνικής αναπαραγωγής τους. Ωστόσο, στην πορεία αποδείχθηκαν θιασώτες ενός νέου αυταρχικού και μισαλλόδοξου τρόπου άσκησης της πολιτικής. Οι Ciudadanos από εναλλακτική παράταξη μεταστράφηκε σε εθνικιστικό κόμμα (με τη στάση τους στο Καταλανικό και τους μετανάστες) και στήριξε ό,τι πιο συντηρητικό και νεοφιλελεύθερο νομοσχέδιο της δεξιάς κυβέρνησης του Μαριάνο Ραχόι. Του Μακρόν τα έργα και τις ημέρες τα γνωρίζουμε και τα πληροφορούμαστε ακόμη. Το αποτέλεσμα για τους Ciudadanos ήταν ο Ισπανός ψηφοφόρος που απέβλεπε σε μία διαφορετική φωνή να επιστρέψει βαθμηδόν στις πολιτικές κοιτίδες που εγκατέλειψε (ΡΡ, Σοσιαλιστές κι εκείνη την αδιευκρίνιστη borderline δεξαμενή ψήφων, που ενίοτε μετακινείται μεταξύ των δύο αυτών κομμάτων) και να τους εξαφανίσει εκλογικά. Η ριζοσπαστικοποίηση της γαλλικής δεξιάς, ιδίως μετά τις τελευταίες μαζικές κινητοποιήσεις και η αύξουσα δύναμη της ακροδεξιάς, έχουν αρχίσει να προβληματίζουν τον Μακρόν. Το γεγονός ότι η γαλλική κοινωνία στρέφεται προς τα δεξιά (με 7 στους 10 Γάλλους να στηρίζουν την -εγκληματική- αστυνομία τους, που η κυβέρνηση Μακρόν ενισχύει ακόμη περισσότερο), εγκυμονεί τον κίνδυνο, μετά την Ισπανία, μίας αντίστοιχης αναγέννησης της δεξιάς, που σε συνδυασμό με την στιβαρή ακροδεξιά, οδηγήσουν το κόμμα του Μακρόν  στον εκλογικό Καιάδα σε μία επόμενη αναμέτρηση, όπως οι Ciudadanos, απισχνάζοντας έτσι τη «Βοναπαρτική» του πολιτική θέση.

Από την πλευρά του, ο Μελανσόν ανησυχεί πως η πτώση των Podemos και το καλό αποτέλεσμα των Σοσιαλιστών στην Ισπανία θα έχει άμεσες επιπτώσεις στον -ούτως ή άλλως κλυδωνιζόμενο εσωτερικά- συνασπισμό του Nupes. Ο συνασπισμός στέκεται καλά κυρίως χάρις στη συνδρομή των Σοσιαλιστών, ακόμη και με τις όποιες διαφοροποιήσεις τους σε τοπικό και δημοτικό επίπεδο -κάτι που έχει δημιουργήσει τριβές. Μία ισχυροποίηση των Σοσιαλιστών, έπειτα από το αποτέλεσμα στην Ισπανία, που θα έχει επίδραση και στην εικόνα των Γάλλων ομοϊδεατών τους, ενδεχομένως να οδηγήσει τον συνασπισμό σε διάλυση και το κόμμα του Μελανσόν «Η Ανυπότακτη Γαλλία»( LFI) σε ρόλο τριταγωνιστή. Η απόλυτη ταύτιση του Μελανσόν και της LFI με τους Podemos και τον πρώην ηγέτη τους Πάβλο Ιγκλέσιας, στην επιτυχημένη πορεία των οποίων και το πρόγραμμά τους είχε στηρίξει κι εκείνος τη δική του άνοδο, μετά τη μεγάλη κάμψη του ισπανικού κόμματος στις εκλογές της 23ης Ιουλίου, ενδεχομένως να στοιχίσει και στον ίδιον. Κυρίως δε μετά το απότομο «ξεφούσκωμα» της τελευταίας εξέγερσης της νεολαίας στα προάστια, στην οποία ο ίδιος επένδυσε. Και μάλιστα με τέτοιο «φορτικό» τρόπο, ώστε να καρπωθεί την αντιπάθεια μεγάλου μέρους της κοινωνίας, όχι μόνο από τη δεξιά, που έβλεπε στον Μελανσόν έναν υποκινητή των ταραχοποιών κι όχι μία δύναμη κοινωνικής ειρήνης.

Κυρίως όμως το μάθημα για τον Μελανσόν από την Ισπανία, είναι αυτό που σε βάθος χρόνου αποδεικνύει πως αναλογικά επιβεβαιώνει όσα έλεγε το 1924 η Κλάρα Τσέτκιν. Ότι δηλ. ο φασισμός έρχεται σα μία τιμωρία επειδή το προλεταριάτο δεν μπόρεσε να συνεχίσει την επανάσταση. Η ανικανότητα των Podemos -με την προσωποπαγή και συγκεντρωτική κατάληξη της οργάνωσης τους σε κόμμα και τη λαϊκιστική συνθηματολογία και τακτική του- να μετουσιώσει σε συνειδητή και συγκεκριμένη στράτευση της κοινωνίας στην πορεία για τη μεταβολή των κοινωνικών συσχετισμών και στη συνέχεια των αντικειμενικών συνθηκών της παραγωγής και της εξουσίας, η επαμφοτερίζουσα στάση τους σε μία σειρά κοινωνικών και εθνοτικών ζητημάτων έφεραν την αντίρροπη αντίδραση. Την αλληλεγγύη των μικροπαραγωγών και μικρομεσαίων, που αντικατέστησαν την ταξική πάλη με τη σύγκρουση των φυλών, την προστασία του «έθνους» και του «αίματος», την αντίθεση ανάμεσα στην πόλη και την επαρχία, τον διανοούμενο και τον απλό άνθρωπο. Ο λαϊκισμός του Μελανσόν, ανάλογος με αυτόν του Ιγκλέσιας, τροφοδοτεί τη ριζοσπαστική δεξιά και την ακροδεξιά, ενώ ταυτόχρονα αποσπά ψηφοφόρους του που μετακινούνται στους μετριοπαθέστερους και διαφοροποιημένους Σοσιαλιστές.

Πηγή: kosmodromio.gr

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.