Η Ουκρανία επιδιώκει να βάλει στο κάδρο και τη Γεωργία

Του Γιώργου Βενέτη
22 Φεβρουαρίου 2023

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Ζελένσκι κατόρθωσε ένα εσωτερικό πρόβλημα της χώρας του  να το αναγάγει σε παγκόσμιο ζήτημα. Σ’ αυτό ασφαλώς καθοριστικό ρόλο έπαιξε η εξυπηρέτηση των  γεωπολιτικών  συμφερόντων της Ουάσιγκτον, με την Ευρώπη αβίαστα να συνεπικουρεί, αδυνατώντας να ασκήσει ευρωπαϊκή πολιτική προτάσσοντας τα στενά συμφέροντά της. Ο Ζελένσκι είπε σε συνέντευξή του στο περιοδικό Spiegel ότι ήταν αυτός που αποφάσισε να εγκαταλείψει την εφαρμογή των συμφωνιών του Μινσκ, ισχυριζόμενος ότι το καθεστώς του Κιέβου αντιλαμβανόταν πάντα αυτές τις συμφωνίες, ως υπαγόρευση, χωρίς καμία προοπτική ειρηνευτικής διευθέτησης. Ωστόσο, το ίδιο καθεστώς του Κιέβου υπέγραψε τα έγγραφα που ενέκρινε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και ασφαλώς το διεθνές δίκαιο απαιτεί την τήρηση των συμφωνιών, στην αντίθετη περίπτωση το αντισυμβαλλόμενο μέρος δικαιούται να αντιδράσει…

Ο Ζελένσκι είπε ότι ενημέρωσε τον Εμανουέλ Μακρόν και την Άνγκελα Μέρκελ για την απόφασή του να σταματήσει την εφαρμογή των συμφωνιών του Μινσκ. «Δεν είδα καμία επιθυμία διατήρησης της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας στις συμφωνίες. Κατανοώ την άποψή τους (των δυτικών εταίρων): πρώτα απ’ όλα ήθελαν να ικανοποιήσουν λίγο την όρεξη της Ρωσίας σε βάρος της Ουκρανίας. Η αδιαφορία είναι φυσιολογική στη διπλωματία. Είπα στον Εμανουέλ Μακρόν και στην Άνγκελα Μέρκελ ότι  δεν μπορούμε να τις εφαρμόσουμε (τις συμφωνίες του Μινσκ) με αυτόν τον τρόπο», είπε ο Ζελένσκι.

Ούτε οι εγγυητές (των συμφωνιών του Μινσκ) Γαλλία και Γερμανία, ούτε η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ανάγκασαν το Κίεβο να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Η μη τήρηση των συμφωνιών του Μινσκ ήταν μία από τις βασικές αιτίας της ρωσικής εισβολής. Αυτή η έωλη δικαιολόγηση της μη τήρησης των συμφωνιών του Μινσκ δεν αντανακλά ούτε κατ’ ελάχιστο στο μέγεθος των παγκόσμιων επιπτώσεων αυτού του πολέμου, που μερικώς, μόνο με τις αντίστοιχες των δύο παγκοσμίων πολέμων μπορούν να συγκριθούν. Θα περίμενε τουλάχιστον ο υπόλοιπος κόσμος γι’ αυτά που υφίσταται, μία έκφραση συμπάθειας από το καθεστώς του Κιέβου. Αντ’ αυτού δέχεται συνεχώς μόνο αιτήματα…

Επιδίωξη εμπλοκής της Γεωργίας

Το καθεστώς του Κιέβου κάτω από την πίεση που υφίσταται από τις ρωσικές δυνάμεις στο έδαφος της Ουκρανίας καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να εξαπλώσει τον πόλεμο. Από την αρχή του πολέμου είχε επιχειρήσει  να εμπλέξει πιο ενεργά τη Δύση, επιδιώκοντας αποκλεισμό του εναέριου χώρου (no fly zone) στην Ουκρανία, καθώς και με την παραπληροφόρηση σχετικά νε την πτώση του πύραυλου στο έδαφος της Πολωνίας. Εδώ προκύπτει το ζήτημα αν στο Κίεβο υπάρχει άγνοια κινδύνου ή αμοραλισμός; Στην περίπτωση άμεσης εμπλοκής  του ΝΑΤΟ στο πολεμικό πεδίο, ο κίνδυνος ρωσικής πυρηνικής αντίδρασης θα είναι μεγάλος, με ό,τι συνεπάγεται για την παγκόσμια ασφάλεια. Όπως είπε Τζον Φ. Κένεντι: «Όποιος καταδιώκει μια πυρηνική δύναμη ενεργεί ανεύθυνα».

Ως απόρροια αυτής της τακτικής, εκπρόσωποι των ουκρανικών αρχών διατύπωσαν την πρόθεση πρόκλησης σύγκρουσης της Τιφλίδας με τη Ρωσία στο γεωργιανό έδαφος. Στις 11 Φεβρουαρίου, ο πρωθυπουργός της Γεωργίας Ιρακλί Γκαριμπασβίλι, κατήγγειλε ότι οι ουκρανικές αρχές προσπαθούν να επεκτείνουν τον πόλεμο στο έδαφος της χώρας του, αναφέροντας ότι: «Οι προσπάθειες να εξαπλωθεί με κάποιο τρόπο αυτή η σύγκρουση στη χώρα μας, δυστυχώς, δεν σταματούν. Ακούσαμε άμεσους ισχυρισμούς σχετικά με αυτό το θέμα. Στόχος τους ήταν να ανοίξουν ένα «δεύτερο μέτωπο», σημείωσε.

Ωστόσο, το καθεστώς του Κιέβου δεν σταμάτησε στις δηλώσεις και προέβη επίσης σε επιθετικές ενέργειες για να υποκινήσει εχθροπραξίες στο έδαφος της Γεωργίας. Σύμφωνα με τον Γκαριμπασβίλι, η Ουκρανία έστειλε τον πρώην πρόεδρο της Γεωργίας Μιχαήλ Σαακασβίλι από το Κίεβο στην Τιφλίδα με ειδική αποστολή την προώθηση των επιδιώξεων του Κιέβου. Ο Σαακασβίλι συνελήφθη, με την  ουκρανική κυβέρνηση  να ζητά από την Τιφλίδα να τον αφήσει ελεύθερο. Ο Γεωργιανός πρωθυπουργός πρόσθεσε ότι το Κίεβο δεν σταματά εκεί τις προκλήσεις του. Ορισμένοι Ουκρανοί πολιτικοί προέβησαν σε επικίνδυνες δηλώσεις υποστηρίζοντας πως η Γεωργία πρέπει να ξεκινήσει πόλεμο και στην πραγματικότητα να θυσιάσει τη δική της ασφάλεια και τη ζωή των στρατιωτών της, επ’ ωφελεία του Κιέβου.

Για παράδειγμα, στις 12 Σεπτεμβρίου, ο Ουκρανός βουλευτής Φιοντόρ Βενισλάνσκι ισχυρίστηκε ότι ο γεωργιανός λαός έχει μια μοναδική ευκαιρία να αναγκάσει τις αρχές να «προχωρήσουν σε συγκεκριμένα βήματα και να απελευθερώσουν την Αμπχαζία και τη Νότια Οσετία», καθώς η προσοχή της Ρωσίας είναι πλέον πλήρως στραμμένη στην Ουκρανία. Ο Γραμματέας του Συμβουλίου Ασφάλειας και Άμυνας της Ουκρανίας Ολέκσιγι Ντανίλοβ κάλεσε τη Γεωργία να «ξεσηκωθεί και να υπερασπιστεί τη χώρα της».

Η Μόσχα απαντώντας  στις δηλώσεις των Ουκρανών αξιωματούχων δια του Σεργκέι Λαβρόφ διεμήνυσε ότι: «Μια άλλη χώρα που η Δύση θέλει να στρέψει κατά της Ρωσίας είναι η Γεωργία. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι θα ήθελαν να στρέψουν τη Γεωργία κατά της Ρωσίας και να επαναφέρουν την κατάσταση στο επιθετικό κλίμα της εποχής του προέδρου Σαακασβίλι»,  είπε ο Ρώσος ΥΠΕΞ.

Ο ύποπτος ρόλος της γεωργιανής αντιπολίτευσης

Το καθεστώς του Κιέβου προσπάθησε επίσης να υποκινήσει σε πόλεμο τη Γεωργία, σε συνεργασία με την αντιπολίτευση στην Τιφλίδα. Ο πρωθυπουργός της Γεωργίας υποστήριξε σε ομιλία του στο κοινοβούλιο ότι ουκρανική κυβέρνηση και η γεωργιανή αντιπολίτευση είναι στενοί ιδεολογικοί εταίροι, επισημαίνοντας ότι αυτό  δεν είναι μυθοπλασία, ούτε κάποιος θρύλος. Τον Σεπτέμβριο 2022, ο πρόεδρος του κόμματος «Γεωργιανού Ονείρου», Ηρακλί Κομπαχίτζε, πρότεινε τη διοργάνωση δημοψηφίσματος για το άνοιγμα ενός δεύτερου μετώπου κατά της Ρωσίας, προκειμένου να διαπιστωθεί η στάση του πληθυσμού. Σύμφωνα με τον Κομπαχίτζε, ορισμένοι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι στην Ουκρανία τον διαβεβαίωσαν ότι θα ήταν πολύ επιθυμητό η Γεωργία να ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο! Αργότερα, ο πολιτικός επιχείρησε να ανασκευάσει, λέγοντας πως οι ισχυρισμοί του ήταν ένα αστείο. Η ηγεσία της χώρας γνωρίζει ότι «η κοινωνία είναι ενάντια στον πόλεμο», διαβεβαίωσε. Παρ’ όλες τις προσπάθειες του καθεστώτος του Κιέβου, η γεωργιανή ηγεσία κατάφερε μέχρι στιγμής να αποτρέψει την αιματοχυσία για τη χώρα.

Οι εξελίξεις στην  Μολδαβία

Η πρόεδρος της Μολδαβίας είναι έτοιμη να δεχθεί την προσάρτηση της χώρας στη Ρουμανία είπε ο Ρώσος ΥΠΕΞ, Σεργκέι Λαβρόφ «Τώρα προσαρμόζουν τη Μολδαβία σε αυτό το ρόλο, κυρίως γιατί μπόρεσαν να τοποθετήσουν μια πρόεδρο στο τιμόνι της χώρας, η οποία θέλει την ένταξη στο ΝΑΤΟ μέσω μιας συγκεκριμένης μεθοδολογίας που απέχει πολύ από το να είναι ελεύθερη και δημοκρατική.  Η Μάγια Σάντου έχει ρουμάνικη υπηκοότητα, είναι έτοιμη να ενώσει τη χώρα της  με τη Ρουμανία και γενικά είναι έτοιμη για όλα», πρόσθεσε ο Λαβρόφ, υποστηρίζοντας ότι: «Αυτή είναι μια από τις χώρες που η Δύση θέλει να μετατρέψει σε μια ακόμα αντιρωσική εστία».

Από την πλευρά της η πρόεδρος της Μολδαβίας ισχυρίσθηκε, ότι η Μόσχα εκπονεί σχέδιο αποσταθεροποίησης της πρώην σοβιετικής Δημοκρατίας. Η Μάγια Σάντου κατήγγειλε ότι η Ρωσία σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει ξένους δολιοφθορείς (σαμποτέρ) για να ανατρέψει την ηγεσία της μικρής χώρας της, να σταματήσει τη διαδικασία ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να τη χρησιμοποιήσει στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας.  Η πρόεδρος Μάγια Σάντου, προέβη στις δηλώσεις αυτές, αφότου ο Ουκρανός πρόεδρος Ζελένσκι δήλωσε την περασμένη εβδομάδα, ότι η χώρα του αποκάλυψε σχέδιο των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών που αποσκοπεί στο να προκαλέσει την «καταστροφή της Μολδαβίας». Η Σάντου, η χώρα της οποίας συνορεύει με την Ουκρανία, έχει επανειλημμένα εκφράσει την ανησυχία της για τις προθέσεις της Μόσχας ως προς αυτή την πρώην σοβιετική Δημοκρατία όπως και για την παρουσία των ρωσικών στρατευμάτων στην αποσχισθείσα περιοχή της Υπερδνειστερίας.
«Τέτοιου είδους ισχυρισμοί είναι ανυπόστατοι και ατεκμηρίωτοι», αναφέρεται σε ανακοίνωση του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, όπως μεταδίδει το Reuters. Η Ρωσία με τη σειρά της, κατηγόρησε την Ουκρανία ότι προκαλεί ένταση ανάμεσα στη Ρωσία και τη Μολδαβία λέγοντας ότι το Κίεβο προσπαθεί να παρασύρει την Μολδαβία «σε μια σκληρή αντιπαράθεση με τη Ρωσία».

Πηγή: www.militaire.gr

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.