Νόαμ Τσόμσκι για Κυπριακό: Μόνη λύση το «γαλλογερμανικό μοντέλο»

Λαϊκή οργάνωση εντός των δύο κοινοτήτων της Κύπρου προτείνει ο Αμερικανός διανοούμενος, μιλώντας στο 3ο Cyprus Forum του Οικονομικού Φόρουμ Δελφών. Το ζήτημα θα το καταπιεί ο κλιματικός όλεθρος που έρχεται στην Αν. Μεσόγειο, είπε. Καταπέλτης για την αμερικανική δραστηριότητα στην Ταϊβάν.

30 Σεπτεμβρίου 2022

«Η Κύπρος αντιμετωπίζει πολύ πιο σοβαρά προβλήματα από το τοπικό πρόβλημα της σύγκρουσης με την Τουρκία», ανέφερε ο γνωστός Αμερικανός διανοούμενος Νόαμ Τσόμσκι στο πλαίσιο συνέντευξής του στο Cyrpus Forum που διοργανώθηκε από το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών σε συνεργασία με τον μη κερδοσκοπικό, μη κυβερνητικό οργανισμό Oxygono.Ο Τσόμσκι, απαντώντας σε ερώτηση αναφορικά με τη σημασία της άρσης του εμπάργκο όπλων στην Κύπρο από τις ΗΠΑ και τι σημαίνει αυτό για την Κύπρο, απάντησε ότι κατά την άποψή του μάλλον δεν θα έχει μεγάλη επίδραση, αφού δεν υπάρχει πραγματικό θέμα άμυνας. Πιο συγκεκριμένα ανέφερε: «Η Κύπρος αντιμετωπίζει πολύ πιο σοβαρά προβλήματα από το τοπικό πρόβλημα της σύγκρουσης με την Τουρκία».

Τόνισε ότι είναι δυνατή μια πολιτική λύση για το Κυπριακό, αν και δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. «Θα χρειαστεί βούληση και από τις δύο πλευρές για να καταλήξουν σε συμβιβασμό, γιατί υπάρχει ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα στον κόσμο».

Σημείωσε ότι όχι μόνο οι δύο κοινότητες στην Κύπρο, αλλά και οι μεγάλες δυνάμεις πρέπει να βρουν τρόπο να συμβιβαστούν και να καταλήξουν σε διευθέτηση.

Όσον αφορά τις ενέργειες που μπορούν να γίνουν, ο Τσόμσκι πρότεινε λαϊκή οργάνωση εντός των δύο κοινοτήτων της Κύπρου, «οι άνθρωποι να συνειδητοποιήσουν ότι πρέπει να ενωθούν, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε δεν έχουν σύνορα».

«Τώρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ερώτημα αν θα σώσουμε την οργανωμένη ζωή στη γη, ένα ερώτημα που δεν έχει ανακύψει ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία», είπε, προσθέτοντας ότι στην Κύπρο οι κοινότητες πρέπει να οργανωθούν εσωτερικά, να συνδεθούν και να φτάσουν σε λύση. Έδωσε το παράδειγμα της Γερμανίας και της Γαλλίας που ήταν εχθροί για αιώνες, αλλά το 1945 άρχισαν να γίνονται σύμμαχοι στην Ευρώπη.

Πυρηνικός πόλεμος στον Ειρηνικό

Πρόσθεσε ότι άλλο σημαντικό ζήτημα είναι η αυξανόμενη απειλή πυρηνικού πολέμου, και ένα πιο σοβαρό πρόβλημα που εντείνεται αφορά την περιοχή του Ειρηνικού. «Δεν υπάρχουν πολλές αναφορές γι’ αυτό. αλλά αποτελεί πολύ σοβαρή απειλή το ότι οι ΗΠΑ αυξάνουν τις προκλήσεις για την Ταϊβάν».

Όπως ανέφερε, στις 14 Σεπτεμβρίου η Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων ενέκρινε σχεδόν ομόφωνα ένα ψήφισμα που θα μπορούσε να γίνει νομοθεσία, το οποίο ζητά την εγκατάλειψη της Πολιτικής της Μίας Κίνας, η οποία διατηρεί την ειρήνη εδώ και 50 χρόνια. Αυτό το ψήφισμα ουσιαστικά μετατρέπει την Ταϊβάν σε εταίρο του ΝΑΤΟ, αυξάνοντας τα όπλα από τις ΗΠΑ στην Ταϊβάν, συμπεριλαμβάνοντάς την σε στρατιωτικές ασκήσεις και αντιμετωπίζοντάς την όπως άλλες κυρίαρχες χώρες, είπε.

Αυτό είναι πραγματικό χτύπημα για την Κίνα, είπε σημειώνοντας ότι «εάν αυτό γίνει νομοθεσία, θα ξεσπάσει ένας άλλος πόλεμος σε αυτή την περιοχή, που σημαίνει πιθανός πόλεμος μεταξύ πυρηνικών δυνάμεων, που θα καταστρέψει τα πάντα πολύ γρήγορα. Αυτή είναι η κατάσταση».

Τέλος, αναφέρθηκε σε έκθεση που έδειξε ότι μέχρι το τέλος του αιώνα η υπερθέρμανση της ατμόσφαιρας θα προχωρεί δύο φορές πιο γρήγορα στη Μέση Ανατολή απ’ ό,τι στον υπόλοιπο κόσμο. «Μέχρι το τέλος του αιώνα οι θερμοκρασίες στην περιοχή θα έχουν ανέβει κατά 5 βαθμούς Κελσίου», καθιστώντας την περιοχή αβίωτη, πρόσθεσε. Επίσης ανέφερε ότι, σύμφωνα με νέες μελέτες, μέχρι το 2050 η στάθμη της θάλασσας στην ανατολική Μεσόγειο θα έχει ανέβει κατά ένα μέτρο και μέχρι το τέλος του αιώνα κατά 2,5 μέτρα. «Η Μέση Ανατολή έχει πλέον ξεπεράσει την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ινδία σε εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και η περιοχή είναι σημαντικός παραγωγός ορυκτών καυσίμων που μας καταστρέφουν», είπε. «Αυτό που συμβαίνει στην περιοχή μπορεί να καταστρέψει ανθρώπινες ζωές στο εγγύς μέλλον. Όλα τα άλλα είναι ασήμαντα. Όλα τα τοπικά προβλήματα θα εκλείψουν», τόνισε.

Πηγή: www.euro2day.gr

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.