Tag Archives: Πυρηνική Στρατηγική

Αυστηρή Προειδοποίηση Πούτιν Κατά των Προκλήσεων των ΗΠΑ

Απευθυνόμενος στο προσωπικό του υπουργείου Αμύνης, ο Πούτιν υπογράμμισε την αναντιστοιχία στις στρατιωτικές δαπάνες ΗΠΑ και Ρωσίας (725 δισεκατομμύρια δολάρια έναντι μόνο 46δις) αλλά προειδοποίησε ότι καλύτερα οι Αμερικανοί να μη οδηγηθούν σε τίποτε τρελά συμπεράσματα από αυτό. Continue reading Αυστηρή Προειδοποίηση Πούτιν Κατά των Προκλήσεων των ΗΠΑ

Συριακη κριση και πυρηνικη στρατηγικη

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

16.4.2018

 

Οι σχέσεις μας είναι σήμερα σε χειρότερη κατάσταση απ’ ότι στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, οπότε υπήρχαν τουλάχιστο κανάλια επικοινωνίας, είπε στο BBC ο Ρώσος Υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρώφ.

Εικοσιπέντε χρόνια μετά το υποτιθέμενο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, με τις υπογραφές των μεγάλων συμφωνιών ελέγχου των εξοπλισμών όπως η INF και οι START, η διεθνής κατάσταση μοιάζει πιο επικίνδυνη από ποτέ άλλοτε.

Θα χρειαστεί ίσως να περάσουν καμιά πενηνταριά χρόνια για να μάθει ενδεχομένως η ανθρωπότητα, αν υπάρχει τότε ανθρωπότητα, τι ακριβώς έγινε την περασμένη εβδομάδα αναφορικά με τη Συρία. Ήδη όμως, με τα υπάρχοντα στοιχεία, το κυριότερο και το βασικότερης σημασίας συμπέρασμα από την κρίση ήταν ότι, τελικά, η πυρηνική αποτροπή δούλεψε.

Βεβαίως, όλα αυτά στηρίζονται στην υπόθεση εργασίας ότι, τουλάχιστον αυτό το επεισόδιο της συριακής κρίσης έληξε και ότι ισχύουν οι διαβεβαιώσεις Ματτίς ότι πρόκειται για ένα μεμονωμένο χτύπημα και δεν θα υπάρξει συνέχεια. Με την πλήρη όμως αβεβαιότητα που επικρατεί παγκοσμίως επί ημερών Ντόναλντ Τραμπ, είναι φυσικά αδύνατο κανείς να είναι βέβαιος για οτιδήποτε.

Λέγοντας ότι η αποτροπή δούλεψε, εννοούμε ότι προσέφερε στον Αμερικανό Υπουργό ‘Αμυνας στρατηγό Ματτίς και στην στρατιωτική ηγεσία των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, το επιχείρημα που χρειάζονταν για να αντιμετωπίσουν το «Κόμμα του Πολέμου» στην Ουάσιγκτων.

Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, ο Ματτίς ήταν ο μόνος που αντιτάχθηκε, στην υπό τον Τραμπ σύσκεψη στον Λευκό Οίκο, σε σχέδια πολύ ευρύτερης επίθεσης κατά της Συρίας, που θα οδηγούσαν με μεγάλες πιθανότητες στην κλιμάκωση, πιθανότατα και σε παγκόσμιο πυρηνικό πόλεμο και, όπως αναφέρουν οι πληροφορίες, αν μπορούσε θα ακύρωνε και την όλη επιχείρηση. Χάρη όμως στην αντίστασή του, η επιχείρηση περιορίστηκε τελικά σε μια επίθεση για την «τιμή των όπλων», προορισμένη να μη γελοιοποιηθεί ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, αν δεν έκανε τίποτα μετά τις φοβερές απειλές που εκτόξευσε.

Σημειωτέον ότι ο αμερικανός Υπουργός Άμυνας στρατηγός Ματτίς εξακολουθεί, σχεδόν μόνος στον δυτικό κόσμο, να υποστηρίζει ότι δεν έχει αποδείξεις ότι ο Άσαντ έκανε επίθεση με χημικά. Όσο για τον αμερικανό Αρχηγό ΓΕΕΘΑ, στρατηγό Ντάμφορντ, υποστηρίζει από το 2016 ότι τυχόν αμερικανική επέμβαση στη Συρία σημαίνει κίνδυνο τρίτου παγκοσμίου πολέμου.

Μοιάζει, τηρουμένων των αναλογιών, ο Ματτίς και ο Αρχηγός του αμερικανικού ΓΕΕΘΑ Ντάμφορντ, να έπαιξαν τον ρόλο που έπαιξε ο Πρόεδρος Κέννεντι και ο αδελφός του στην κρίση των πυραύλων της Κούβας. Ελπίζει κανείς ότι θα έχουν αμφότεροι καλύτερη τύχη από τους αδελφούς Κέννεντι και δεν θα απολυθούν στη συνέχεια, όπως συνέβη με τόσους και τόσους συνεργάτες του Αμερικανού Προέδρου.

Είχε προηγηθεί ένα μπαράζ προειδοποιήσεων τόσο από τον Πρόεδρο Πούτιν, όσο και από την ηγεσία του ρωσικού στρατού, προορισμένες να μην αφήσουν την παραμικρή αμφιβολία στις Ηνωμένες Πολιτείες ότι η Μόσχα είναι αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει όλο το πυρηνικό πυρ εάν η ίδια ή δυνάμεις της στο εξωτερικό δεχθούν επίθεση. Ο Ρώσος Πρόεδρος φρόντισε να εξηγήσει δημοσίως ακόμα και τις προσωπικές σκέψεις που έκανε για το θέμα, προφανώς για να πείσει για τις προθέσεις του, λέγοντας χαρακτηριστικά: “Ως πολίτης της Ρωσικής Ομοσπονδίας και ως Πρόεδρος έχω την υποχρέωση να θέσω στον εαυτό μου το ερώτημα: Γιατί να θέλω έναν κόσμο χωρίς τη Ρωσία;». Στην τελευταία δε φάση της κρίσης, μετά την ισραηλινή επίθεση κατά της βάσης Τ4 στη Συρία, την περασμένη Δευτέρα, η ρωσική αποτροπή περιέλαβε, εμμέσως πλην σαφώς, και το Ισραήλ, σύμφωνα με όσα έγραψαν ισραηλινά ΜΜΕ.

Γιατί η ανάλυση της Μόσχας είναι ότι δεν μπορεί να υποχωρήσει. Για το Κρεμλίνο σήμερα, η Συρία τείνει να γίνει ότι ήταν το Στάλινγκραντ στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Έστω και αν διάφοροι λόγοι το εμποδίζουν να το πει έτσι. Και παρά το γεγονός ότι τα κυρίαρχα δυτικά ΜΜΕ, σκιά αυτού που κάποτε υπήρξαν, έχουν κάνει τα πάντα για να αποκρύψουν και να διαστρεβλώσουν το τι πραγματικά γίνεται και τη σημασία του.

Παρήγορο ασφαλώς το αποτέλεσμα αυτό, γιατί αλλιώτικα δεν θα ‘μαστε εδώ να συζητάμε, αλλά και ανησυχητικό ταυτόχρονα, στο μέτρο που η ανθρωπότητα, 25 χρόνια μετά το πανηγυρικό (υποτιθέμενο) τέλος του Ψυχρού Πολέμου, χρειάζεται τη διατύπωση τέτοιων απειλών για να μην καταστραφεί. Τρομερά ανησυχητικό είναι επίσης και το γεγονός ότι όσο πάει, η λειτουργία της αποτροπής περιορίζεται. Για πολύ λιγότερο σημαντικές εξελίξεις, είχαμε στο παρελθόν τεράστιες μαζικές κινητοποιήσεις, αλλά και διαφοροποιήσεις δυτικών πολιτικών προσωπικοτήτων που σφράγισαν τη μεταπολεμική Ευρώπη, όπως αίφνης οι Ντε Γκωλ, Σιράκ, Βιλπέν, Σρέντερ, Μπραντ, Πάλμε, Α. Παπανδρέου κλπ. Σήμερα δεν μοιάζει μόνο να «πειθαρχεί» στα πιο εξτρεμιστικά σχέδια η ευρωπαϊκή πολιτική τάξη, δεν φαίνεται καλά καλά καν να υπάρχει τέτοια τάξη, με ελαχιστότατες εξαιρέσεις όπως ο αρχηγός του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος Τζέρεμι Κόρμπιν. Κυβερνώμεθα από υπαλλήλους, όχι από πολιτικούς.

Τώρα, φαίνεται ότι μόνο ο πυρήνας του αμερικανικού κράτους, ο στρατός και οι μυστικές υπηρεσίες, εξακολουθούν να είναι φορείς Ορθολογισμού στο σύστημα.

Είναι η τρίτη (γνωστή) φορά που χρειάστηκε να κινητοποιηθεί η πυρηνική αποτροπή μέσα σε ένα χρόνο έστω και αν οι δύο άλλες ήταν πολύ πιο ήπιες από αυτήν.

Τον Απρίλιο του 2017, όταν ο Τραμπ βομβάρδισε τη Συρία, το ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων Σπούτνικ μετέδωσε δηλώσεις του Ρώσου Υπουργού Άμυνας, που υποστήριζε ότι η πλειοψηφία των ρωσικών στρατηγικών πυρηνικών όπλων (αυτών δηλαδή που προορίζονται να πλήξουν την Αμερική) έχει εκσυγχρονισθεί και ότι το 98% των διηπειρωτικών πυραύλων είναι σε κατάσταση άμεσης εκτόξευσης. Το καλοκαίρι, η εφημερίδα Global Times,  που είναι ιδιοκτησία της εφημερίδας Λαϊκή Ημερησία, που είναι όργανο του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, δημοσίευσε ένα άρθρο που εξηγούσε ότι αν οι ΗΠΑ επιτεθούν πρώτες στη Βόρειο Κορέα, η Κίνα θα σπεύσει προς υπεράσπισή της.

Η διαρκής επανεμφάνιση, όλο και συχνότερα, όλο και πιο έντονα, της πυρηνικής απειλής δεν μπορεί ασφαλώς να θεωρηθεί συμπτωματική. Υποδηλώνει το βάθος της κρίσης που αντιμετωπίζει ο κόσμος, αλλά και την πιθανή ύπαρξη δυνάμεων που είναι διατεθειμένες να ρισκάρουν το τέλος της ανθρωπότητας για να επικρατήσουν.

Back to the USSR

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Η πρόσφατη ομιλία του Προέδρου Πούτιν, με την οποία προσδιόρισε το πυρηνικό δόγμα της χώρας του και παρουσίασε τα νέα «υπερόπλα» που ανέπτυξε, σε απάντηση, όπως είπε, της απόσυρσης των Αμερικανών από τη συνθήκη ΑΒΜ, πρέπει να θεωρηθεί μείζον σημείο καμπής της παγκόσμιας κατάστασης. Συνιστά εκ των πραγμάτων επισημοποίηση της εισόδου σε περίοδο παγκόσμιου Ψυχρού Πολέμου, χωρίς όμως τους κοινά αποδεκτούς «κανόνες συνεννόησης και συμπεριφοράς» μεταξύ των υπερδυνάμεων, που υπήρχαν μετά την κρίση της Κούβας το 1963 και χωρίς το θεμέλιο της δομής ελέγχου των εξοπλισμών που ήταν η συνθήκη ΑΒΜ του 1972.

O ίδιος βέβαια ο Ρώσος Πρόεδρος το διαψεύδει, λέγοντας ότι «όποιος μιλάει για Ψυχρό Πόλεμο κάνει προπαγάνδα», αλλά, όπως και να το ονομάσει κανείς αυτό, δεν υπάρχει αμφιβολία, επί τη βάσει των γεγονότων και των πράξεων, ότι έχουμε επιστρέψει σε περίοδο προγενέστερη όχι του 1989, αλλά του 1963, τηρουμένων των αναλογιών. Στα πυρηνικά, αλλά επίσης στη Μέση Ανατολή και σε ένα σωρό άλλα θέματα.

Η στρατηγική ισοτιμία είναι γεγονός, λέει στο ΑΜΠΕ ο Ρέι Μακ Γκόβερν, που διηύθυνε το σοβιετικό τμήμα της CIA επί πολλά χρόνια και ήταν αυτός που ενημέρωνε καθημερινά πέντε διαδοχικούς αμερικανούς Προέδρους για το τι συμβαίνει στην ΕΣΣΔ. Ο Αμερικανός ειδικός πιστεύει ότι κακώς η χώρα του εγκατέλειψε την «πολύ καλή» όπως τη χαρακτηρίζει, συνθήκη ΑΒΜ και εκφράζει την ευχή, οι στρατηγοί των Πεζοναυτών που χαράζουν σήμερα τη στρατιωτική πολιτική των ΗΠΑ να μην θεωρήσουν μπλόφα τα όπλα που απεκάλυψε ότι έχει ο Πούτιν. Ενώ ο πρώην Υπουργός της κυβέρνησης Ρέηγκαν και πρώην διευθυντής της Wall Street Journal Πωλ Κραιγκ Ρόμπερτς, μας λέει ότι δεν πρόκειται απλώς για ισοτιμία, αλλά για στρατιωτική υπεροχή της Μόσχας. Αν όντως υπάρχουν αυτά τα όπλα, όπως πύραυλοι Κρουζ με πυρηνικά, τότε μιλάμε για μείζονα τεχνολογική επανάσταση, για γιγαντιαίο επίτευγμα, λέει από την πλευρά του στο ΑΜΠΕ,  ο Ρώσος στρατιωτικός αναλυτής Αλεξάντρ Γκολτζ.

Ολοκληρώνεται τώρα, σε μεγάλο βαθμό, η κατεδάφιση του οικοδομήματος της αμερικανο-σοβιετικής συνεννόησης για τα πυρηνικά της περιόδου Γκορμπατσώφ-Ρέηγκαν. Ξαναγυρνάμε στην κατάσταση που επικρατούσε μεταξύ 1949 και 1963, με πολύ πιο αναπτυγμένες, επικίνδυνες και αποσταθεροποιητικές τεχνολογίες και χωρίς τα ισχυρά κινήματα εναντίον των πυρηνικών όπλων και τους ανεξάρτητους πολιτικούς, όπως ο Ντε Γκωλ, που υπήρχαν εκείνη την περίοδο.

Η ομιλία Πούτιν επισημοποιεί τρόπον τινά και την πλήρη εγκατάλειψη των προσδοκιών που είχε η Μόσχα, και άλλοι διεθνώς, ότι η εκλογή Τραμπ θα μπορούσε να οδηγήσει σε βελτίωση των αμερικανο-ρωσικών σχέσεων. Αν υπήρχε εξάλλου το σχέδιο προσέγγισης με τη Ρωσία εναντίον της Κίνας, αντίστροφης εκείνης που είχε πραγματοποιήσει ο Κίσσινγκερ με την Κίνα εναντίον της ΕΣΣΔ, που πιθανολογούσαν ορισμένοι αναλυτές του αμερικανικού τύπου, μοιάζει να ναυαγεί.

Στην ομιλία του, ο Ρώσος Πρόεδρος περιέγραψε το πυρηνικό δόγμα της χώρας του, υπό ποίες προϋποθέσεις θα κάνει δηλαδή χρήση των πυρηνικών της όπλων: «Η Ρωσία επιφυλάσσεται του δικαιώματος να κάνει χρήση πυρηνικών όπλων μόνο απαντώντας σε πυρηνική επίθεση, ή σε επίθεση με άλλα μέσα μαζικής καταστροφής εναντίον της χώρας ή των συμμάχων της ή μιας επίθεσης με συμβατικά όπλα που θα απειλήσει την ίδια την ύπαρξη του κράτους». Αξίζει εδώ να επισημανθεί η αναφορά στους «συμμάχους», που στη συνέχεια ο Ρώσος Πρόεδρος έκανε σαφέστερη, λέγοντας ότι πυρηνική επίθεση κατά συμμάχου της Ρωσίας θα θεωρηθεί επίθεση εναντίον της ιδίας και θα αντιμετωπισθεί ανάλογα.

Με όλα αυτά που συμβαίνουν στη Μέση Ανατολή, με τη Συρία και με το Ιράν, καλό θα ήταν κάποιος να ρωτήσει τον Πούτιν ακριβώς ποιοι είναι οι σύμμαχοι της Μόσχας, παρατηρεί ο Μακ Γκόβερν μιλώντας στο ΑΜΠΕ.

Ένα τέταρτο αιώνα μετά την αυτοδιάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, η Μόσχα ουσιαστικά ξαναανακτά, χωρίς να το διακηρύσσει, τμήμα του διεθνούς ρόλου της ΕΣΣΔ. Δεν το κάνει γιατί το θέλησε, αλλά γιατί αισθάνεται ότι υποχρεώνεται εκ των πραγμάτων. Ο γράφων, ως ανταποκριτής του ΑΠΕ στη Μόσχα την περίοδο της σοβιετικής κατάρρευσης έζησε τη μαζική προσχώρηση της πρώην ΕΣΣΔ στις «δυτικές αξίες» και τη σχεδόν τυφλή εμπιστοσύνη σε ότι προερχόταν από τις ΗΠΑ και τη Δυτική Ευρώπη, που χαρακτήριζε τη Ρωσία του 1989-91. Δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία πιο φιλοαμερικανική και πιο φιλευρωπαϊκή χώρα στον κόσμο, οι Ρώσοι είχαν γίνει οπαδοί της Αμερικής περισσότερο από τους ίδιους τους Αμερικανούς. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και του ανατολικού μπλοκ δεν θα γινόταν δυνατή χωρίς την υφέρπουσα κρίση του συστήματος, αλλά όχι μόνο δεν ήταν αναπόφευκτη, δεν θα μπορούσε και να γίνει αν οι σοβιετικοί ιθύνοντες δεν αποφάσιζαν την προσχώρηση της χώρας τους στη Δύση.

Αφήνοντας κατά μέρος τις επιδόσεις του ΔΝΤ στη Ρωσία, που προκάλεσαν τη μεγαλύτερη ίσως κοινωνική καταστροφή στην ιστορία της βιομηχανικής εποχής, η Μόσχα άρχισε γρήγορα να αισθάνεται άσχημα στο νέο περιβάλλον. «Έχουμε τη μισή έκταση της ευρωπαϊκής ηπείρου και δεν μας θεωρείτε τμήμα της Ευρώπης», ήταν η πρώτη κουβέντα που είπε μια μέρα, υποδεχόμενος τον Κάρολο Παπούλια στο Κρεμλίνο, ο Μπαρίς Γέλτσιν. Η επέμβαση του ΝΑΤΟ εναντίον των Σέρβων, λαού ομοδόξου και παραδοσιακού συμμάχου της Ρωσίας, υπήρξε βαθύ και παραμένον τραύμα, για να ακολουθήσει η επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς, παρά τις ρητές διαβεβαιώσεις που είχαν δοθεί στη Μόσχα από όλους τους δυτικούς ηγέτες ως προϋπόθεση για να επιτρέψει τη γερμανική ενοποίηση. Παρόλα αυτά και παρά τον δεύτερο πόλεμο κατά του Ιράκ, η Ρωσία δεν εγκατέλειψε την προσπάθειά της να διεκδικήσει ένταξη στο δυτικό σύστημα με κάπως αξιοπρεπείς όρους. Μιλώντας στο Φόρουμ του Μονάχου για την Ασφάλεια, το 2008, ο Πρόεδρος Πούτιν προειδοποιεί για πρώτη φορά τους Δυτικούς για την πολιτική τους. Παρόλα αυτά, η Ρωσία εξακολουθεί να προσπαθεί να τα βρει με τους Δυτικούς, όπως αποδεικνύει η ανοχή της στην επέμβαση κατά της Λιβύης το 2011.

Ήταν το πραξικόπημα στο Κίεβο και η ανατροπή του Γιανουκόβιτς (σ.σ. όταν είχε σταλεί εκεί ως Πρέσβης των ΗΠΑ ο σημερινός Πρέσβης τους στην Αθήνα), που απετέλεσαν  τη «σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι». «Ο Πούτιν απάντησε στο ουκρανικό στέλνοντας τον στρατό του στην Συρία», λέει στο ΑΜΠΕ υψηλά ιστάμενος παρατηρητής στη Μόσχα. Η επέμβαση στη Συρία ήταν η πρώτη φορά μετά τη σοβιετική επέμβαση στο Αφγανιστάν, που η χώρα έστειλε τις δυνάμεις της εκτός της πρώην σοβιετικής επικράτειας. Και μόνο η παρουσία ρωσικού στρατού στη Μέση Ανατολή, αποτελεί μείζονα ανατροπή του παγκόσμιου συσχετισμού δυνάμεων, όπως διαμορφώθηκε μετά το 1989-91, εγκυμονώντας για τις ΗΠΑ κίνδυνο ήττας πολύ σοβαρότερης αυτής του Βιετνάμ.

Ο ίδιος ο Ρώσος Πρόεδρος, εξηγώντας την υπόθεση Κριμαία, την άνοιξη του 2014, τόνισε ότι θεωρεί την εγκατάλειψη της συνθήκης ΑΒΜ πιο σημαντική και από την επέκταση του ΝΑΤΟ. Την περασμένη Πέμπτη, ενώ ανακοίνωνε την ύπαρξη νέων υπερόπλων και έδειχνε τρομακτικά βίντεο από το τι μπορούν να κάνουν στη Φλόριντα, τόνιζε: «Κανένας δεν ήθελε να μιλήσει με μας. Κανένας δεν ήθελε να μας ακούσει. Ακούστε μας τώρα».

Διαβάστε επίσης:

Κινδυνος – Θανατος: Πυρηνικα στον Αραξο!