Tag Archives: Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου

O Μακαριος Ενωπιον του Τετελεσμενου Εγκληματος της Ζυριχης – Μια προσωπικη μαρτυρια

Δημοσιεύουμε στη συνέχεια ένα πολύ ενδιαφέρον ντοκουμέντο, την προσωπική μαρτυρία του δημοσιογράφου Μιχάλη Στυλιανού που παρακολούθησε από κοντά την σύναψη των καταστροφικών συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου για την Κύπρο.

Η προσπάθεια να διαστρεβλωθεί η πραγματική ελληνική ιστορία είναι μόνιμη επιδίωξη των ελληνικών ελίτ που κυβερνούν τη νεώτερη Ελλάδα, κατά το μεγαλύτερο μέρος της νεώτερης ιστορίας της, για λογαριασμό των ξένων. Είναι επίσης και μόνιμη επιδίωξη του ξένου παράγοντα.

Στην περίπτωση του κυπριακού, η μόνιμη προσπάθεια είναι να αποδοθεί η εξέλιξή του σε ελληνικά λάθη και ιδίως σε λάθη που έκαναν όσοι ξεσηκώθηκαν εναντίον του δυτικού ιμπεριαλισμού ή να περιγραφεί ως μία ιστορία “ευκαιριών που χάθηκαν”.

Λάθη ασφαλώς έγιναν. ‘Ολοι κάνουν λάθη και είναι φυσικό να κάνουν λάθη οι ηγέτες μικρών λαών που ξεσηκώνονται εναντίον παντοδύναμων αυτοκρατοριών, οι οποίες δεν έχουν μόνο την στρατιωτική ισχύ με το μέρος τους, αλλά και όλο το Know How της Αυτοκρατορίας.

Ασφαλώς υπήρξαν και χαμένες ευκαιρίες. Η μεγαλύτερη από αυτές, στο κυπριακό, ήταν η ευκαιρία να σταθούν ομόθυμα στο πλευρό του εξεγερθέντος κυπριακού λαού η άρχουσα τάξη και το πολιτικό προσωπικό της Ελλάδας. Αν τόκαναν, η Βρετανία δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα, θα ήταν υποχρεωμένη να αποδεχτεί την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Και πάντως δεν θα μπορούσε να επιβάλει την νόθα και μη λειτουργική ανεξαρτησία ενός κράτους που, στις ίδιες του τις συστατικές ρυθμίσεις έκρυβε την ωρολογιακή βόμβα που θα το οδηγούσε, σχεδόν αναπόφευκτα, στην έκρηξη, όπως και συνέβη, ήδη από το 1963.

Πίσω από όλες τις μεγάλες καταστροφές στην ελληνική ιστορία (Μικρασιατική, Εμφύλιος, Δικτατορία, Τουρκική Εισβολή στην Κύπρο, Μνημόνια και Δανειακές) βρίσκει κανείς εύκολα ένα θεμελιώδες πρόβλημα: την Ξένη Εξάρτηση. Προφανώς υφίστανται και μεγάλα προβλήματα στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, μόνο όμως εξετάζοντας κανείς τη διαπλοκή αυτών των προβλημάτων με τον ιμπεριαλιστικό “υπερκαθορισμό” του ελληνικού κράτους, μπορεί να βγάλει κάποιο συμπέρασμα που να κάνει νόημα.

Σε ότι αφορά το κυπριακό, ο ιστορικός ηγέτης του ΑΚΕΛ Πλουτής Σέρβας υπενθυμίζει, στο βιβλίο του “Ευθύνες”, ότι τον Μακάριο δεν τον ενέπνευσε το ‘Αγιο Πνεύμα να αποδεχθεί την ανεξαρτησία στην περίφημη συνέντευξή του προς την Μπάρμπαρα Καστλ, αλλά, ποιός άλλος, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

ΔΚ

O Μακαριος Ενωπιον του Τετελεσμενου Εγκληματος της Ζυριχης – Μια προσωπικη μαρτυρια

του  Μιχαήλ Στυλιανού

19 Φεβρουαρίου 2018

 

Το άρθρο του ιστορικού κ. Νίκου Παπαναστασίου στον «Φιλελεύθερο», που αναδημοσιεύθηκε στην Αθήνα, με την επέτειο της συμφωνίας Καραμανλή-Μεντερές στη Ζυρίχη, παρουσιάζει την στάση του Μακαρίου στην μοιραία εκείνη συνθηκολόγηση του ελληνισμού κατά τρόπο που αφίσταται των πραγματικών γεγονότων εκείνων των τραγικών ημερών και αδικεί την μνήμη του μέχρι τότε Εθνάρχη των Ελλήνων.

Στον αναγνώστη με άμεση γνώση των γεγονότων και των προσώπων στα οποία αναφέρεται ο συντάκτης γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι πηγή των πληροφοριών του είναι κάποια απομνημονεύματα και μεροληπτικές μαρτυρίες και ότι δεν φρόντισε να συμβουλευθεί από τους παρόντες στο Λονδίνο, στην κορύφωση της τραγωδίας, (διστάζω μπροστά στον βαρύ χαρακτηρισμό προδοσίας, που ορμά απαιτητικά προς την γλώσσα μου), αυτούς που αντιστάθηκαν μέχρι τέλους, τους Τάσο Παπαδόπουλο, Bάσσο Λυσαρίδη και Ζήνωνα Ρωσσίδη –ίσως και Κρανιδιώτη, από τα λεγόμενα τρίτων.

Αποτελεί κατ’ αρχήν ριψοκίνδυνο άλμα ο ισχυρισμός του αρθρογράφου πως η τοποθέτηση του Καραμανλή ότι το Κυπριακό αποτελούσε «εθνική γάγγραινα» … που έπρεπε να θεραπευθεί «σε συνεννόηση με τους Τούρκους», είχε στηριχτεί στην δήλωση του Μακαρίου στην Μπάρμπαρα Κάσλ, τρεις μήνες νωρίτερα, ότι δέχεται ανεξαρτησία αντί ΄Ενωσης. Η θεώρηση του Κυπριακού ως «γάγγραινας», από τον Καραμανλή (αλλά και άλλους πολιτικούς της εποχής, προπάντων συμμάχους συμμάχων) ήταν κοινό πολιτικό –και διπλωματικό- μυστικό από την ανάφλεξη του ζητήματος και σε αυτήν ωφείλετο άλλωστε η επιλογή του από τον Βασιλέα Παύλο (Φρειδερίκη) για την διαδοχή του Παπάγου στην πρωθυπουργία και την ηγεσία του κόμματος Εθνικού Συναγερμού -αντί των αντιπροέδρων Στεφανόπουλου και Κανελλόπουλου, φυσικών διαδόχων του Παπάγου.

Οι θέσεις αυτές του Καραμανλή ήσαν γνωστές στους «συμμάχους» και έγιναν τελικά γνωστές και στον ελληνικό λαό, με την αποκάλυψη από την «Ελευθερία» του μυστικού «Μνημονίου» του Πιπινέλη, του αργότερα υπουργού εξωτερικών της Χούντας. Μετά την αρρώστια και τον θάνατο του Παπάγου, ο αγωνιζόμενος ελληνισμός της Κύπρου έμεινε ορφανός από κρατική υποστήριξη και το ορμητικό λαϊκό κίνημα αλληλεγγύης στην Ελλάδα καταπνίγηκε, με αστυνομική αγριότητα και νεκρούς στις τεράστιες διαδηλώσεις, νέων κυρίως, στους δρόμους της Αθήνας, από τον διαβόητο διοικητή της Ασφάλειας Ρακιντζή, με εντολές κυβέρνησης ή παρακράτους,.

Εχθρική στην ουσία ήταν η στάση του ελλαδικού κράτους στο Κυπριακό. Μέχρι την εκλογή του Γεωργίου Παπανδρέου, που ως αντιπολίτευση είχε στηλιτεύσει τις συμφωνίες και ως πρωθυπουργός έστειλε την μεραρχία στην Κύπρο, απέρριψε τις πιέσεις του Τζόνσον με τις προτάσεις ΄Ατσεσον και ανετράπη, όπως μας είχε προβλέψει στο αεροπλάνο της επιστροφής από την Ουάσιγκτον.

Αν δήλωσε ο Μακάριος στην βουλευτίνα του Εργατικού Κόμματος πως θα μπορούσε να δεχτεί ανεξαρτησία, ήταν πρώτον γιατί από την ελλαδική εξουσία δεν περίμενε πια καμιάν υποστήριξη και δεύτερον γιατί αναφερόταν σε πραγματική, όχι υπονομευμένη -με ωρολογιακό μηχανισμό- ανεξαρτησία.

Μόνιμος ανταποκριτής της αθηναϊκής εφημερίδας «Ελευθερία» στο Λονδίνο, από της παραίτησής του από το BBC, μετά τον απαγχονισμό των αγωνιστών της ΕΟΚΑ Καραολή και Δημητρίου, ο γράφων έζησε και κατέγραψε από την βρετανική πρωτεύουσα την εξέλιξη του κυπριακού αγώνα, τις βρετανικές αντιδράσεις και τα σχέδια Χάρντινγκ, Ράντκλιφ, Φουτ για την κατάπνιξή του και υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας πολλών αποκρουστικών εικόνων της θυσίας του στο Λονδίνο, τις τραγικές ημέρες προς την ολοκλήρωση του εγκλήματος της Ζυρίχης.

Ιδού ολίγα μόνο «ενσταντανέ», για την επανόρθωση της αδικίας, επειδή η επιστροφή στην εμπειρία αποτελεί ισόβια πληγή, πηγήν οδύνης. Λεπτομερή εξιστόρηση οι επιθυμούντες ας αναζητήσουν στον αντίστοιχο τόμο της «Ελευθερίας» (αλλά και του «΄Εθνους» και των «Νέων» ακόμη), σε κάποια βιβλιοθήκη, εάν δεν έχουν παντού σκιστεί αυτές οι σελίδες.

Μετά την άφιξη στο Λονδίνο των Καραμανλή, Αβέρωφ, Μπίτσιου και λοιπής διπλωματικής κουστωδίας από την Ζυρίχη αρχίζει ο αγωνιώδης πολυήμερος μαραθώνιος των Ελλαδο-κυπριακών διαπραγματεύσεων στην ελληνική Πρεσβεία. Οι Μεντερές, Ζορλού και λοιπή τουρκική αντιπροσωπεία, παρ΄ ολίγο να μην φθάσουν, κατόπιν ατυχήματος στην προσγείωση. Αλλά και εκεί η Κύπρος στάθηκε άτυχη.

Αν ενθυμούμαι σωστά (μετά από 60 χρόνια σχεδόν και χωρίς σημειώσεις) και ο Μακάριος ήρθε από την Κύπρο με καθυστέρηση και οι συνομιλίες (διαπραγματεύσεις) με την κυπριακή αντιπροσωπεία άρχισαν χωρίς αυτόν. Οι ΄Ελληνες ανταποκριτές, Σωτηριάδης (Βήμα-Νέα), Χατζηαργύρης (΄Εθνος και εφημερίδα της Κύπρου) και Στυλιανού (Ελευθερία), στημένοι έξω από την πόρτα της ελληνικής πρεσβείας, στην Upper Brook Street, όπου βρίσκονταν ήδη οι κυβερνώντες τις τύχες του έθνους, βλέπαμε τους Κυπρίους αντιπροσώπους να φθάνουν χαλαροί, χαμογελαστοί και αισιόδοξοι. Ακολουθούσε αναμονή, ορθοστασία μπροστά στην σκοτεινή κλειστή πόρτα και νευρική αδημονία, κάθε μέρα μακρύτερη.

Επειδή αυτό επαναλήφθηκε επί περισσότερες μέρες. Δεν θυμάμαι ακριβώς πόσες. Θυμάμαι μόνο τα πρόσωπα κατά την έξοδο. Την έκφραση των προσώπων που μιλούσε. Πρόσωπα σκοτεινά, πελιδνά, με χείλη σφιγμένα. Πρόσωπα με χαραγμένη την απογοήτευση, την απόγνωση. Αισθήματα που μου επιβεβαίωνε αργότερα ο διπλωματικός τότε σύμβουλος του Μακαρίου και διακεκριμένος νομικός Ζήνων Ρωσσίδης, κατόπιν πρεσβευτής στον ΟΗΕ ή στην Ουάσιγκτον, ο οποίος με τιμούσε με την εμπιστοσύνη και την φιλία του. Στο διάστημα αυτό οι ΄Αγγλοι είχαν ετοιμάσει το μέγαρο της διάσκεψης και περίμεναν, ανήσυχοι. Με την άφιξη του Μακαρίου, που κατέλυσε στο ξενοδοχείο Grosvenor στο Park Lane, όχι μακριά από την Πρεσβεία, οι μαραθώνιες συζητήσεις των δύο αντιπροσωπειών συνεχίζονταν σε γεύμα.

Είχα γράψει τότε στην Ελευθερία ότι «παρατίθενται δηλητηριώδη γεύματα στον Μακάριο». Ο πρέσβης Γεώργιος Σεφεριάδης, με τον οποίο διασταυρώθηκα στην σκάλα της πρεσβείας την επομένη, μου παρατήρησε με πικρό υπομειδίαμα «ώστε δηλητηριώδη γεύματα παραθέτουμε στον Μακάριο, κύριε Στυλιανού;» -«Θεωρώ θαύμα ότι επιζεί, κ. Πρέσβη». Η στιχομυθία αναφέρεται σαν μια ένδειξη του ηλεκτρισμού στην ατμόσφαιρα εκείνων των ημερών.

Διότι αυτά που γράφει ο κ. Παπαναστασίου περί «αμφιταλαντεύσεων» του Μακαρίου κ.λ.π. δεν ανταποκρίνονται προς τα γεγονότα των οποίων ο γράφων υπήρξε μάρτυρας.

Την τρίτη νομίζω ημέρα των «συσκέψεων» στην πρεσβεία, μερικοί της κυπριακής αντιπροσωπείας, σε ψυχική ταραχή κατά την έξοδό τους, δεν μπόρεσαν να κρατηθούν, μίλησαν. Είπαν πως ο Αβέρωφ έφτασε να τους απειλήσει, αν δεν δεχθούν την συμφωνία της Ζυρίχης. Με αιματοχυσία. «Το αίμα των θυμάτων θα είναι εφ’ υμών και επί των τέκνων υμών» τους είπε επί λέξει. Η φράση είναι έκτοτε χαραγμένη ανεξίτηλα στον εγκέφαλο του υπογράφοντος.

Ο Μακάριος και η αντιπροσωπεία που είχε στείλει ανθίστατο σθεναρά. Με ελάσσονα στόχο -όπως κρίνω- τουλάχιστον την απάλειψη των υπονομευτικών διατάξεων της συμφωνίας. Η ένταση είχε κορυφωθεί σε σημείο όξυνσης, στα όρια σύγκρουσης, στην οποία η κυπριακή πλευρά δεν μπορούσε να φτάσει με την «Μητέρα Πατρίδα».

Οι Βρετανοί ήσαν ανήσυχοι, αδημονούσαν. Ο Μπίτσιος (Δημήτρης, νομίζω) του υπουργείου Εξωτερικών και των Ανακτόρων, συντάκτης αργότερα των πολύκροτων βασιλικών επιστολών προς τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου, είχε αρχίσει παρασκηνιακή δράση διάβρωσης της κυπριακής αντιπροσωπείας.

Σε κάποια φάση «ανασύνταξης», επήγα να επισκεφθώ τον Εθνάρχη στο Ντόρτσεστερ. Θα ήταν γύρω στις 11 π.μ., Τον είδα από μακριά, με τον γαλάζιο χιτώνα που φορούν οι ιεράρχες στην κατοικία τους, ευθυτενή, γαλήνιο, επιβλητικό, ακτινοβόλο. Με σταμάτησε στον διάδρομο ένας Κύπριος νέος που γνώριζα από τα γραφεία της Εθναρχίας: «Που πας», με ρώτησε αναστατωμένος. «Μόλις του τηλεφώνησε η βασίλισσα. Οι τηλεφωνήτριες ξετρελάθηκαν…» -Ποια βασίλισσα, η Ελισάβετ; – Βρε ποια Ελισάβετ..Η Φρειδερίκη! Έκανα αμέσως μεταβολή και έτρεξα στο τέλεξ του τηλεγραφείου. Η «Ελευθερία» είχε την αποκλειστικότητα της είδησης ότι και η βασίλισσα Φρειδερίκη είχε προστεθεί στην μέγγενη των πιέσεων στον Μακάριο να υπογράψει. Στην Βουλή έγιναν επεισόδια, συγκρούσεις με πέταγμα αντικειμένων. Την επομένη το δημοσίευε η Γκάρντιαν. Βήμα, Νέα και ΄Εθνος το έγραψαν την μεθεπομένη. Δεν υπήρξε διάψευση.

΄Αλλο στοιχείο ανατροπής του ισχυρισμού περί «αμφιταλαντεύσεων» του Μακαρίου ενώπιον της «Ζυρίχης»: Αναζητώντας ακλόνητο έρεισμα για την απόρριψη ή επαναδιαπραγμάτευση της Ζυρίχης, ο Μακάριος κάλεσε από την Κύπρο τα μέλη της Εθναρχίας, (άτυπου εθνικού συμβουλίου), στων οποίων την στήριξη υπολόγιζε. Τους είδα ένα απόγευμα συγκεντρωμένους (καμιά εικοσαριά) στο αίθριο του Κλάριτζες (ξενοδοχείου των εστεμμένων επισκεπτών), όπου έμενε η ελληνική αντιπροσωπεία. Έγινα εκεί μάρτυρας του αθλιέστερου θεάματος πολιτικού μαγειρέματος ή παζαριού, πριν την Αποστασία του 1965 στην Αθήνα.

Μοναδική ελλαδική παρουσία στο αίθριο, ο πανταχού αίλουρος διπλωμάτης Μπίτσιος, περιέφερε το κάθισμά του από τραπέζι σε τραπέζι, διπλάρωνε πρόσωπα της Εθναρχίας που είχε επισημάνει ως «μαλακούς στόχους» και έσκυβε στο αυτί τους. Θυμάμαι ότι άρχισε από τον Δέρβη, τότε δήμαρχο της Λευκωσίας, σωματώδη με τριχωτό πρόσωπο -όπως μου φάνηκε- και ευχαριστημένο από όσα του έμελπε ο Μπίτσιος στο αυτί. ΄Ηταν εξόφθαλμο ότι τις απειλές προς την αντιπροσωπεία είχαν διαδεχθεί οι υποσχέσεις και οι δελεασμοί προς τους Κύπριους προύχοντες, από τους οποίους ο Μακάριος περίμενε στήριξη. Και οι οποίοι βαθμιαία αυτομόλησαν -πλην ελαχίστων.

Μετά την πτώση της αυλαίας, ο αείμνηστος Ζήνων Ρωσίδης μου αφηγείτο: «Την νύκτα δεν εκοιμήθηκα. Με κατέτρωγε η στρωμνή, όπως τον Μωάμεθ την παραμονή της αλώσεως, κατά την ιστορική αφήγηση. Πρωί έτρεξα στον Μακάριο με την ιδέα της απελπισίας, μπροστά στο αδιέξοδο: Σήκω και φύγε. Μην δεις κανέναν, μην πεις τίποτα. Πάρε το αεροπλάνο και γύρνα στην Κύπρο!»

Την επομένη, στο Λάνκαστερ Χάουζ (αν δεν σφάλλομαι) τελικά υπογράφτηκε η επάρατη συμφωνία, που επιστρέφοντας ο Μακάριος έπρεπε να υποκριθεί στον λαό πως ήταν ικανοποιητική.

Το βράδυ η ελλαδική αντιπροσωπεία έδωσε εορταστική δεξίωση με σαμπάνιες, στην αίθουσα των κατόπτρων του Κλάριτζες. Δεν βλέπω τον Μακάριο στην εικόνα της μνήμης μου. Βλέπω το επεισόδιο που σημειώθηκε στον πανηγυρικό του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, όταν τον διέκοψε ο υπογραφόμενος δημοσιογράφος με την φράση «Οι Τούρκοι πρέπει να πανηγυρίζουν τώρα…». Η φράση δεν ολοκληρώθηκε, ο πρωθυπουργός τον άρπαξε από τα πέτα, φωνάζοντας για «μικρούς ανθρώπους που επιχειρούν να μειώσουν μιαν μεγάλη ιστορική στιγμή.» Οι άλλοι παρόντες δημοσιογράφοι έκαναν βήματα αλληλεγγύης προς τον σειόμενο συνάδελφό τους, ο πρωθυπουργός ηρέμησε, χτύπησε τον αυθάδη νέο φιλικά στην πλάτη: «Εσύ ποιας εφημερίδας είσαι, ρε;» Στην «Ελευθερία» δεν στάλθηκε αυτό το συμβάν. Το είδα αργότερα δημοσιευμένο στα «Νέα».

Ψιλόβρεχε εκείνη τη νύχτα. Από το Κλάριτζες στην οικογενειακή εστία, μισή ώρα πεζοπορίας περίπου: Park Lane μέχρι Μarble Arch και στροφή στην Εdgewear Road μέχρι την γωνία της George Street, με την γραφομηχανή Ηermes στο χέρι, ένα τόνο βάρος στα πόδια και στην καρδιά, με υγρό το πρόσωπο από την βροχή και τον θρήνο για τον θάνατο ενός νεανικού ονείρου. Του ονείρου για μιαν ελληνικήν αναγέννηση, σε μεγαλύτερη κλίμακα αυτής που ακολούθησε την ένωση της Κρήτης με Βενιζέλο, με ενωμένους τους ΄Ελληνες στην εθνική χειραφέτηση και την κατάκτηση ενός μέλλοντος ελευθερίας, δημοκρατίας, αξιοπρέπειας.

Νικήθηκε και συντρίφτηκε από αυτούς που μας ήθελαν -και αυτούς που βολεύονταν έτσι- το κράτος της Ψωροκώσταινας, της διχόνοιας, της μιζέριας και της κομπίνας, έτσι που μας περιέγραφαν τότε οι Τάϊμς, το γραφικό μπουλούκι –παλιά με τσαρούχια και φουστανέλες, τότε με φράγκικα- κάτω από την Ακρόπολη, σύμβολο ενός πολιτισμού του οποίου νόμιμοι πλέον πνευματικοί κληρονόμοι είναι οι σπουδαγμένοι σε Οξφόρδη και Κέμπριτζ (και Χάρβαρντ και Γαίηλ) Αγγλοσάξωνες.

* Μένει το θέμα του πρεσβευτή, που φροντίζει ο ερευνητής-ιστορικός κ. Παπαναστασίου. Είναι γεγονός ότι ο αείμνηστος Αλέξανδρος Ξύδης, τότε σύμβουλος Τύπου της Πρεσβείας, αργότερα Πρέσβης και φίλος μου ως το τέλος, από τότε και επί χρόνια αργότερα με διαβεβαίωνε πως ο Γιώργος Σεφέρης ήταν αντίθετος με τις συμφωνίες που υπέγραφαν. Και είναι επίσης γεγονός ότι ο ίδιος δεν αναμείχθηκε στις αθλιότητες που διαπράχθηκαν στην συνέχεια. Ωστόσο το ερώτημα παραμένει: Γιατί αυτός, ο ποιητής, με τα αυξημένης ευαισθησίας κριτήρια πατρίδας, ιστορίας, χρέους, τιμής, δεν παραιτήθηκε σε εκείνη την κρίσιμη για το ΄Εθνος ιστορική στιγμή –χειρονομία που μπορεί να έκρινε και την λύση του δράματος;

 

Κυπρος: Προς «αλλαγη καθεστωτος»;

Η Διασκεψη της Γενευης, η μετατροπη της Κυπρου σε προτεκτορατο και η ελληνικη Αριστερα *

Του Δρ. Συνταγματικού Δικαίου Δημήτρη Μπελαντή
πρ. μέλους της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ

Το βιβλίο του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου  αποτελεί άλλον  ένα κρίκο στην προσπάθεια του συγγραφέα και ορισμένων αξιόλογων ανθρώπων και πρωτοβουλιών, δυστυχώς  όχι αρκετών, ακόμη τουλάχιστον , να ενεργοποιήσουν  το κοινωνικό ενδιαφέρον απέναντι στην συγκροτημένη  εδώ και πολύ καιρό  προσπάθεια  από τα διεθνή  δυτικά ιμπεριαλιστικά  κέντρα, και ιδίως την Βρετανία και τις ΗΠΑ, να καταργήσουν την Κυπριακή Δημοκρατία και να εγκαταστήσουν στην θέση της ένα κράτος-προτεκτοράτο  και ουσιαστικά μη κράτος. Θα επιμείνω , λόγω και της ιδιότητάς μου ως νομικού, που ασχολείται  μακροχρόνια με το συνταγματικό δίκαιο,  να επισημάνω και να υπενθυμίσω ορισμένες σταθερές και , εξ όσων γνωρίζω,  αδιαμφισβήτητες αρχές της δημοκρατικής κρατικής κυριαρχίας και του ανεξάρτητου δημοκρατικού  κράτους ως υπόστασης. Θεωρώ ότι ο ΔΚ, αν και μη επαγγελματίας νομικός, έχει πολύ ορθά επιμείνει σε αυτές  τα αναμφισβήτητες και σχεδόν αυτονόητες   προϋποθέσεις :

1 Δεν υφίσταται σε καμία περίπτωση ένα ανεξάρτητο και δημοκρατικό κράτος, όταν αυτό δεν αυτοσυντάσσεται και δεν καθορίζει ο λαός του ( με την ευρύτερη έννοια των υπηκόων του και την στενότερη έννοια του εκλογικού σώματος αυτού) την συνταγματική/πολιτειακή του μορφή,  το πολίτευμά του και ευρύτερα το Σύνταγμά του.  Ο λαός ενός δημοκρατικού και ανεξάρτητου  κράτους διαμορφώνει μέσω εκλογών την πρωτογενή συντακτική του συνέλευση και στην επόμενη φάση μέσω Αναθεωρητικών Βουλών  , που εκλέγει, τροποποιεί τα Σύνταγμα  μέσα στα όρια της πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας.  Αν θελήσει αυτός ο λαός να αλλάξει ριζικά αυτό το Σύνταγμα,  εκλέγει εκ νέου μια Συντακτική Συνέλευση, η οποία  θέτει ένα θεμελιακά  νέο Σύνταγμα (1975). Δεν είναι δυνατόν μια Διεθνής Σύσκεψη να συντάξει ένα κράτος με έγκυρο τρόπο συνταγματικά και διεθνοδικαιικά.  Αν αυτό συμβεί, το κράτος που συντάσσεται έτσι  δεν είναι ούτε ανεξάρτητο ούτε κυρίαρχο  , αφού το όργανο που διαμορφώνει το Σύνταγμα είναι η Σύσκεψη αυτή και στην πραγματικότητα αυτό το όργανο είναι και ο κυρίαρχος αυτού του κράτους.  Αν αυτό συνέβη κατά τρόπο απαράδεκτο με τις Συνθήκες του 1959 στην Κύπρο, δεν υφίσταται κανένας λογικός λόγος, να επαναληφθεί αυτή η πρακτική σήμερα , καθώς επίσης να επαναληφθούν στο κοντινό μέλλον καταστάσεις αποτρόπαιες  όπως ο Εμφύλιος των κοινοτήτων και μια εισβολή τύπου 1974. Ένα κράτος που δεν αυτοσυντάσσεται  δεν μπορεί να είναι και κυρίαρχο με βάση τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ.

2 Δεν υφίσταται σε καμία περίπτωση  ένα ανεξάρτητο και δημοκρατικό κράτος, ακόμη και ένα ομοσπονδιακό κράτος, αν η κρατική βούληση στα όργανά του δεν διαπιστώνεται  με όχημα την αρχή της πλειοψηφίας .  Είναι δυνατόν σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα μια οποιαδήποτε μειοψηφία να έχει δικαίωμα  βέτο ; Αυτό το κράτος θα παραλύσει αργά ή γρήγορα, θα φθαρεί σε μη βίαιες και τελικά και σε βίαιες διαμάχες μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας και, στο τέλος,  θα καταλυθεί.   Ακόμη και σε ένα ομοσπονδιακό κράτος που λειτουργεί εύνομα και αποτελεσματικά  δεν είναι δυνατόν , πέρα από  αμιγώς περιφερειακά  ζητήματα, να δοθεί η εξουσία σε μια μειοψηφία να ανασχέτει τη ν πλειοψηφία.  Σκεφθείτε μια Γερμανία όπου η Βαυαρία ή η Σαξονία θα σταματούσε την ομοσπονδιακή  λειτουργία θέτοντας βέτο σε πλειοψηφικά ειλημμένες αποφάσεις της Μπούντεσταγκ, όπως λ.χ. ο ομοσπονδιακός προυπολογισμός ή η λήψη απόφασης για αποστολή γερμανικού στρατού στο εξωτερικό . Στο ν πληθυσμό  της Κυπριακής Δημοκρατίας  υπολογίζονται  βέβαια και πολίτες που είναι Τουρκοκύπριοι, αλλά είναι ένα μεγάλο ζήτημα αν αυτό πρέπει να συμπεριλάβει και πληθυσμούς σε κατειλημμένα στρατιωτικά τμήματα της ΚΔ, που αυτήν την στιγμή  δεν ανήκουν και πιθανότατα, κατά ένα μέρος,  δεν  θέλουν να ανήκουν στην ΚΔ, όπως αυτή  είναι διαμορφωμένη ιστορικά.

3 Το παραπάνω δεν αναιρεί ότι μια εθνική μειονότητα  σε ένα  κράτος, είτε ομοσπονδιακό είτε  ενιαίο,   έχει και πρέπει να έχει πολιτιστικά, θρησκευτικά η άλλα  δικαιώματα που συνδέονται με τον σεβασμό της αξίας των μελών της και με μορφές αυτοπροσδιορισμού που δεν απειλούν την ενιαία κρατική υπόσταση. Όμως, είναι ριζικά άλλο πράγμα  ο σεβασμός των μειονοτικών δικαιωμάτων και άλλο η αναγωγή της μειονότητας σε δύναμη που μπλοκάρει την  δημοκρατική συνταγματική λειτουργία. Πόσο μάλλον που , όπως δείχνει και η  διεθνής εμπειρία, η ανασχετική λειτουργία μιας μειονότητας συνήθως δεν προωθεί τα δικά της  γνήσια συμφέροντα αλλά  τα συμφέροντα τν ισχυρών διεθνών δυνάμεων που την χειραγωγούν.  Δεν πρέπει να συγχέουμε την υπεράσπιση των όποιων μειονοτικών δικαιωμάτων  με την μετατροπή μιας μειοψηφίας σε κατ’ ουσίαν πλειοψηφία, στα πλαίσια του σχηματισμού της ενιαίας κρατικής βούλησης. Και την μετατροπή έτσι της μειονότητας σε παράγοντα κατάλυσης του κράτους ( ας θυμηθούμε εδώ το περίφημο παράδειγμα των Σουδητών στην Τσεχοσλοβακία του Μεσοπολέμου αλλά και την υποδαυλιζόμενη  από τους Βρετανούς τουρκοκυπριακή  μειονότητα μετά το 1960- χωρίς να αγνοούμε και σοβαρές ευθύνες της ελληνοκυπριακής πλευράς )

4 Το κρίσιμο ζήτημα των «εγγυήσεων» και του κρατικού μονοπωλίου βίας. Όπως γνωρίζουμε κοινωνιολογικά από το έργο του Μαξ Βέμπερ και νομικά ιδίως από το έργο του Ρούντολφ Γερινγκ και του Βάλτερ Γέλλινεκ, δεν υφίσταται  κράτος κυρίαρχο, αν δεν έχει την υλική ισχύ, την δυνατότητα υλικής βίας και καταναγκασμού, για να επιβάλει σε μια επικράτεια την θέλησή του. Πιο ειδικά διατυπωμένο, αν δεν έχει το μονοπώλιο άσκησης   νόμιμης βίας. Σε μια εποχή όπου μεγάλες και άλλοτε κραταιές κρατικές υποστάσεις  διαλύονται ( π.χ. Ιράκ, Γιουγκοσλαβία) ή γίνονται κάτι σαν το Φαρ Ουέστ (Συρία, Λιβύη, αραβικές χώρες κα) , η αντίστιξη αυτή μεταξύ υλικής βάσης και συνεπειών από την απουσία της   δείχνει πολύ δραματικά την σημασία του κρατικού μονοπωλίου  νόμιμης βίας. Το μόρφωμα που πιθανόν θα προκύψει από  την Διάσκεψη της Γενεύης δεν θα έχει δυνάμεις ασφαλείας όχι από έναν αναρχικού τύπου πασιφισμό, όπως εύστοχα παρατηρεί ο συγγραφέας, αλλά επειδή ακριβώς πρέπει να είναι κάτι πολύ λιγότερο από υπαρκτή κρατική  υπόσταση. Θα έχει μια αορίστως προσδιοριζόμενη ομοσπονδιακή αστυνομία και θα υπόκειται σε μια «Διεθνή Αστυνομία»    Πρέπει να είναι ένα μόρφωμα  υποκείμενο χωρίς δυνατότητα αντίστασης  σε πιθανές επεμβάσεις εγγυητριών ή άλλων δυνάμεων  ( και ας θυμηθούμε εδώ ότι η Κύπρος γνώρισε το 1974 την στρατιωτική επέμβαση της μιας εγγυήτριας δύναμης και  την πολιτική επέμβαση μιας άλλης , με την τρίτη, όπως και τις ΗΠΑ,  να χειραγωγούν την όλη εξέλιξη). Πρέπει, ακόμη, να είναι υποκείμενο στην στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας, της οποίας τα στρατεύματα, σε αντίθεση με τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, δεν θα αποχωρήσουν «αμέσως» και πιθανότατα δεν θα αποχωρήσουν ποτέ.

5 Ένα επόμενο ζήτημα είναι το ζήτημα της νομικής  ισχύος της Ζυρίχης και συνολικά των Συνθηκών του 55 και του 59. Σωστά ο ΔΚ διαφοροποιεί μεταξύ της ισχύος τους ως γεγονότος θεμελιωτικού του κράτους της ΚΔ  και της ισχύος τους ως γεγονότος αντικείμενου  στις γενικές  αρχές  του διεθνούς δικαίου. Και ναι μεν η Ζυρίχη αποτέλεσε κρίσιμο παράγοντα διαμόρφωσης του αρχικού Συντάγματος της ΚΔ, όμως, μετά το 1974 , από όσο γνωρίζω, με βάση την κατάσταση που διαμορφώθηκε, υπήρξαν σημαντικές Συνταγματικές Τροποποιήσεις, αναγκαστικά χωρίς  την συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων, ορισμένες κρίσιμες διατάξεις , που αφορούσαν στην συμμετοχή ων Τουρκοκυπρίων στα κρατικά όργανα ετέθησαν σε αναστολή και διαμορφώθηκε ένα ιδιόμορφο «δίκαιο της ανάγκης», το οποίο συγκαθόρισε την συνταγματική  πραγματικότητα της ΚΔ. Ό,τι και αν ειπωθεί σήμερα από τον Κύπριο Πρόεδρο ή από δυνάμεις που επιθυμούν αυτήν την «ψευδολύση» του Κυπριακού ,  η σημερινή συνταγματική πραγματικότητα της ΚΔ, εδώ και δεκαετίες,  δεν είναι ταυτόσημη με το αρχικό Σύνταγμα ούτε επικαθορίζεται άμεσα από τις Συνθήκες του Λονδίνου και της Ζυρίχης. Σχετικό με αυτό  είναι τα ζήτημα ότι υπάρχουν στην Κύπρο δύο εθνότητες  -μια πλειοψηφική και μια μειοψηφική,  οι οποίες θα μπορούσαν με όρους δημοκρατίας να συναποτελέσουν τον πληθυσμό της ΚΔ, χωρίς αυτή να καταλυθεί . Όμως, ίσως είναι διαφορετικό το δύο εθνότητες από το δύο κοινότητες. Καθώς το σχήμα «δύο κοινότητες» παραπέμπει όντως σε αποικιακή διοίκηση αλλά και στεγανοποιεί τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους, τους ωθεί σε μια φατριαστική αντιπαράθεση  και θέτει τους όρους για ένα παρατεινόμενο «διαίρει και βασίλευε» εκ μέρους των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η παρατήρηση του ΔΚ ότι όλη αυτή η εξέλιξη έρχεται  να επιταχυνθεί όχι τόσο λόγω της αδιαλλαξίας  ή της πίεσης του τουρκικού παράγοντα- ο οποίος μάλλον μπλοκάρει παρά επιταχύνει  την εξέλιξη, αλλά λόγω της πίεσης του δυτικού ιμπεριαλιστικού παράγοντα ( ΗΠΑ-Βρετανία –Ισραήλ)  , ο οποίος θέλει να ελέγξει και να χειραγωγήσει  το υπό διαμόρφωση μόρφωμα , λόγω της τεράστιας γεωπολιτικής του σημασίας σε μια συγκυρία αλλαγής των ισορροπιών στη Μέση Ανατολή, αλλά και ενός νέου ουσιαστικά Ψυχρού Πολέμου έναντι της Ρωσίας και της Κίνας.  Και μάλιστα την ίδια στιγμή, η πίεση του δυτικού ιμπεριαλιστικού παράγοντα συνδέεται με μεγάλες γεωπολιτικές αναταράξεις ( Συρία, Ουκρανία,  Βόρεια Αφρική) αλλά και με την «προτεκτοροποίηση»  στην περιοχή τόσο του ελληνικού κράτους  . Ένα κράτος που  στην οικονομική και δημοσιονομική του ζωή  και στην δημοκρατική του λειτουργία δεν διαθέτει καμία ανεξαρτησία έναντι της ΕΕ, της Γερμανίας και των ΗΠΑ, όπως το ελληνικό, γίνεται μοχλός κάτω από  την δήθεν κυβέρνηση της Αριστεράς των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛΛ για να επιταχυνθεί η διάλυση και η προτεκτοροποίηση ενός άλλου κράτους, με το οποίο  σε μεγάλο βαθμό έχει κοινή εθνική υπόσταση και καταγωγή.  Αυτό είναι μια εξέλιξη  που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να προχωρήσει. Γεννάται , βέβαια, ένα μεγάλο ζήτημα για το ποιοι είμαστε «εμείς» που δεν θα το επιτρέψουμε.  Ο ελληνικός  λαός, με την έννοια της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας , των εργαζομένων και μικρομεσαίων κοινωνικών  τάξεων, έχει ωθηθεί από την κυβέρνησή του σε μια κατάσταση επικίνδυνης κοινωνικής απάθειας και κλεισίματος σε μια παθητική και καταθλιπτική αδράνεια. Στον βαθμό που αυτός ο λαός, μετά την  ματαίωση του «καλοκαιριού του 2015» δυσκολεύεται να παλέψει ακόμη και για τα πολύ άμεσα δικαιώματά του, την εργασία, τον μισθό, την μη κατάσχεση του σπιτιού του, την μη φορολήστευσή του, την προστασία του κοινωνικού κράτους και του δημόσιου πλούτου και περιουσίας, που η «Αριστερά» συστηματικά εκποιεί στα ε λληνικά και ξένα καπιταλιστικά  κονσόρτσιουμ, ίσως  φαντάζει πολύ δύσκολο να φανταστούμε μια πλειοψηφική κινητοποίηση και ευαισθητοποίηση  του ελληνικού λαού υπέρ της προστασίας της ΚΔ, όμοια με εκείνη  του 204 κατά του Σχεδίου Αναν.

Αριστερά και εθνικό ζήτημα

Όμως, και χωρίς να  είμαστε αιθεροβάμονες ή υπεραισιόδοξοι,  αξίζει να επιμείνουμε  στο ότι η οικονομική  βύθιση της Κύπρου  το 2013 και η βύθιση της Ελλάδας από  το 2010 ως σήμερα, καθώς επίσης και η πολύπλευρή εξάρτηση από τον ευρωπαικό και τον αμερικάνικο  ιμπεριαλισμό και των δυο κρατών, πέρα από την εθνική κοινότητα, δείχνουν και μια κοινότητα μοίρας και πεπρωμένου. Κι ακόμη περισσότερο , και οι δύο χώρες, για να κατανοηθεί η πορεία τους, αντιμετωπίζουν ιστορικά και ακόμη μια προοπτική μακροχρονης αποικιακής και νεοαποικιακής διοίκησης. Από εκεί οι κοινότητες και οι εγγυήτριες δυνάμεις, από εδώ οι ανεξάρτητες αρχές στα οικονομικά, οι προυπολογισμοί  που συντάσσουν οι Θεσμοί, τα συνεχή Μνημόνια, η  καταστροφή κάθε κοινωνικής και αναπτυξιακής προσπάθειας. Οι μορφές παραλλάσσουν, τα περιεχόμενα συγκλίνουν. Μήπως πρέπει να επιμείνουμε περισσότερο στο να ανακαλύψουμε πώς παράγονται παράλληλες  και κοινές διέξοδοι σε αμέσως παράλληλα και κοινά αδιέξοδα ;

 

(*) Το κείμενο αυτό είναι η ομιλία του Δημήτρη Μπελαντή σε συζήτηση-παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου «Η Κύπρος σε Παγίδα (γιατί θέλουν μια Κύπρο χωρίς ‘Ελληνες)», εκδόσεις Ινφογνώμων, που πραγματοποιήθηκε από το Λαϊκό Πανεπιστήμιο της Αγ. Παρασκευής στις   29-11-2017. Ο Δημήτρης Μπελαντής είναι συνταγματολόγος και διετέλεσε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ.

 

Απατη τα περι αποχωρησης τουρκικων στρατευματων από την Κυπρο

του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Πρώτη δημοσίευση 18/1/2017

 

Η κυπριακή και η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι προσέρχονται στη Γενεύη ανυποχώρητες στο θέμα των εγγυήσεων και ξένων στρατευμάτων στην Κύπρο.

Αυτό δεν είναι ασφαλώς το μόνο κρίσιμο θέμα – διότι δεν αρκεί να φύγουν τα στρατεύματα, πρέπει να μας προκύψει στο τέλος και κάποιας μορφής κράτος στο νησί, όχι μπάχαλο. Είναι όμως ένα από τα κρισιμότερα.

Αν αυτό όντως προκύψει ο γράφων θα είναι ο πρώτος που θα χαιρετίσει αμφότερες τις κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης κριτικής ή διαφωνίας.

Εν τούτοις, δις εξ αμαρτείν ουκ ανδρός σοφού, πόσο μάλλον πολλάκις εξ αμαρτείν.

Ο μεν Αναστασιάδης εξελέγη υποσχόμενος να μην επιτρέψει ποτέ το κούρεμα των καταθέσεων, που έκανε δύο μήνες μετά την εκλογή του και αφού φρόντισε τα οικονομικά της οικογενείας του. Εξελέγη επίσης διακηρύσσοντας ότι το σχέδιο Ανάν και οι συγκλίσεις Χριστόφια-Ταλάτ έχουν πεθάνει. Ευθύς μετά την εκλογή του ανέστησε τους πεθαμένους και άρχισε επί τη βάσει αυτών τις διαπραγματεύσεις.

Ο ελληνικός λαός εμπιστεύτηκε τη διαβεβαίωση της παρούσας κυβέρνησης ότι δεν θα υπογράψει νέα Μνημόνια, για να ξυπνήσει με το τρίτο και χειρότερο. Αν ήταν σοφότερος θα είχε ανησυχήσει πολύ νωρίτερα και οπωσδήποτε διαβάζοντας την επιστολή του ‘Ελληνα Υπουργού Οικονομικών προς τους Ευρωπαίους συναδέλφους του, στην αρχή ήδη της διαπραγμάτευσης, που αναγνώριζε και τις προηγούμενες συμφωνίες και το ελληνικό δημόσιο χρέος.

Γι’ αυτό και θέλουμε να τους πιστεύουμε όλους αυτούς, μακάρι να λένε αλήθεια αυτή τη φορά, αλλά προτιμάμε να παραμένουμε άπιστοι Θωμάδες, μέχρις αποδείξεως τού, και ευχόμενοι να αποδειχθεί το ενάντιο.

Γιατί διαφορετικά, αν τυχόν γίνει κάποιο λάθος στο κυπριακό τώρα, στην κατάσταση που είναι η Ελλάδα, μπορεί να είναι η χαριστική βολή στον ελληνικό λαό στο σύνολό του. Καλύτερα λοιπόν σε αυτή την περίπτωση να μην ακολουθήσουμε το “Πίστευε και μη ερεύνα”, αλλά το “Ερευνάτε τας Γραφάς”.

Πόσο μάλλον που οι εκπρόσωποι τόσο της Λευκωσίας, όσο και της Αθήνας, με την ορολογία που οι ίδιοι χρησιμοποιούν εγείρουν σοβαρότατα ερωτηματικά για το τι εννοούν αμφότερες με τη φόρμουλα “λύση χωρίς ξένα στρατεύματα και εγγυήσεις”. Διαφωτιστικές επ’ αυτού είναι οι συνεντεύξεις των κ.κ. Κοτζιά και Αναστασιάδη στη Καθημερινή (26-9-2016 και 25-12-2016) που κάνουν λόγο για μεταβατικές περιόδους αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων, αφού προηγουμένως έχει διαλυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία και η Εθνοφρουρά της.

  1. Τα τουρκικά στρατεύματα θα μείνουν για πάντα αν δεν έχουν αποχωρήσει προ της εφαρμογής της λύσεως και όχι μετά τη λύση.

Υποστηρίζεται ότι χρειάζεται μια μεταβατική περίοδος για την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων (“και για πρακτικούς λόγους”, Καθημερινή, τους άλλους τους αγνοούμε).

Τα τουρκικά στρατεύματα ήρθαν πολύ γρήγορα στην Κύπρο και δεν καταλαβαίνουμε γιατί δεν μπορούν να φύγουν εξίσου γρήγορα. Αν όμως δεν μπορούν να φύγουν τότε μπορούμε ασφαλώς να περιμένουμε όσο χρειάζεται για να φύγουν και μετά να εφαρμόσουμε τη λύση.

Διότι αυτό που τώρα ζητείται από την ελληνική πλευρά είναι στην πραγματικότητα να διαλυθεί το υπάρχον κυπριακό κράτος και η Εθνοφρουρά του έναντι μιας υποσχέσεως του κ. Ερντογάν.

  1. Θα τηρήσει η Τουρκία τις υποσχέσεις της;

Δεν βλέπω κανένα λόγο να είμαι πιο Τούρκος από τους Τούρκους, αποδίδοντάς τους προθέσεις που όχι μόνο δεν έχουν, αλλά λένε ότι δεν έχουν.

Την απάντηση την έχει δώσει ο πρώην Πρόεδρος της Τουρκίας Αμπντουλά Γκιουλ. Στη διάρκεια επισκέψεως στο Μπακού, όπου οι Αζέροι τον ενεκάλεσαν για τις συμφωνίες με την Αρμενία, τους απάντησε ότι κακώς νομίζουν ότι η ‘Αγκυρα υπέγραψε τις συμφωνίες για να τις τηρήσει.

Διδακτική φαντάζομαι είναι και η εμπειρία από τη Συρία και το Ιράκ, όπου ο τουρκικός στρατός έχει εισέλθει χωρίς να ζητήσει την άδεια κανενός και παραβιάζοντας όλο το διεθνές δίκαιο.

Τι μας λέει άλλωστε ο ίδιος ο κ. Ακιντζί, απείρως σοβαρότερος και ειλικρινέστερος από τη δική μας πλευρά; Χρειαζόμαστε λέει τον τουρκικό στρατό καμιά δεκαπενταριά χρόνια και, αν το πράγμα δουλέψει, το συζητάμε.

(Διερωτάται κανείς και πάλι τι ακριβώς εξυπηρετεί και σε τι μπορεί να είναι ωφέλιμη οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με παρόμοιους όρους).

  1. Τι θα κάνουμε αν δεν τηρήσει η Τουρκία τις υποσχέσεις της;

Υπό τέτοιες συνθήκες, τα “δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα” δεν φαίνονται παρά να δεσμεύουν μόνο τα θύματα της εισβολής, που φυσικά δεν θα μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα.

Μία περίπτωση είναι να στείλουμε τους Ευζώνους που φυλάνε τη Βουλή να διώξουν τα τουρκικά στρατεύματα από την Κύπρο. ‘Αλλη να τους αναγκάσει να τηρήσουν τη συμφωνία η κυπριακή Εθνοφρουρά. Φαντάζομαι ότι δεν υπάρχουν τέτοια σενάρια. ‘Αλλωστε, η συζητούμενη συμφωνία προβλέπει την αποχώρηση των στρατευμάτων μετά και όχι πριν τη διάλυση της Εθνοφρουράς και του κράτους.

Ο κ. Αναστασιάδης υπόσχεται, στην Καθημερινή (25.12) ότι, αν δεν τηρηθούν οι τουρκικές υποσχέσεις, θα προσφύγει στην ΕΕ και στον ΟΗΕ. Δεν ξέρω αν θα υπάρχει η ΕΕ όταν θα προσφύγει εκεί ο Αναστασιάδης, ξέρω ότι δεν θα μπορεί να το κάνει. Διότι το σχέδιο λύσης προβλέπει 50-50% την Κύπρο και αμφιβάλλω ότι θα τον αφήσει το σύνοικο στοιχείο να πάει να το καταγγείλει οπουδήποτε.

Τα ψηφίσματα του ΟΗΕ που ζητούν την άμεση, χωρίς όρους και χωρίς διασύνδεση με λύση ή μη λύση ή όποια λύση του κυπριακού, αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων από την Κύπρο και την πλήρη αποκατάσταση της κυριαρχίας του κυπριακού κράτους, είναι το πολιτικό προϊόν μιας τελείως διαφορετικής εποχής και είναι αδύνατο να ξαναβγούν τώρα.

Ακόμα όμως κι αν βγαίνανε, δεν υπάρχει πρακτικός τρόπος να υλοποιηθούν, όπως δεν υπήρχε και μέχρι τώρα. Η κρίσιμηδιαφορά όμως της παρούσης με τη μέλλουσα κατάσταση είναι ότι τώρα υπάρχει συγκροτημένο κράτος στην Κύπρο, αύριο, επί τη βάσει της συζητούμενης λύσης θα έχει διαλυθεί.

Δηλαδή, μεταβατικές περίοδοι και υπό όρους αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων συνεπάγεται νομιμοποίηση της παρουσίας τους στο νησί και κατάργηση από τώρα της κύριας διεθνούς νομικής ασπίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας, των περί αποχωρήσεως προβλέψεων των ψηφισμάτων του ΣΑ.

  1. Γιατί καμία καλή συμφωνία δεν μπορεί να βγει από τη Γενεύη

Ας υποθέσουμε όμως ότι όλα τα παραπάνω παίρνονται υπόψιν σε μια μελλοντική συμφωνία, κάτι που υπό τις παρούσες συνθήκες μοιάζει σενάριο πολιτικής φαντασίας. Και η καλύτερη συμφωνία από τη Γενεύη, κινδυνεύει δυστυχώς όχι μόνο να αποδειχθεί άνθρακες, αλλά και να αποτελέσει μια ακόμα θηλειά στον λαιμό του κυπριακού λαού.

Ο αποικιοκράτης δεν είναι κουτός. Η ίδια η διαδικασία της Γενεύης είναι έτσι φτιαγμένη που να μην μπορεί να βγάλει καλό αποτέλεσμα. Η Γενεύη συνιστά αναβίωση σε τελειοποιημένη τώρα και “διαρκή” (open ended) μορφή της τριμερούς του Λονδίνου του 1955 (Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία), που δέχθηκε ο Αβέρωφ κατ’ εντολήν του Λονδίνου και των διασκέψεων της Ζυρίχης και του Λονδίνου (1959-60) όπου το Λονδίνο επέβαλε τις γνωστές συμφωνίες, παρά την αντίθετη γνώμη των αντιπροσώπων της οργάνωσης που ηγούντο της αντιαποικιακής επανάστασης στην Κύπρο (Λυσσαρίδης, Παπαδόπουλος) και όσων δημάρχων της Κύπρου επρόσκειντο στο ΑΚΕΛ, και χωρίς να ερωτηθεί ο κυπριακός λαός.

Πρόκειται για μέθοδο και παράνομη και παράλογη.

Φανταστείτε π.χ. αύριο μια διάσκεψη της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας που θα συζητήσει τα εθνικά προβλήματα της Ισπανίας, χωρίς τη συμμετοχή του ισπανικού κράτους, αλλά με τη συμμετοχή των Ανδαλουσίων, των Βάσκων, των Καταλανών κλπ. Αν η διάσκεψη της Γενεύης για την Κύπρο είναι μια καλή ιδέα, να οργανώσουμε μια παρόμοια διάσκεψη για την Ισπανία στη Ζυρίχη. Να στείλουμε και δικούς μας, ήδη έμπειρους “τεχνοκράτες”, να τους προσφέρουν τεχνογνωσία.

  1. Ποιό είναι το κόλπο με τη Γενεύη;

Να συνδεθεί η αυτοτελής υποχρέωση για αποχώρηση των στρατευμάτων που εισέβαλαν στην Κύπρο χωρίς άλλους όρους και προϋποθέσεις με την λύση του κυπριακού, και μάλιστα με συγκεκριμένο, καταστροφικό τύπο λύσης, με ανεπίτρεπτες αλλαγές στη βασική συνταγματική διάρθρωση της κυπριακής πολιτείας και με πολυετείς περιόδους αποχώρησης “μετά τη λύση”, πολύ προτού κληθεί να αποφασίσει αν θέλει οτιδήποτε από αυτά ο κυπριακός λαός.

Αν υπάρξει τέτοια συμφωνία στη Γενεύη, ο Αναστασιάδης θα θυμηθεί αμέσως που έχει βάλει το “καπέλο” του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, που δεν μπορούσε να βρει πηγαίνοντας στη Γενεύη, θα το φορέσει και θα πάει ο ίδιος, εκ μέρους της Κύπρου, στην ΕΕ και τον ΟΗΕ, για να επικυρώσουν αυτό το αποτέλεσμα.

Δηλαδή να ακυρώσουν, εμμέσως πλην σαφώς, το καθεστώς κράτους πλήρους, ανεμπόδιστης κυριαρχίας με το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε δεκτή στην ΕΕ και τα ψηφίσματα του ΣΑ με τα οποία ζητείται η χωρίς όρους αποκατάσταση της πληγείσης κυριαρχίας του κυπριακού κράτους και η χωρίς όρους και προϋποθέσεις αποχώρηση των παρανόμως ευρισκομένων κατοχικών στρατευμάτων.

Αν οι φίλοι Κύπριοι νομίζουν ότι θα γίνουν όλα αυτά και θα τα ανατρέψουν σε δημοψήφισμα, πλανώνται πλάνην οικτράν, αν δεν βρίσκουν απλώς δικαιολογία για να μην κάνουν αυτό που πρέπει τώρα να κάνουν, ως Προμηθείς και όχι ως Επιμηθείς.

(‘Αλλωστε, δεν χρειάστηκε κανένα δημοψήφισμα για να εγγραφεί στα ψηφίσματα του ΣΑ η “διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία).

Το 2004 δοκίμασαν να επιβάλλουν το σχέδιο Ανάν μέσω δημοψηφίσματος, γιατί νόμιζαν ότι οι Κύπριοι θα το ψηφίσουν. ‘Επαιζαν τίμια, γι’ αυτό δεν χρειάστηκε καμία Γενεύη. Τώρα τι τη θέλουνε;

  1. Μήπως εκτός από κριτική υπάρχει και καμία θετική πρόταση;

Nαι. Να προτείνει η Κύπρος και η Ελλάδα την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων με διεθνείς εγγυήσεις της ΕΕ και του ΟΗΕ για την ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων και την ανάπτυξη στις περιοχές που τώρα ζουν δυνάμεων της ΕΕ (στην οποία επιθυμούν να ενταχθούν) και του ΣΑ του ΟΗΕ. Αυτό θα δημιουργήσει και συνθήκες κανονικής διαπραγμάτευσης και συζήτησης μεταξύ των δύο κοινοτήτων για το πως θέλουν να οργανώσουν τις σχέσεις τους, γιατί δεν μπορεί να γίνει φυσιολογική διαπραγμάτευση και συζήτηση με 40.000 στρατιώτες και πλήρη αεροπορική υπεροχή. Αυτό δεν είναι μειονότητα που χρήζει προστασίας, τοπική υπερδύναμη είναι.

Και αν επιμένουν σε σχέδιο παραπλήσιο του Ανάν, που άλλωστε υπεστήριξε η πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων το 2004, να εφαρμοσθεί μόνο για την τουρκοκυπριακή ζώνη της υπό σύσταση διζωνικής ομοσπονδίας, με αντίστοιχους περιορισμούς της εκεί κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

‘Οχι όμως να διαλύσουμε το κυπριακό κράτος σε ότι αφορά και το 82% του πληθυσμού, ‘Ελληνες στην εθνότητα (και όχι στην

καταγωγή, όπως νομίζει ο Χριστόφιας) και να του βάλουμε ξένους δικαστές και “Διεθνείς Αστυνομίες” να το διοικούν.

  1. Μια επίκαιρη άποψη του Ηλία Ηλιού

Η ελληνική λέξη αλήθεια είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα στην εξέλιξη του ανθρώπινου γένους. Σημαίνει “δεν ξεχνώ” (α-λήθη). Γι’ αυτό θάθελα κλείνοντας να θυμίσω την αξιοπρέπεια του μεταπολεμικού ηγέτη της ελληνικής Αριστεράς, του Ηλία Ηλιού. Δεν είχε ακόμα τελειώσει η βαθιά νύχτα των εκτάκτων στρατοδικείων, των δολοφονιών, των βασανιστηρίων, της τρομοκρατίας στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, όταν ο Πρόεδρος της ΕΔΑ είχε το θάρρος να εκφωνήσει μια ιστορική ομιλία στη Βουλή των Ελλήνων χαρακτηρίζοντας τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου Ανταλκίδειο Ειρήνη.

‘Ισως όμως, όπως μου είπε μια μέρα ο Βάσσος Λυσσαρίδης, ο ένας από τους δύο ανθρώπους στους οποίους, πιστεύω, χρωστάει το κυπριακό κράτος την επιβίωσή του το 1974, “σε εποχές όπως η σημερινή, είναι πιο δύσκολη η αντίσταση.”

για το καιριο ζητημα των τουρκικων στρατευματων στην Κυπρο

του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Να θυμίσω κατ’ αρχήν, σε όσους τυχόν δεν το αντιλήφθηκαν, ότι η Διάσκεψη της Γενεύης όχι μόνο δεν έχει τελειώσει, αλλά δεν προβλέπεται να τελειώσει παρά μόνον αν επέλθει συμφωνία, με δική μας μάλιστα πρωτοβουλία αυτό. Είναι open ended, διαρκής θεσμός, όπως η Ιερά Εξέταση, και θα παραμείνει ως Δαμόκλειος Σπάθη πάνω από το κεφάλι του ελληνικού λαού μέχρι, είτε να κόψει το κεφάλι του κυπριακού κράτους, είτε να αποφασίσει κάποιος να τη διακόψει.

Η κυπριακή και η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι προσέρχονται στη Γενεύη ανυποχώρητες στο θέμα των εγγυήσεων και ξένων στρατευμάτων στην Κύπρο.

Αυτό δεν είναι ασφαλώς το μόνο κρίσιμο θέμα – διότι δεν αρκεί να φύγουν τα στρατεύματα, πρέπει να μας προκύψει στο τέλος και κάποιας μορφής κράτος στο νησί, όχι μπάχαλο. Είναι όμως ένα από τα κρισιμότερα.

Αν αυτό όντως προκύψει ο γράφων θα είναι ο πρώτος που θα χαιρετίσει αμφότερες τις κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης κριτικής ή διαφωνίας.

Εν τούτοις, δις εξ αμαρτείν ουκ ανδρός σοφού, πόσο μάλλον πολλάκις εξ αμαρτείν.

Ο μεν Αναστασιάδης εξελέγη υποσχόμενος να μην επιτρέψει ποτέ το κούρεμα των καταθέσεων, που έκανε δύο μήνες μετά την εκλογή του και αφού φρόντισε τα οικονομικά της οικογενείας του. Εξελέγη επίσης διακηρύσσοντας ότι το σχέδιο Ανάν και οι συγκλίσεις Χριστόφια-Ταλάτ έχουν πεθάνει. Ευθύς μετά την εκλογή του ανέστησε τους πεθαμένους και άρχισε επί τη βάσει αυτών τις διαπραγματεύσεις.

Ο ελληνικός λαός εμπιστεύτηκε τη διαβεβαίωση της παρούσας κυβέρνησης ότι δεν θα υπογράψει νέα Μνημόνια, για να ξυπνήσει με το τρίτο και χειρότερο. Αν ήταν σοφότερος θα είχε ανησυχήσει πολύ νωρίτερα και οπωσδήποτε διαβάζοντας την επιστολή του ‘Ελληνα Υπουργού Οικονομικών προς τους Ευρωπαίους συναδέλφους του, στην αρχή ήδη της διαπραγμάτευσης, που αναγνώριζε και τις προηγούμενες συμφωνίες και το ελληνικό δημόσιο χρέος.

Γι’ αυτό και θέλουμε να τους πιστεύουμε όλους αυτούς, μακάρι να λένε αλήθεια αυτή τη φορά, αλλά προτιμάμε να παραμένουμε άπιστοι Θωμάδες, μέχρις αποδείξεως τού, και ευχόμενοι να αποδειχθεί το ενάντιο.

Γιατί διαφορετικά, αν τυχόν γίνει κάποιο λάθος στο κυπριακό τώρα, στην κατάσταση που είναι η Ελλάδα, μπορεί να είναι η χαριστική βολή στον ελληνικό λαό στο σύνολό του. Καλύτερα λοιπόν σε αυτή την περίπτωση να μην ακολουθήσουμε το “Πίστευε και μη ερεύνα”, αλλά το “Ερευνάτε τας Γραφάς”.

Πόσο μάλλον που οι εκπρόσωποι τόσο της Λευκωσίας, όσο και της Αθήνας, με την ορολογία που οι ίδιοι χρησιμοποιούν εγείρουν σοβαρότατα ερωτηματικά για το τι εννοούν αμφότερες με τη φόρμουλα “λύση χωρίς ξένα στρατεύματα και εγγυήσεις”. Διαφωτιστικές επ’ αυτού είναι οι συνεντεύξεις των κ.κ. Κοτζιά και Αναστασιάδη στη Καθημερινή (26-9-2016 και 25-12-2016) που κάνουν λόγο για μεταβατικές περιόδους αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων, αφού προηγουμένως έχει διαλυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία και η Εθνοφρουρά της.

  1. Τα τουρκικά στρατεύματα θα μείνουν για πάντα αν δεν έχουν αποχωρήσει προ της εφαρμογής της λύσεως και όχι μετά τη λύση.

Υποστηρίζεται ότι χρειάζεται μια μεταβατική περίοδος για την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων (“και για πρακτικούς λόγους”, Καθημερινή, τους άλλους τους αγνοούμε).

Τα τουρκικά στρατεύματα ήρθαν πολύ γρήγορα στην Κύπρο και δεν καταλαβαίνουμε γιατί δεν μπορούν να φύγουν εξίσου γρήγορα. Αν όμως δεν μπορούν να φύγουν τότε μπορούμε ασφαλώς να περιμένουμε όσο χρειάζεται για να φύγουν και μετά να εφαρμόσουμε τη λύση.

Διότι αυτό που τώρα ζητείται από την ελληνική πλευρά είναι στην πραγματικότητα να διαλυθεί το υπάρχον κυπριακό κράτος και η Εθνοφρουρά του έναντι μιας υποσχέσεως του κ. Ερντογάν.

  1. Θα τηρήσει η Τουρκία τις υποσχέσεις της;

Δεν βλέπω κανένα λόγο να είμαι πιο Τούρκος από τους Τούρκους, αποδίδοντάς τους προθέσεις που όχι μόνο δεν έχουν, αλλά λένε ότι δεν έχουν.

Την απάντηση την έχει δώσει ο πρώην Πρόεδρος της Τουρκίας Αμπντουλά Γκιουλ. Στη διάρκεια επισκέψεως στο Μπακού, όπου οι Αζέροι τον ενεκάλεσαν για τις συμφωνίες με την Αρμενία, τους απάντησε ότι κακώς νομίζουν ότι η ‘Αγκυρα υπέγραψε τις συμφωνίες για να τις τηρήσει.

Διδακτική φαντάζομαι είναι και η εμπειρία από τη Συρία και το Ιράκ, όπου ο τουρκικός στρατός έχει εισέλθει χωρίς να ζητήσει την άδεια κανενός και παραβιάζοντας όλο το διεθνές δίκαιο.

Τι μας λέει άλλωστε ο ίδιος ο κ. Ακιντζί, απείρως σοβαρότερος και ειλικρινέστερος από τη δική μας πλευρά; Χρειαζόμαστε λέει τον τουρκικό στρατό καμιά δεκαπενταριά χρόνια και, αν το πράγμα δουλέψει, το συζητάμε.

(Διερωτάται κανείς και πάλι τι ακριβώς εξυπηρετεί και σε τι μπορεί να είναι ωφέλιμη οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με παρόμοιους όρους).

  1. Τι θα κάνουμε αν δεν τηρήσει η Τουρκία τις υποσχέσεις της;

Υπό τέτοιες συνθήκες, τα “δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα” δεν φαίνονται παρά να δεσμεύουν μόνο τα θύματα της εισβολής, που φυσικά δεν θα μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα.

Μία περίπτωση είναι να στείλουμε τους Ευζώνους που φυλάνε τη Βουλή να διώξουν τα τουρκικά στρατεύματα από την Κύπρο. ‘Αλλη να τους αναγκάσει να τηρήσουν τη συμφωνία η κυπριακή Εθνοφρουρά. Φαντάζομαι ότι δεν υπάρχουν τέτοια σενάρια. ‘Αλλωστε, η συζητούμενη συμφωνία προβλέπει την αποχώρηση των στρατευμάτων μετά και όχι πριν τη διάλυση της Εθνοφρουράς και του κράτους.

Ο κ. Αναστασιάδης υπόσχεται, στην Καθημερινή (25.12) ότι, αν δεν τηρηθούν οι τουρκικές υποσχέσεις, θα προσφύγει στην ΕΕ και στον ΟΗΕ. Δεν ξέρω αν θα υπάρχει η ΕΕ όταν θα προσφύγει εκεί ο Αναστασιάδης, ξέρω ότι δεν θα μπορεί να το κάνει. Διότι το σχέδιο λύσης προβλέπει 50-50% την Κύπρο και αμφιβάλλω ότι θα τον αφήσει το σύνοικο στοιχείο να πάει να το καταγγείλει οπουδήποτε.

Τα ψηφίσματα του ΟΗΕ που ζητούν την άμεση, χωρίς όρους και χωρίς διασύνδεση με λύση ή μη λύση ή όποια λύση του κυπριακού, αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων από την Κύπρο και την πλήρη αποκατάσταση της κυριαρχίας του κυπριακού κράτους, είναι το πολιτικό προϊόν μιας τελείως διαφορετικής εποχής και είναι αδύνατο να ξαναβγούν τώρα.

Ακόμα όμως κι αν βγαίνανε, δεν υπάρχει πρακτικός τρόπος να υλοποιηθούν, όπως δεν υπήρχε και μέχρι τώρα. Η κρίσιμηδιαφορά όμως της παρούσης με τη μέλλουσα κατάσταση είναι ότι τώρα υπάρχει συγκροτημένο κράτος στην Κύπρο, αύριο, επί τη βάσει της συζητούμενης λύσης θα έχει διαλυθεί.

Δηλαδή, μεταβατικές περίοδοι και υπό όρους αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων συνεπάγεται νομιμοποίηση της παρουσίας τους στο νησί και κατάργηση από τώρα της κύριας διεθνούς νομικής ασπίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας, των περί αποχωρήσεως προβλέψεων των ψηφισμάτων του ΣΑ.

  1. Γιατί καμία καλή συμφωνία δεν μπορεί να βγει από τη Γενεύη

Ας υποθέσουμε όμως ότι όλα τα παραπάνω παίρνονται υπόψιν σε μια μελλοντική συμφωνία, κάτι που υπό τις παρούσες συνθήκες μοιάζει σενάριο πολιτικής φαντασίας. Και η καλύτερη συμφωνία από τη Γενεύη, κινδυνεύει δυστυχώς όχι μόνο να αποδειχθεί άνθρακες, αλλά και να αποτελέσει μια ακόμα θηλειά στον λαιμό του κυπριακού λαού.

Ο αποικιοκράτης δεν είναι κουτός. Η ίδια η διαδικασία της Γενεύης είναι έτσι φτιαγμένη που να μην μπορεί να βγάλει καλό αποτέλεσμα. Η Γενεύη συνιστά αναβίωση σε τελειοποιημένη τώρα και “διαρκή” (open ended) μορφή της τριμερούς του Λονδίνου του 1955 (Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία), που δέχθηκε ο Αβέρωφ κατ’ εντολήν του Λονδίνου και των διασκέψεων της Ζυρίχης και του Λονδίνου (1959-60) όπου το Λονδίνο επέβαλε τις γνωστές συμφωνίες, παρά την αντίθετη γνώμη των αντιπροσώπων της οργάνωσης που ηγούντο της αντιαποικιακής επανάστασης στην Κύπρο (Λυσσαρίδης, Παπαδόπουλος) και όσων δημάρχων της Κύπρου επρόσκειντο στο ΑΚΕΛ, και χωρίς να ερωτηθεί ο κυπριακός λαός.

Πρόκειται για μέθοδο και παράνομη και παράλογη.

Φανταστείτε π.χ. αύριο μια διάσκεψη της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας που θα συζητήσει τα εθνικά προβλήματα της Ισπανίας, χωρίς τη συμμετοχή του ισπανικού κράτους, αλλά με τη συμμετοχή των Ανδαλουσίων, των Βάσκων, των Καταλανών κλπ. Αν η διάσκεψη της Γενεύης για την Κύπρο είναι μια καλή ιδέα, να οργανώσουμε μια παρόμοια διάσκεψη για την Ισπανία στη Ζυρίχη. Να στείλουμε και δικούς μας, ήδη έμπειρους “τεχνοκράτες”, να τους προσφέρουν τεχνογνωσία.

  1. Ποιό είναι το κόλπο με τη Γενεύη;

Να συνδεθεί η αυτοτελής υποχρέωση για αποχώρηση των στρατευμάτων που εισέβαλαν στην Κύπρο χωρίς άλλους όρους και προϋποθέσεις με την λύση του κυπριακού, και μάλιστα με συγκεκριμένο, καταστροφικό τύπο λύσης, με ανεπίτρεπτες αλλαγές στη βασική συνταγματική διάρθρωση της κυπριακής πολιτείας και με πολυετείς περιόδους αποχώρησης “μετά τη λύση”, πολύ προτού κληθεί να αποφασίσει αν θέλει οτιδήποτε από αυτά ο κυπριακός λαός.

Αν υπάρξει τέτοια συμφωνία στη Γενεύη, ο Αναστασιάδης θα θυμηθεί αμέσως που έχει βάλει το “καπέλο” του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, που δεν μπορούσε να βρει πηγαίνοντας στη Γενεύη, θα το φορέσει και θα πάει ο ίδιος, εκ μέρους της Κύπρου, στην ΕΕ και τον ΟΗΕ, για να επικυρώσουν αυτό το αποτέλεσμα.

Δηλαδή να ακυρώσουν, εμμέσως πλην σαφώς, το καθεστώς κράτους πλήρους, ανεμπόδιστης κυριαρχίας με το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε δεκτή στην ΕΕ και τα ψηφίσματα του ΣΑ με τα οποία ζητείται η χωρίς όρους αποκατάσταση της πληγείσης κυριαρχίας του κυπριακού κράτους και η χωρίς όρους και προϋποθέσεις αποχώρηση των παρανόμως ευρισκομένων κατοχικών στρατευμάτων.

Αν οι φίλοι Κύπριοι νομίζουν ότι θα γίνουν όλα αυτά και θα τα ανατρέψουν σε δημοψήφισμα, πλανώνται πλάνην οικτράν, αν δεν βρίσκουν απλώς δικαιολογία για να μην κάνουν αυτό που πρέπει τώρα να κάνουν, ως Προμηθείς και όχι ως Επιμηθείς.

(‘Αλλωστε, δεν χρειάστηκε κανένα δημοψήφισμα για να εγγραφεί στα ψηφίσματα του ΣΑ η “διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία).

Το 2004 δοκίμασαν να επιβάλλουν το σχέδιο Ανάν μέσω δημοψηφίσματος, γιατί νόμιζαν ότι οι Κύπριοι θα το ψηφίσουν. ‘Επαιζαν τίμια, γι’ αυτό δεν χρειάστηκε καμία Γενεύη. Τώρα τι τη θέλουνε;

  1. Μήπως εκτός από κριτική υπάρχει και καμία θετική πρόταση;

Nαι. Να προτείνει η Κύπρος και η Ελλάδα την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων με διεθνείς εγγυήσεις της ΕΕ και του ΟΗΕ για την ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων και την ανάπτυξη στις περιοχές που τώρα ζουν δυνάμεων της ΕΕ (στην οποία επιθυμούν να ενταχθούν) και του ΣΑ του ΟΗΕ. Αυτό θα δημιουργήσει και συνθήκες κανονικής διαπραγμάτευσης και συζήτησης μεταξύ των δύο κοινοτήτων για το πως θέλουν να οργανώσουν τις σχέσεις τους, γιατί δεν μπορεί να γίνει φυσιολογική διαπραγμάτευση και συζήτηση με 40.000 στρατιώτες και πλήρη αεροπορική υπεροχή. Αυτό δεν είναι μειονότητα που χρήζει προστασίας, τοπική υπερδύναμη είναι.

Και αν επιμένουν σε σχέδιο παραπλήσιο του Ανάν, που άλλωστε υπεστήριξε η πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων το 2004, να εφαρμοσθεί μόνο για την τουρκοκυπριακή ζώνη της υπό σύσταση διζωνικής ομοσπονδίας, με αντίστοιχους περιορισμούς της εκεί κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

‘Οχι όμως να διαλύσουμε το κυπριακό κράτος σε ότι αφορά και το 82% του πληθυσμού, ‘Ελληνες στην εθνότητα (και όχι στην

καταγωγή, όπως νομίζει ο Χριστόφιας) και να του βάλουμε ξένους δικαστές και “Διεθνείς Αστυνομίες” να το διοικούν.

  1. Μια επίκαιρη άποψη του Ηλία Ηλιού

Η ελληνική λέξη αλήθεια είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα στην εξέλιξη του ανθρώπινου γένους. Σημαίνει “δεν ξεχνώ” (α-λήθη). Γι’ αυτό θάθελα κλείνοντας να θυμίσω την αξιοπρέπεια του μεταπολεμικού ηγέτη της ελληνικής Αριστεράς, του Ηλία Ηλιού. Δεν είχε ακόμα τελειώσει η βαθιά νύχτα των εκτάκτων στρατοδικείων, των δολοφονιών, των βασανιστηρίων, της τρομοκρατίας στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, όταν ο Πρόεδρος της ΕΔΑ είχε το θάρρος να εκφωνήσει μια ιστορική ομιλία στη Βουλή των Ελλήνων χαρακτηρίζοντας τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου Ανταλκίδειο Ειρήνη.

‘Ισως όμως, όπως μου είπε μια μέρα ο Βάσσος Λυσσαρίδης, ο ένας από τους δύο ανθρώπους στους οποίους, πιστεύω, χρωστάει το κυπριακό κράτος την επιβίωσή του το 1974, “σε εποχές όπως η σημερινή, είναι πιο δύσκολη η αντίσταση.”

Για την αποφυγη μιας νεας τραγωδιας στην Κυπρο – Το παρανομο της πενταμερους Διασκεψης και των τυχον αποφασεων της (και μια γνωματευση του Καθηγητη Γιωργου Κασιματη)

του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης αναιρεί πλέον κάθε μέρα που περνάει και από μία από τις βασικότερες κόκκινες γραμμές για το Κυπριακό, που απετέλεσαν συνεχώς, από το 1974, τα ανυποχώρητα σημεία όλων των ελληνικών και κυπριακών κυβερνήσεων. Βασίζεται στο σοκ, στις γιορτές και στη στήριξη και τεχνολογία των πιο έμπειρων δυνάμεων στον κόσμο σε πορτοκαλί επαναστάσεις, παραπλάνηση και μεταμοντέρνα πραξικοπήματα.

‘Oλα όσα γίνονται τώρα σχετικά με το κυπριακό προσβάλλουν βαριά την κυπριακή συνταγματική τάξη και τις συνθήκες της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης, υπογραμμίζει ο κορυφαίος ‘Ελληνας συνταγματολόγος, Πρόεδρος της Διεθνούς ‘Ενωσης Συνταγματικού Δικαίου και Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργος Κασιμάτης. Ο κ. Κασιμάτης, που υπήρξε ο νομικός σύμβουλος του Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου και κατήρτισε το σχέδιο αναθεώρησης του ελληνικού Συντάγματος του 1986, επισημαίνει ότι είναι βαρύτατες οι ευθύνες όσων συναινούν σε αυτές τις μεθοδεύσεις. Του ζητήσαμε τη γνώμη του για τη νομική πλευρά της σχεδιαζόμενης διάσκεψης της Γενεύης της 12ης Ιανουαρίου και είχε την καλωσύνη να μας την παράσχει. Την παραθέτουμε στο τέλος του κειμένου.

Τις αναιρεί ο Αναστασιάδης τις κόκκινες γραμμές στην Κύπρο, δίνει και το πρόσχημα που χρειάζονται στην Αθήνα στην κυβέρνηση, ίσως και ένα τμήμα τουλάχιστον της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όπως ακριβώς και ο Πόντιος Πιλάτος στον καιρό του, για να πουν “δεν συμφωνούν, αφού όμως τα ζητάει και τα συμφωνεί η Κύπρος, τι να κάνουμε, δεν μπορούμε να διαφωνήσουμε μαζί του”. Δεν αξίζει και πολλά το επιχείρημα, ούτε από νομικής, ούτε από πολιτικής απόψεως, αυτό έχουν όμως, αυτό χρησιμοποιούν.

Ο Αναστασιάδης ξέρει πούχει μπλέξει. ‘Εχει πείρα, έχει δει πράγματα, πιθανότατα μια φωνή μέσα του τον ειδοποιεί τι τέλος μπορούν να έχουν και για τον ίδιο όλα αυτά. Αλλά δεν μπορεί πια να κάνει πίσω. Πρέπει να ολοκληρώσει το θλιβερό έργο. Οι εν Αθήναις συνένοχοι είναι στον κόσμο τους. Νομίζουν ότι ξεγέλασαν την Ιστορία. Δεν ξέρουν ότι η δική της αδυσώπητη λογική είναι που τούς χρειάζεται ασύνειδους, μέχρι να ολοκληρώσουν τις καταστροφές που τους έχει χρεώσει. Δεν ξέρουν γιατί πρέπει να μην ξέρουν το τέλος που περιμένει κι αυτούς. Είναι τρέλλα, αλλά έχει λογική, λέει ο Πολώνιος στον ‘Αμλετ, καθώς πέφτουν ένα ένα τα κεφάλια γύρω του.

Πάγια απαίτηση της Τουρκίας ήταν η σύγκληση πενταμερούς διάσκεψης και παγίως όλες οι ελληνικές και κυπριακές κυβερνήσεις μετά το 1974 την απέρριπταν. Το μόνο που δέχονταν, μέχρι προχτές, όλες οι ελληνικές και κυπριακές κυβερνήσεις, να συζητήσουν με την Τουρκία ήταν δύο πράγματα. Πρώτον την κατάργηση, χωρίς κανέναν όρο, των εγγυήσεων και επεμβατικών δικαιωμάτων στην Κύπρο. Δεύτερο, την άμεση και όχι βέβαια τη σταδιακή, υπό προθεσμία, “μετά τη λύση” αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής. Δηλαδή τη νομιμοποίηση της παρουσίας τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο. Αυτές οι θέσεις που τώρα εμφανίζονται μία-μία, είναι απλώς εξωφρενικές.

“Το πρώτο πράγμα που μου ζήτησαν μόλις πήγα στο Μπούργκενστοκ ήταν να συγκαλέσουμε πενταμερή. Φυσικά αρνήθηκα και τους είπα αν θέλετε να πάμε για φαί εντάξει. Αλλά διάσκεψη ξεχάστε την. Πήγαμε τελικά για φαί”, μας λέει ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών Πέτρος Μολυβιάτης, που διακρίνεται για το χιούμορ του. Την άλλη μέρα το πρωί του τηλεφώνησε ο ίδιος ο Σολάνα να μάθει τι έγινε το βράδυ. “Τίποτα, λέγαμε βρωμοανέκδοτα (“dirty jokes”)” του είπε ο ‘Ελληνας Υπουργός προς μεγάλο εκνευρισμό του Γραμματέα της Ατλαντικής Συμμαχίας.

Η στρατηγική Αναστασιάδη, είτε γίνεται σε συμφωνημένο καταμερισμό εργασίας με την Αθήνα (“καλός-κακός μπάτσος”) είτε γίνεται με καταμερισμό ρόλων από τον γενικό αρχιτέκτονα της διαδικασίας, συνιστά γεωπολιτική παραλλαγή του Δόγματος του Σοκ.

Αλλά η στρατηγική Αναστασιάδη έχει μία Αχίλλειο Πτέρνα. Παραβιάζει κατάφωρα την κυπριακή συνταγματική τάξη, τις συνθήκες της ΕΕ και όλο το διεθνές δίκαιο. Κανένας Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν δικαιούται να περιορίσει σε τίποτα την κυριαρχία του κράτους του και κανένας ‘Ελληνας Πρωθυπουργός να συμπράξει σε αυτό.

Μια διεθνής διάσκεψη που θα συζητήσει οτιδήποτε άλλο εκτός από την πλήρη, χωρίς όρους κατάργηση των εγγυήσεων και την χωρίς όρους αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων, αφενός πλήττει την κυπριακή κρατική κυριαρχία, αφετέρου εμπλέκεται σε ρυθμίσεις που αφορούν τη συνταγματική τάξη της κυπριακής πολιτείας.

Κανένας όμως, ούτε και ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν έχει αρμοδιότητα να μεταβάλλει σε τίποτα την κυπριακή συνταγματική τάξη. Για να αλλάξει αυτή, μπορεί να γίνει, όπως μας λέει και ο Γιώργος Κασιμάτης, μόνο με αναθεωρητική ή συντακτική Βουλή ή με δημοψήφισμα.

Αλλά βιασμός, όπως ξέρει όλος ο κόσμος, υπάρχει μόνο αν το θύμα αντισταθεί και τον καταγγείλει.

Παρά την ασάφεια που επικρατεί ως προς την Πενταμερή Διάσκεψη που ο κ. Αναστασιάδης συμφώνησε προ ημερών, τελείως ξαφνικά και χωρίς να το κουβεντιάσει με κανένα, να συγκληθεί εσπευσμένα, είναι ήδη σαφής ο παράνομος χαρακτήρας και της ίδιας και των αποφάσεων που τυχόν ληφθούν εκεί.

Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι σήμερα κράτος πλήρους κυριαρχίας διεθνώς αναγνωρισμένο, με τις αποφάσεις του ΟΗΕ και της ΕΕ που το ενέταξαν στους κόλπους του. ‘Οπως ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν δικαιούται να περιορίσει την ελληνική κυριαρχία, π.χ. να πει ότι το Καστελλόριζο ανήκει στην Τουρκία (αυτό ζήτησε ο Τζόνσον από τον Γεώργιο Παπανδρέου το 1964 κι όταν αρνήθηκε έβαλε τον Βασιληά να τον ανατρέψει), έτσι κι ο Πρόεδρος της Κυπριακής (και ο Πρωθυπουργός της Ελληνικής) δεν δικαιούνται να συνομολογήσουν περιορισμούς της κυπριακής κυριαρχίας. Ήδη εκ των δηλώσεών τους προκύπτει ότι

– σκοπεύουν να νομιμοποιήσουν “προσωρινά”, για μια “μεταβατική περίοδο” την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στη νήσο. Αυτό σημαίνει η φόρμουλα “αποχώρηση μετά τη λύση”, “σταδιακά” κλπ. Η τουρκική στρατιωτική παρουσία έχει καταδικασθεί από όλα τα κράτη του κόσμου και από τον ΟΗΕ, που έχει ζητήσει επανειλημμένως την άμεση αποχώρησή τους, όχι την αποχώρησή τους “σε βάθος χρόνου” και μάλιστα, αφού προηγουμένως, διαλυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία και η Εθνοφρουρά της. Η νομιμοποίηση της παραμονής, έστω και για μια μέρα, τουρκικών στρατευμάτων συνιστά προφανή και σοβαρότατο περιορισμό της κυριαρχίας του κυπριακού κράτους και ούτε ο κ. Αναστασιάδης, ούτε ο κ. Τσίπρας έχουν το παραμικρό δικαίωμα να τον συνομολογήσουν και να τον προσυπογράψουν

– σκοπεύουν να υιοθετήσουν ένα νέο σύστημα εγγυήσεων που, όπως έχει δηλώσει ο κ. Κοτζιάς, το επεξεργάζεται ο ίδιος (Καθημερινή, 26.9.2016), αντί να ζητήσουν, νέτα-σκέτα, την απλή κατάργηση των εγγυήσεων για την Κύπρο, όπως ήταν η πάγια θέση όλων των ελληνικών και κυπριακών κυβερνήσεων μετά το 1974. Το τι θα περιέχει το γνωρίζει ο ίδιος ο κ. Κοτζιάς, ο Πρωθυπουργός, ο Αναστασιάδης και η Νούλαντ, όχι όμως οι πολιτικές δυνάμεις Κύπρου και Ελλάδας, ούτε οι Βουλές και οι πολίτες των δύο χωρών. Πιθανότατα θα συνεπάγεται και αυτό το σύστημα ανεπίτρεπτους περιορισμούς της κυπριακής κρατικής κυριαρχίας, εγκατάσταση ξένων δυνάμεων στην Κύπρο, απαγόρευση στο κυπριακό κράτος να έχει τα μέσα αυτοάμυνας (στρατό), που του αναγνωρίζει ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ. Ούτε κατά διάνοια δεν έχουν βέβαια το δικαίωμα να συνομολογήσουν τέτοιες ρυθμίσεις ούτε ο Πρόεδρος της Κύπρου, ούτε ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας

– πιθανώς ο κ. Αναστασιάδης θα συνάψει “προσωρινή” ή “ενδιάμεση” συμφωνία για το κυπριακό, το περιεχόμενο της οποίας αγνοούν τα πολιτικά κόμματα της Κύπρου, η κυπριακή Βουλή και οι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας και την οποία θα επιδοκιμάσουν, δια της παρουσίας τους στη Γενεύη, αν όχι και των υπογραφών τους, οι Πρωθυπουργοί της Ελλάδας και της Βρετανίας και οι Πρόεδροι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τουρκίας. Στη συνέχεια θα επιχειρήσουν να εφαρμόσουν ότι τους παίρνει να εφαρμόσουν επί του εδάφους, αλλά και να εκβιάσουν τους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας να αποδεχθούν τις ρυθμίσεις που συνομολόγησαν, για να μην έρθουν σε “σύγκρουση με όλο τον κόσμο”.

Η υιοθέτηση από όλους αυτούς που μαζεύονται στη Γενεύη μιας συμφωνίας που έχει συνάψει ο Αναστασιάδης με τον Ακιντζί συνιστά ανεπίστρεπτη προσπάθεια επηρεασμού, από ισχυρότατες διεθνείς δυνάμεις, της ελεύθερης βούλησης των Κυπρίων εκλογέων, που πρέπει να κληθούν, ελεύθεροι και ανεπηρέαστοι, πολύ περισσότερο όχι υπό το κράτος άμεσων ή έμμεσων απειλών για την τύχη της πατρίδας τους και το καθεστώς στο οποίο επιθυμούν να ζουν.

Η όποια απόφαση για τη συνταγματική διάρθρωση της κυπριακής πολιτείας συνιστά αναφαίρετο δικαίωμα των Κυπρίων πολιτών και δεν αφορά κανέναν άλλο. Το μόνο που η κυπριακή συνταγματική τάξη επιτρέπει στον κ. Αναστασιάδη να κάνει είναι να φέρει τη συμφωνία που διαπραγματεύεται (και που βέβαια πρέπει και αυτή να είναι συμβατή με την άμεση έκφραση της βούλησης του κυπριακού λαού το 2004, με το ευρωπαϊκό, το συνταγματικό και το διεθνές δίκαιο) στην ελεύθερη κρίση των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας με νέο δημοψήφισμα για να την εγκρίνουν ή να την απορρίψουν, σε συνθήκες που να έχουν τη δυνατότητα να αποφασίσουν ελεύθερα, χωρίς απειλές και εκβιασμούς.

Οι τρίτοι, της Ελλάδας και της ΕΕ περιλαμβανομένης, μία υποχρέωση έχουν και μόνο. Να διασφαλίσουν ακριβώς την ελεύθερη άσκηση του δικαιώματος των Κυπρίων πολιτών να αποφασίζουν για το πως θέλουν να κυβερνώνται, αποφεύγοντας οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση παρέμβαση στα εσωτερικά της και, κυρίως, να πιέζουν για την άμεση, ανεξαρτήτως διαπραγματεύσεων, αποχώρηση όλου του τουρκικού στρατού κατοχής, που συνιστά την πολύ ορατή και πολύ απτή απειλή για τους Ελληνοκύπριους, όπως επιβάλλει σειρά ψηφισμάτων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. (Ο Ρωσσίδης ξελαρυγγιαζόταν στη Νέα Υόρκη το 1974, ότι ούτε διαπραγματεύσεις πρέπει να κάνει η Κύπρος υπό το κράτος απειλής, με το πιστόλι στον κρόταφο και ζητούσε αποχώρηση των στρατευμάτων, πριν από έναρξη διαπραγματεύσεων).

Ο προφανώς έκνομος χαρακτήρας των ενεργειών του κ. Αναστασιάδη επιτρέπει και επιβάλλει από τώρα, κατά την γνώμη του Καθηγητή Κασιμάτη, την διεθνή καταγγελία τους ως άκυρων και ανυπόστατων. “Αν θέλουν όντως να αντισταθούν οι Κύπριοι στην επιχειρούμενη κατάλυση του κράτους τους, θα πρέπει να αρχίσουν τα πολιτικά τους κόμματα, η Εκκλησία ίσως, άλλοι φορείς, συντάσσοντας ένα εμπεριστατωμένο υπόμνημα καταγγελίας όλων αυτών προς τον ΟΗΕ, την ΕΕ, το Συμβούλιο της Ευρώπης κλπ. Το να στηρίζονται στην ελληνική κυβέρνηση για να σώσουν την Κύπρο εμένα τουλάχιστο, δεν μου φαίνεται πολύ λογικό. Η ελληνική κυβέρνηση δεν υπερασπίζεται ούτε την ίδια την Ελλάδα, θα υπερασπιστεί την Κύπρο και θα συγκρουστεί μάλιστα για χατήρι της με τους ξένους;”, παρατηρεί, μάλλον εύλογα, ο διαπρεπής συνταγματολόγος.

Οι αρχιτέκτονες της συνωμοσίας το γνωρίζουν γι’ αυτό και η Αθήνα απέτρεψε προ ημερών, σύμφωνα με πληροφορίες μας, την επίσημη, γραπτή και δεσμευτική διατύπωση των αντιρρήσεων της κυπριακής αντιπολίτευσης στην επιχειρούμενη παράνομη κατάλυση της κυριαρχίας του κυπριακού κράτους. Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών τους λέει “ιδιωτικώς” ότι συμμερίζεται τις ανησυχίες τους, αλλά τους προτρέπει να μην τις διατυπώσουν επισήμως!

Επιχειρούν επίσης να πείσουν και την κυπριακή αντιπολίτευση να μετατοπισθεί προς αποδοχή και νομιμοποίηση της παρουσίας, “για μια μεταβατική περίοδο”, “μετά τη λύση” τουρκικών στρατευμάτων κατοχής.

Είναι ο ίδιος λόγος που έκανε τον Αβέρωφ-Τοσίτσα, τον άνθρωπο που ενέπλεξε, κατ’ εντολήν του Λονδίνου, την Τουρκία στο κυπριακό, να λυσσάξει όταν ο ποιητής και Πρέσβης Σεφέρης έβαλε αριθμό πρωτοκόλλου της Πρεσβείας και έκανε υπηρεσιακό το έγγραφο με τις αντιρρήσεις του για τις μεθοδεύσεις που οδήγησαν τελικά στις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου. Οι συμφωνίες αυτές, ακρωτηριάζοντας την κυπριακή ανεξαρτησία, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για τις συγκρούσεις του 1963, την αποστασία του 1965, τα πραξικοπήματα του 1967 και 1974, καταλήγοντας στην εισβολή της Τουρκίας και στην εθνοκάθαρση του μισού πληθυσμού της Κύπρου. Σήμερα, η διάσκεψη της Γενεύης ετοιμάζεται να ολοκληρώσει το έργο της Ζυρίχης και του Λονδίνου, θέτοντας τα θεμέλια για την πλήρη κατάργηση του κυπριακού κράτους. Οι πιθανές συνέπειες θα είναι βαρύτερες από τότε.

Με χάδια, καλούς τρόπους και δεκάρικους δεν αποτρέπονται εγκλήματα και τραγωδίες. Γι’ αυτό και θα επαναλάβουμε αυτό που γράψαμε σε ένα προηγούμενο άρθρο μας (Πραξικόπημα στη Λευκωσία). Με όλο το σεβασμό μας προς την κυπριακή αντιπολίτευση και όλους τους φορείς της κυπριακής κοινωνίας και χωρίς την παραμικρή διάθεση να τους δώσουμε οποιαδήποτε συμβουλή, θέλουμε να επαναλάβουμε την ταπεινή μας γνώμη που είναι ότι κρατάνε τώρα – και για λίγο ακόμα – στα χέρια τους, όχι μόνο το μέλλον της Κύπρου, αλλά ίσως το μέλλον όλου του Ελληνισμού. Είναι βαρύτατη η ευθύνη και το φορτίο όλων όσων εμπλέκονται σε αυτή την υπόθεση και για τις πράξεις τους και για τις παραλείψεις τους.

Στο βάθος του κυπριακού συλλογικού υποσυνείδητου έχω την εντύπωση ότι η Κύπρος δεν είναι κράτος, είναι μια πλούσια επαρχία της Ελλάδας. Η Ιστορία θέτει όμως τώρα τους Κυπρίους πολιτικούς και άλλους εκπροσώπους της κυπριακής κοινωνίας, μπροστά στην αδήριτη ιστορική ανάγκη, υπερασπιζόμενοι το δικό τους κράτος, να υψωθούν σε εκφραστές των καθολικών συμφερόντων του συνόλου του ελληνικού λαού, του ελληνικού έθνους, που είναι σήμερα ορφανό, όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία του, ζει την πιο κρίσιμη ίσως στιγμή της νεώτερης ιστορίας του και αντιμετωπίζει μια περίπου υπαρξιακή απειλή.

Για να μη ζήσουμε ματώνοντας αλλά ανήμποροι τη μετατροπή της Κύπρου σε “αεθνικό κράτος”, όπως το περιέγραφε ο πρώην Πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα Μοντήγκλ Στερνς.  Να μη δούμε να μετατρέπονται σιγά-σιγά όλοι οι ‘Ελληνες, όχι μόνο οι Ελληνοκύπριοι, σε “κοινότητα σε αναζήτηση κηδεμόνα”. Να μη δούμε τους ‘Ελληνες να διασκορπίζονται σε όλο τον κόσμο και να γίνονται “μικρόψυχοι σαν τις φυλές του Ινδουστάν”, όπως ήταν το διατυπωμένο όνειρο, η επιθυμία του Πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας, του Ντισραέλι.

Γιατί αυτά ακριβώς θα γίνουν αν δεν υπερασπιστούμε την ανεξαρτησία και κυριαρχία του ελληνικού λαού και όση τέλος πάντων δημοκρατία (κράτος του δήμου) του έχει ακόμα απομείνει.

23.12.2016

 

 

ΚΥΠΡΙΑΚΟ  –  ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

ΓΝΩΜΗ ΓΙΑ ΤΗΝ  ΑΓΝΩΣΤΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΣΚΟΠΩΝ ΠΟΛΥΜΕΡΗ ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΓΕΝΕΥΗΣ

Αδιαμφισβήτητο και μη διαπραγματεύσιμο δεδομένο είναι η κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία αποτελεί πλήρους κυριαρχίας μέλος του ΟΗΕ, του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής  Ένωσης και της οποίας τα κυριαρχικά δικαιώματα είναι εγγυημένα από το Σύνταγμά της, από το διεθνές δίκαιο, από τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ και από τις Συνθήκες της ΕΈ και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Οι συνθήκες αυτές και γενικότερα το διεθνές δίκαιο εγγυώνται επίσης τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, τη λαϊκή κυριαρχία και το δημοκρατικό πολίτευμα, καθώς και τη συντακτική και την αναθεωρητική εξουσία που ανήκει στο λαό του κυρίαρχου κράτους.

Η γνώμη μου είναι ότι: με δεδομένες όλες αυτές τις εγγυήσεις, καμιά συμφωνία μεταξύ εκπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας και εκπροσώπων των «εγγυητριών δυνάμεων» ή/και εκπροσώπων άλλων κρατών ή διεθνών οργανισμών δεν μπορεί να γίνει ή να έχει κύρος η οποία θα προσβάλει ή θα τροποποιεί: (α) τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας,  (β) τις εγγυήσεις  της λαϊκής κυριαρχίας και του δημοκρατικού πολιτεύματος, (γ) το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και (δ) τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη.

Δεδομένου ότι τα δικαιώματα αυτά ανήκουν άμεσα στη συντακτική και αναθεωρητική εξουσία κάθε λαού κυρίαρχου κράτους – επομένως και του Κυπριακού, κάθε απόφαση της Πολυμερούς Διάσκεψης της Γενεύης  προσβάλλει τα εν λόγω δικαιώματα θα είναι άκυρη, αλλά και κάθε απόφαση που απλώς θα το ισχύον Σύνταγμα, δε θα έχει κύρος ούτε δεσμευτικότητα για τον Κυπριακό Λαό.  Κάθε συμφωνία κρατών και άλλων οντοτήτων απλά για τήρηση κοινής πολιτικής στο ζήτημα επίλυσης του Κυπριακού δεν μπορεί να είναι τέτοια, ώστε να μειώνει την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας, τη διεθνή της θέση ως κυρίαρχου κράτους, τη λαϊκή κυριαρχία ως προς τον καθορισμό της μορφής του δημοκρατικού πολιτεύματος και τη ρύθμιση των λειτουργιών του κράτους και γενικά την τροποποίηση του Συντάγματος, καθώς και τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη. Η ευθύνη συμμετοχής σε τέτοιου είδους συμφωνίες είναι βαρύτατη.

Θα πρέπει να γίνει κοινή συνείδηση ότι οποιαδήποτε πρόταση λύσης του Κυπριακού θα πρέπει να αποφασισθεί τελικά από τον κυπριακό λαό, δεδομένου ότι οποιαδήποτε λύση θα έχει, ασφαλώς, επίλυση θεμάτων αναθεωρητικής ή συντακτικής εξουσίας.

Σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή κατά την οποία απειλείται σοβαρά  η ίδια η ύπαρξη της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους πλήρους κυριαρχίας, όλες οι δυνάμεις της Κύπρου και της Ελλάδας, οπουδήποτε και αν εδρεύουν (Εκκλησία, πολιτικά κόμματα, πολιτικοί οργανισμοί και κάθε άλλης μορφής πολιτική ομαδοποίηση), οι οποίες θέλουν να αγωνιστούν ειλικρινά για τη σωτηρία της:

έχουν υποχρέωση να απευθύνουν ΤΩΡΑ προς τον  ΟΗΕ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Συμβούλιο της Ευρώπης και όπου αλλού είναι σκόπιμο υπόμνημα για την απειλή και έντονη έκκληση για παρέμβασή τους προς διάσωση της Κυπριακής Δημοκρατίας και των δικαιωμάτων του Λαού της.

Πειραιάς, 22. 12.2016

Γιώργος Κασιμάτης