Κυπριακό: Μεταξύ ήττας και καταστροφής

H διαλεκτική οικονομικής κρίσης και εξωτερικής πολιτικής

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Η ελληνική κοινωνία συνειδητοποιεί σταδιακά την έκταση της οικονομικής κατάρρευσης που την απειλεί, αν και δεν έχει μάλλον συνειδητοποιήσει πλήρως ότι θα ζήσει σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο κατανάλωσης. Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η πτώση αυτού του επιπέδου, αλλά ποιός θα πληρώσει τη νύφη, αν θα διατηρηθεί ένα μίνιμουμ κοινωνικής συνοχής και αν η χώρα θα ξαναβρεί παραγωγικό βηματισμό, ξεπερνώντας τη βαθύτατη πολιτισμική κρίση της. Αν κρίνουμε από το επίπεδο της πολιτικής και πνευματικής «ηγεσίας», μάλλον επιβάλλεται κάποιος σκεπτικισμός.

Αυτό που δεν έχει συνειδητοποιήσει η κοινή γνώμη, βοηθούσης της «συνωμοσίας σιωπής» των «Μέσων», είναι η σοβαρότητα δύο επιπλέον κρίσεων που απειλούν σοβαρά τη χώρα: της πολύ άμεσης απειλής για την εθνική κυριαρχία της και της οικολογικής κρίσης. Το συνολικό κοκτέιλ είναι ίσως το χειρότερο που εμφανίσθηκε μεταπολεμικά στην Ελλάδα.

Η ελληνική εθνική κυριαρχία δεν απειλείται τόσο από την οικονομική κατάσταση, τουλάχιστον άμεσα, όπως υποστήριξε ο Πρωθυπουργός, όσο μπορεί να απειληθεί, πολύ αμεσότερα, εντός του 2010, από πολιτικές επιλογές Λευκωσίας και Αθήνας. ‘Οσο για την άποψη ότι δεν μπορούμε, λόγω οικονομίας, να ασκήσουμε εξωτερική πολιτική, που ανοήτως (στην καλύτερη περίπτωση) διακινείται από κυβερνητικούς παράγοντες και σχολιαστές, ας μας επιτραπεί να την αντιστρέψουμε. Μη προστατεύοντας την ελληνική εθνική κυριαρχία δεν θα λύσουμε ούτε τα οικονομικά μας προβλήματα. Μια χώρα-προτεκτοράτο, υπό γεωπολιτική ομηρία, θα τη λεηλατήσουν και οικονομικά. (Μήπως άλλωστε κερδίσαμε τίποτα άλλο εκτός από «σφαλιάρες», και οικονομικές και γεωπολιτικές, από το ότι Τουρκία, Βρετανία και ΗΠΑ είναι περίπου αποκλειστικοί εταίροι μιας Ελλάδας που «σνομπάρει» Γαλλία, Γερμανία και Ρωσία;). Η φύση και αμεσότητα των προβλημάτων και απειλών που αντιμετωπίζει η χώρα είναι τέτοια που, ή θα μπορέσει να τα αντιμετωπίσει όλα, ή θα γνωρίσει εθνική καταστροφή. Και νάθελε, δεν διαθέτει την πολυτέλεια να διαλέξει ποιο πρόβλημα θα αντιμετωπίσει.

Κυπριακό: η καρδιά του ελληνοτουρκικού προβλήματος

Παρά τη σοβαρότητα των ζητημάτων στο Αιγαίο, τα Βαλκάνια, τη Θράκη, είναι εκτός συνόρων που η Ελλάδα αντιμετωπίζει στην πραγματικότητα τον σοβαρότερο, δυνητικά θανάσιμο κίνδυνο για την κυριαρχία της: στην Κύπρο, «καρδιά» της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.

Κύπρος και Ελλάδα είναι νομικά ανεξάρτητα κράτη, στην πραγματικότητα όμως η ύπαρξη και ασφάλειά τους είναι απολύτως αλληλένδετες, το ένα κράτος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο, είτε αυτό αρέσει στις ελληνιές κυβερνήσεις, είτε όχι. Στην Κύπρο ζουν σχεδόν ένα εκατομμύριο ‘Ελληνες, για τους οποίους, όσο κι αν θέλει, δεν μπορεί καμιά κυβέρνηση στην Αθήνα να αδιαφορήσει. Δεν μπορεί να ασκήσει πολιτική στο Αιγαίο, τη Θράκη ή οπουδήποτε αλλού, αν, ασκώντας την, κινδυνεύει να απειλήσει την ασφάλεια των Ελληνοκυπρίων.

Η ανάγκη κράτους και η κληρονομιά του 2004

Ο κύριος παράγων που διασφαλίζει την επιβίωση των Ελληνοκυπρίων μετά το 1974, είναι η ύπαρξη συντεταγμένου, διεθνώς αναγνωρισμένου κράτους. Κατά δεύτερο λόγο, είναι η αβεβαιότητα της ‘Αγκυρας για το κατά πόσο μια προέλαση στην Κύπρο θα προκαλέσει στρατιωτική απάντηση της Αθήνας. Φυσικά, μπορεί μια δύναμη να εισβάλει σε ένα ανεξάρτητο, διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος, καταβάλει όμως, σε αυτή την περίπτωση συνήθως αποτρεπτικό πολιτικό κόστος. Είναι, αντίθετα, πολύ πιο εύκολο να προκαλέσει κρίση χρησιμοποιώντας αδόκιμες ρυθμίσεις. Αυτό έκανε η Τουρκία στην Κύπρο το 1974, εκμεταλλευόμενη τους όρους των συνθηκών της Ζυρίχης και του Λονδίνου, ενώ δεν χρειάζεται να αναφερθούμε στον τρόπο που παρέκαμψε τις συμβατικές της υποχρεώσεις για να εκδιώξει τους ‘Ελληνες της Πόλης, της ‘Ιμβρου και της Τενέδου. Αν οι ‘Ελληνες της Κύπρου φύγουν από το καθεστώς «κανονικού» κράτους, που διαθέτουν σήμερα, για να υπαχθούν σε καθεστώς ιδιόμορφων «ρυθμίσεων», όπως αυτές που περιείχοντο στο σχέδιο Ανάν ή συζητώνται τώρα στις διαπραγματεύσεις της Λευκωσίας, αποποιούμενοι οι ίδιοι του δικαιώματος αυτοκυβέρνησης και αυτοάμυνας, θα διακινδυνεύσουν είτε να έχουν την μοίρα των ελληνικών μειονοτήτων στον τουρκικό χώρο, είτε να χρησιμοποιηθούν ως όμηροι για να υποχρεωθεί η Αθήνα (αν όχι και οι Βρυξέλλες) να ακολουθήσει τις επιταγές της ‘Αγκυρας (και της Ουάσιγκτον).

Το 2004, ο κυπριακός λαός διέσωσε το κράτος του και μαζί την Ελλάδα καταψηφίζοντας το σχέδιο Ανάν, σχέδιο που η πατρότητά του αποδόθηκε στον ΓΓ του ΟΗΕ, μόνο και μόνο γιατί κυπριακή και ελληνική κυβέρνηση, που το εκπόνησαν, δεν είχαν το θάρρος να το παρουσιάσουν οι ίδιες. Η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτικών, οικονομικών και εκδοτικών ελίτ υποστήριξε αυτό το σχέδιο. Αυτές οι «ελίτ», της κακιάς ώρας, είναι, δυστυχώς, σαν τους Βουρβώνους: δεν ξεχνάνε τίποτα και δεν μαθαίνουν τίποτα. Το σοκ του 2004 όφειλε να τις οδηγήσει σε μια γενναία επανεξέταση του συνόλου της πολιτικής τους στο κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά. Εκείνες έβγαλαν όμως κυρίως ένα συμπέρασμα: ότι πρέπει, την επόμενη φορά, να είναι πιο προσεκτικές. Η «τέχνη» που ξέρουνε καλά, αυτή στην οποία εκπαιδεύτηκαν και αυτή που άσκησαν όλη τους τη ζωή, δεν είναι να λύνουν μεγάλα προβλήματα, είναι κυρίως να κοροϊδεύουν τους ψηφοφόρους. Αυτό κάνουν συνήθως στην εσωτερική πολιτική, αυτό κάνουν και στην εξωτερική. Μόνο που ο μεν κόσμος δεν είναι λούνα παρκ, οι δε διεθνείς συμφωνίες και τα συντάγματα έχουν τεράστιες επιπτώσεις, δεν είναι απλά χαρτιά που μπορεί να γράφει κανείς ότι θέλει.

Μετατροπή της Τουρκίας σε «θύμα»

Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, συμβαίνουν τώρα τα εξής στο κυπριακό:

– Ελλάδα και Κύπρος έχουν επιτρέψει την έναρξη διαπραγματεύσεων τουλάχιστον στα μισά κεφάλαια μεταξύ Τουρκίας και ΕΕ (προχθές μάλιστα άνοιξαν ακόμα ένα) συνομολογώντας σιωπηρά ότι η στρατιωτική κατοχή της Κύπρου, η μη αναγνώρισή της και η στρατιωτική απειλή κατά της Ελλάδας είναι εντέλει μάλλον δευτερεύουσες διαφορές.

– Η Τουρκία, δύναμη που εισέβαλε στην Κύπρο, αλωνίζει την υφήλιο, διακηρύσσοντας σε όλους τους τόνους και σε όλα τα forum ότι οι Ελληνοκύπριοι ευθύνονται για το κυπριακό, επειδή καταψήφισαν το σχέδιο Ανάν. Κανείς δεν τους απαντά, αφού ούτε η ελληνική, ούτε η κυπριακή κυβέρνηση έχουν την παραμικρή διάθεση να υπερασπισθούν πολιτικά το ‘Όχι του κυπριακού λαού. Μια σοβαρή διεθνής πολιτική ήττα ήδη συντελείται.

– Ο κ. Χριστόφιας διαπραγματεύεται στη Λευκωσία σε μια βάση που έχει αποφασίσει αυθαιρέτως ο ίδιος, χωρίς να ρωτήσει καν τα συγκυβερνώντα κόμματα, βάση που απορρίπτει ο πληθυσμός σύμφωνα με επανειλημμένες δημοσκοπήσεις.

Που οδηγούν οι προτάσεις Χριστόφια

Τι προτείνει ο κ. Χριστόφιας στις συνομιλίες; Αντί το υπό δημιουργία κράτος να τίθεται υπό την τελική εξουσία τριών ξένων δικαστών που διόριζε ο Ανάν, όπως προβλεπόταν στο απορριφθέν σχέδιο, τώρα η εκτελεστική εξουσία δίδεται εναλλάξ σε εκπροσώπους της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας, με άλλα λόγια κατά περιόδους η Κύπρος θα έχει υποχρεωτικά Τούρκο Πρόεδρο. Κανείς όμως δεν απαντάει στο ερώτημα τι θα συμβεί αν ξεσπάσει μια κρίση, ανάλογη εκείνων του 1963 ή του 1974 με Τούρκο Πρόεδρο. Γιατί δεν θα κάνει αυτό που έκανε ο Μακάριος τότε, θα εξακολουθήσει δηλαδή να εκπροσωπεί εκείνος το κράτος, αναγνωριζόμενος διεθνώς;

Υποτίθεται ότι ο κύριος λόγος για την επιδίωξη της λύσης είναι η αποφυγή οριστικοποίησης της διχοτόμησης. Αυτό όμως που πραγματικά συζητείται είναι η δημιουργία δύο κρατών, με τη δική του αστυνομία το καθένα. Στην πραγματικότητα βέβαια αυτές οι αστυνομίες θα είναι καμουφλαρισμένες παραστρατιωτικές δυνάμεις και θα ασκούν την πραγματική κυριαρχία, ότι και να γράφει σχετικά η συμφωνία. Το υποτιθέμενο κοινό κράτος θα είναι αποστρατιωτικοποιημένο, δεν θα έχει δηλαδή το δικαίωμα της αυτοάμυνας και το μέσο της, ένοπλες δυνάμεις.

Οι κύριες αλλαγές που θα επιφέρουν αυτές οι προτάσεις, αν αποτελέσουν βάση επίλυσης του κυπριακού, είναι ότι θα υποβαθμίσουν την σημερινή Κυπριακή Δημοκρατία σε κρατίδιο κατά καιρούς υποκείμενο σε τουρκική εκτελεστική εξουσία, νομιμοποιώντας μια κατάσταση που θα έχει όλα τα μειονεκτήματα, αλλά κανένα από τα πλεονεκτήματα της διχοτόμησης.

Το ΑΚΕΛ είδε το 2008 το τυρί (της διακυβέρνησης), χωρίς να δει τη φάκα (του τι θέλουν από αυτό οι ‘Αγγλοι). Υποστηρίζει βέβαια ότι λόγω των υποχωρήσεων του παρελθόντος δεν μπορεί να λυθεί το κυπριακό παρά μόνο στη βάση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, την οποία ερμηνεύει παράγοντα τα ως ανωτέρω και πολλά άλλα τερατουργήματα, χωρίς προηγούμενο στην παγκόσμια συνταγματική ιστορία. Ακόμα όμως κι αν αποδεχθούμε αυτή την ιδέα, διερωτάται κανείς γιατί δεν περιορίζει τους ανήκουστους πειραματισμούς του στη ζώνη που προορίζεται για τους Τουρκοκύπριους., Ας περιορισθεί σε αυτή τη ζώνη η κυριαρχία της Δημοκρατίας, ας διατηρηθεί όμως αλώβητη στην ελληνοκυπριακή ζώνη, γιατί αυτή είναι εν τέλει η βασική συνθήκη επιβίωσης των Ελληνοκυπρίων και ασφάλειας της Ελλάδας.

Από αυτή την ιστορία μπορεί να προκύψει είτε μια σοβαρή εθνική ήττα είτε μια εθνική καταστροφή. Η ήττα έχει ήδη εν πολλοίς συντελεσθεί με την αποδοχή από την ελληνική πλευρά προτάσεων που ισοδυναμούν ουσιαστικά με παραίτηση της συντριπτικής πλειοψηφίας του κυπριακού λαού (82%) των δικαιωμάτων αυτοκυβέρνησης και αυτοάμυνας. Θα μετατραπεί σε εθνική καταστροφή, και για την Κύπρο και για την Ελλάδα, αν λύσεις, όπως αυτές που συζητώνται, υιοθετηθούν τελικά.

“Επίκαιρα”, 30.12.2009