Tag Archives: ‘Ονομα πΓΔΜ

Ο επικινδυνος «φερετζες» της Διεθνους Συμφωνιας με τα Σκοπια

«Ούτε υπάρχει πιο σίγουρος θάνατος για ένα έθνος,
πλην να παραδώσεις την πολιτική
στους συμμάχους σου»
Αλέξ. Κοτζιάς, Πολιορκία, 1953

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Ο Πρωθυπουργός, μετά από μία περίοδο ασαφειών, υιοθέτησε για τα Σκόπια τη θέση, ότι ενδεχόμενη συμφωνία Ελλάδας και πΓΔΜ οφείλει, εάν επέλθει, να περάσει και σε αντίστοιχη συνταγματική πρόβλεψη. Γιατί απλούστατα, αν δεν γίνει αυτό, δουλευόμαστε. Δεν μπορεί να συμφωνήσουμε σε ένα όνομα και το Σύνταγμα να γράφει άλλο. Αλλιώς πάμε να λύσουμε ένα πρόβλημα και θα δημιουργήσουμε ένα καινούριο.

Σωστή μεν, ανεπαρκής δε η θέση Τσίπρα. Η όποια συμφωνία πρέπει να εγκριθεί με δημοψήφισμα από τον ελληνικό λαό (όπως και από τους Σλαβομακεδόνες). Γιατί μόνο ο ελληνικός λαός και όχι η Βουλή, διαθέτει την ηθική και δημοκρατική νομιμοποίηση και την ανεξαρτησία από ξένες επιρροές ώστε να αποφασίσει το μέλλον της χώρας του. Αυτή είναι η μόνη μέθοδος που διασώζει και τη δημοκρατική τάξη και συνοχή και την εθνική συνοχή. Το πρότεινε και ο Μίκης Θεοδωράκης μιλώντας στο Σύνταγμα και απορούμε γιατί, αντί να το αποδεχθεί η κυβέρνηση, εξαπέλυσε μια αήθη, όσο και ανόητη επίθεση εναντίον του.

Ναι μεν ο κ. Τσίπρας έχει μέχρι στιγμής επιμείνει στη θέση περί αλλαγής του συντάγματος, προ της απροθυμίας των Σκοπίων να το αλλάξουν και προκειμένου να ικανοποιηθεί η αμερικανική προτεραιότητα να μπει άμεσα η πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, ώστε να προχωρήσει ο έλεγχος των Βαλκανίων και η περικύκλωση της Ρωσίας, ενόψει πιθανού πολέμου εναντίον της, κύκλοι του ελληνικού ΥΠΕΞ διακινούν αριστερά και δεξιά το σενάριο ότι θα υπογράψει η Αθήνα μια «διεθνή συμφωνία» με την πΓΔΜ, που θα προβλέπει την αλλαγή του συντάγματός τους, αλλά στο μέλλον.

Έχει δικαίωμα να υπογράψει τέτοια συμφωνία ο Πρωθυπουργός των Σκοπίων; Απολύτως κανένα όπως και κανείς άλλος Πρωθυπουργός οποιασδήποτε χώρας. Θα μπορούσε π.χ. να πάει ο κ. Τσίπρας και να δεσμευθεί διεθνώς ότι θα αλλάξει το σύνταγμα της Ελλάδας, προεξοφλώντας την ψήφο των βουλευτών που έχουν τη συντακτική αρμοδιότητα; Ασφαλώς και όχι, δεν χρειάζεται να είσαι νομικός για να το καταλάβεις αυτό.

Στην καλύτερη περίπτωση, η «Διεθνής Συμφωνία» θα είναι μια απλή υπόσχεση άνευ αξίας. Στη χειρότερη, μια παράνομη συμφωνία που δεν θα έχει καμία συνέπεια, ούτε «διεθνή νομική», όπως «διαρρέει» το ΥΠΕΞ, ούτε εσωτερική. Θα καταπέσει στην πρώτη ευκαιρία, όπως έγινε π.χ. με τη συμφωνία για την ΑΟΖ που υπέγραψαν τα Τίρανα. Δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί σοβαρή λύση της διαφοράς πάνω σε μια τόσο καραμπινάτη νομικο-πολιτική παρανομία.

Η Ελλάδα θα εμπλακεί σε μια άνευ λόγου διαμάχη, στο εσωτερικό πλέον του ΝΑΤΟ, με τα Σκόπια, που θα προσφέρει στην Ουάσιγκτων και την ‘Αγκυρα ακόμα ένα μοχλό πίεσης να καθορίζουν, κατά το δοκούν, τις σχέσεις της Ελλάδας με τους γείτονές της. Οι σχέσεις μας με την ίδια την πΓΔΜ θα δηλητηριαστούν, ενώ μέχρι τώρα, και παρά την ύπαρξη της διαφοράς για το όνομα, ήταν αρκετά καλές. Τελικά όχι μόνο θα ηττηθούμε, αλλά θα προσθέσουμε στην εθνική ήττα και τη γελοιοποίηση.

Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Οι δημιουργικές ασάφειες κάνουν τις συγκρούσεις και τους πολέμους (όρα Κύπρο). Αν είναι να τα κάνουμε όλα αυτά καλύτερα να πάμε μόνοι μας να τους δώσουμε το όνομα που θέλουν.

Είναι αποκαλυπτικό ότι όπως και στο Κυπριακό, έτσι και στο μακεδονικό, οι εξωφρενικές νομικές ιδέες που παράγονται συστηματικά από τις ελληνικές πολιτικές ηγεσίες, στην προσπάθεια να εξυπηρετήσουν τους ξένους, δεν υποστηρίζονται δημοσίως από κανέναν νομικό, ούτε και εγκρίνονται από τις κρατικές νομικές υπηρεσίες, όπως π.χ. τη Νομική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών.

Και δεν γίνεται αυτό, γιατί κανείς νομικός που σέβεται τον εαυτό του δεν θέλει να υποστηρίξει δημοσίως τέτοιες απόψεις και δύσκολα θα βρεθούν κρατικά όργανα που να βάλουν υπευθύνως υπογραφή και να πιστοποιήσουν το σύννομο τερατουργημάτων όπως π.χ. το σχέδιο Ανάν, ή τα Μνημόνια και οι Δανειακές.

Μένει κανείς κατάπληκτος από την εφευρετικότητα των Ελλήνων πολιτικών όταν θέλουν να εξυπηρετήσουν ξένους, όσο κατάπληκτος μένει και από την απροθυμία τους να αντιμετωπίσουν στοιχειώδη, όχι μεγάλα διεθνή προβλήματα, όπως είναι οι χωματερές ή τα ρέματα στην Ελλάδα. Ο λόγος βέβαια και της εφευρετικότητας και της ανικανότητας είναι ο ίδιος στην πραγματικότητα, δεν έχουν καμία διάθεση να συγκρουστούν και κάθε διάθεση να εξυπηρετήσουν συμφέροντα, είτε είναι εγχώρια, είτε ξένα συμφέροντα.

Ελπίζει κανείς ότι όλα αυτά θα μείνουν σχέδια επί χάρτου. Ίσως μας σώσει ο σλαβομακεδονικός εθνικισμός, και ο σεβασμός, μεγαλύτερος του ελληνικού, που επιδεικνύει η πΓΔΜ στη δική της συνταγματική τάξη και νομιμότητα. Όπως μας έσωσε μέχρι στιγμής, από την εθνική καταστροφή που συνεπάγονται μετά βεβαιότητας τα συζητούμενα για το κυπριακό, η ακαμψία του Ερντογάν. Ίσως συμβάλλει τελικά και το αίσθημα πολιτικής αυτοσυντήρησης του ΣΥΡΙΖΑ, αν και είμαστε λιγότερο βέβαιοι γι’ αυτό, δεδομένου ότι αυτό το κόμμα ήρθε στην εξουσία χωρίς μια δουλεμένη άποψη για τη χώρα και τον κόσμο, καιροσκοπικά προσαρμοζόμενο σε βαθειά ρεύματα που είχαν προκύψει από βαθιές κοινωνικές και εθνικές ανάγκες.

Πρέπει κανείς να έχει πολύ περιορισμένη ενσυναίσθηση και επαφή με τον ελληνικό λαό για να νομίζει, όπως έγραψε ο πρώην «πανελλαδικάριος» και νυν μνημονιακός (!), εξ απορρήτων του κ. Τσίπρα, Υπουργός στην Εποχή, ότι η λαοθάλασσα της πλατείας Συντάγματος ήταν μια εκδήλωση της δεξιάς ή της ακροδεξιάς (η πλειοψηφία των διαδηλωτών σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις είχε ψηφίσει ‘Όχι στο δημοψήφισμα του 2015).

Και η ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ το 2015 και τα συλλαλητήρια είναι το ίδιο ρεύμα, το ρεύμα των Ελλήνων που αγωνίζονται, με όποιο μέσο βρουν πρόσφορο στην καθημαγμένη χώρα τους, να σταματήσουν την περαιτέρω καταστροφή της, αν μπορέσουν να την ξαναπάρουν πίσω. Και ενίοτε, τραβάνε τα μαλλιά τους με αυτά που τους προκύπτουν.

Πρέπει εξάλλου να μην καταλαβαίνει κανείς ούτε καν από που έρχεται και που πάει για να κάνει μια χυδαία, συμπλεγματική και βλακώδη εν τέλει επίθεση (όχι κριτική, που έχει κάθε δικαίωμα) κατά του Μίκη Θεοδωράκη, παγκόσμιου συμβόλου της Ελλάδας και της Αριστεράς και της Ελλάδας και να τον «χαρίζει», με αχαρακτήριστη ευκολία, στη Δεξιά και την Ακροδεξιά!

Και να τα λέει αυτά όταν ο ίδιος ήρθε στην εξουσία για να «σκίσει» τα Μνημόνια, καταλήγοντας να προδώσει την εντολή του ελληνικού λαού, όπως έκαναν πριν από αυτόν, το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ, συμμετέχοντας εντέλει σε μια επιχείρηση υποδούλωσης, λεηλασίας και καταστροφής.

Διαβάστε επίσης:

Γιατι θα παω στο συλλαλητηριο

ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΣΗ

Οι Ελληνες θελουν δημοψηφισμα, οι πολιτικοι τους οχι

Ρουντι Ριναλντι : Οχι στη απαξιωση των συλλαλητηριων

Τα συλλαλητήρια με αφορμή αυτό της Θεσσαλονίκης, κατέδειξαν μία αυθόρμητη –ακηδεμόνευτη υβριδική αντίδραση του ελληνικού λαού, μετά από 8 χρόνια οικονομικής και κοινωνικής εξαθλίωσης. Ο λαός μας σοφότερα από το ελληνικό πολιτικό σύστημα, λέει με τον τρόπο αυτό «όχι» σε νέες εθνικές ήττες , ανεξάρτητα αν η εμφάνιση ακραίων φασιστικών στοιχείων στα συλλαλητήρια , επιχειρήθηκε να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι από το σύστημα για να εξαφανίσει τον λαικό παράγοντα.
Αυτά είπε μεταξύ άλλων ο εκδότης της εφημερίδας στο «Δρόμο της Αριστεράς» και μέλος της ΚΟΕ Ρούντι Ρινάλντι στον 98.4 .
Κατά τον ίδιο , είναι βαρύτατο ολίσθημα της Αριστεράς, να χαρίζει τα εθνικά θέματα στην ακροδεξιά, όταν μάλιστα εδώ μιλάμε για υπόθεση που θα ανοίξει ζητήματα αλυτρωτισμού και γεωπολιτικής ρευστότητας στα Βαλκάνια, στα πλαίσια ευρύτερων ανασχηματισμών των μεγάλων διεθνώς δυνάμεων.

Ποια ειναι η εντιμη και ρεαλιστικη λυση του Μακεδονικου

Του Σταύρου Λυγερού
1 Φεβρουαρίου 2018

Με ρωτούν αναγνώστες ποιά συμφωνία στο Μακεδονικό μπορεί να είναι η βάση μίας έντιμης λύσης, η οποία να σέβεται τα θεμιτά συμφέροντα και τις ευαισθησίες και των δύο πλευρών. Η απάντησή μου είναι απλή: Η συμφωνία πρέπει να έχει δύο σκέλη:

– Πρώτον, να ακυρώνει τον σφετερισμό από τους Σλάβους της αρχαίας μακεδονικής ιστορίας. Η κληρονομιά του Μεγάλου Αλεξάνδρου μπορεί να έχει έναν οικουμενικό χαρακτήρα, αλλά αποτελεί μέρος της αρχαίας ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού. Ως εκ τούτου, δεν την μοιράζονται από κοινού οι Έλληνες και οι Σλάβοι που εγκαταστάθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας χίλια χρόνια αργότερα

– Δεύτερον, η συμφωνία πρέπει να αντανακλά τη γεωπολιτική πραγματικότητα της περιοχής. Στους νεότερους χρόνους, η Μακεδονία εκτείνεται πέρα των σημερινών ελληνικών συνόρων. Λόγω και των τετελεσμένων που δημιούργησε μεταπολεμικά ο Τίτο, έχει παγιωθεί διεθνώς η αντίληψη ότι η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας περιλαμβάνει εκτός από την ελληνική Μακεδονία και τη βουλγαρική περιοχή του Πιρίν και την επικράτεια της FYROM.

Ως εκ τούτου, η Μακεδονία ως γλωσσικός όρος και ιστορία είναι ελληνική, αλλά ως γεωγραφική περιοχή είναι πολυεθνική. Στους νεότερους χρόνους εκεί κατοικούν Έλληνες, Βούλγαροι, Αλβανοί και οι Σλάβοι της FYROM. Οι προπαππούδες των τελευταίων δήλωναν Βούλγαροι και οι παππούδες τους Σλαβομακεδόνες. Αφού οι ίδιοι θέλουν να είναι ξεχωριστή εθνότητα, η Ελλάδα δεν έχει λόγο να αντιτίθεται.

Σε κάθε περίπτωση, οι εν λόγω Σλάβοι είναι μία από τις εθνότητες που κατοικούν στην ευρύτερη γεωγραφική Μακεδονία. Είναι Μέρος και όχι Όλον. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να μονοπωλούν το όνομα «Μακεδονία» σε όλες τις εκδοχές του. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί το κράτος τους να λέγεται Δημοκρατία της Μακεδονίας, οι ίδιοι να λέγονται Μακεδόνες και η γλώσσα τους μακεδονική.

Στις περιπτώσεις πολυεθνικών περιοχών χρησιμοποιούνται εθνογεωγραφικοί όροι. Παράδειγμα η Κύπρος, όπου τους Έλληνες κάτοικούς της τους αποκαλούμε Ελληνοκύπριους και τους Τούρκους Τουρκοκύπριους. Έτσι και στην ευρύτερη γεωγραφική Μακεδονία είναι όχι απλώς θεμιτό, αλλά και ακριβές να χρησιμοποιούμε όρους όπως Ελληνομακεδόνες, Βουλγαρομακεδόνες, Αλβανομακεδόνες και Σλαβομακεδόνες (και η γλώσσα τους σλαβομακεδονική).

Το κράτος τους θα μπορούσε παλαιότερα να ονομασθεί Σλαβομακεδονία. Μετά τη συμφωνία της Αχρίδας στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η FYROM είναι συνεταιρικό κράτος των Σλάβων και των Αλβανών που ζουν εκεί. Ως εκ τούτου, το όνομά του πρέπει να είναι εθνικά ουδέτερο. Έτσι επιβάλλεται ο γεωγραφικός προσδιορισμός. Σε αντίθεση με το «Νέα Μακεδονία», η οποία αναφέρεται στην όλη Μακεδονία, το όνομα «Άνω Μακεδονία» αντανακλά την πραγματικότητα της περιοχής, το γεγονός ότι είναι Μέρος και όχι Όλον. Καλύτερα, μάλιστα, εάν είναι στη σλαβική εκδοχή του και να εκφέρεται ως μία λέξη «Γκορναμακεντόνιγια».

Για να ακυρωθεί οριστικά και αμετάκλητα ο φαντασιακός αλυτρωτισμός των Σλαβομακεδόνων, για να αποδεχθούν αυτό που πραγματικά αντιπροσωπεύουν στην περιοχή, πρέπει το όνομα Γκορναμακεντόνιγια να γίνει η συνταγματική ονομασία του γειτονικού κράτους. Όπως επίσης και ότι πρέπει με κάποιο τρόπο στο Σύνταγμα να αποτυπωθεί ότι η σλαβική πλειονότητα είναι Σλαβομακεδόνες και όχι Μακεδόνες και ότι η γλώσσα τους είναι σλαβομακεδονική και όχι μακεδονική ή μακεντόνσκι (σλαβική εκδοχή).

Απαντώντας στο ερώτημα των αναγνωστών, λοιπόν, με δεδομένες τις συνθήκες, θα υποστήριζα ανενδοίαστα μία τέτοια συμφωνία.

Δημοσιεύτηκε στο https://slpress.gr/sxolio/poia-einai-i-entimi-lysi-tou-makedonikou/

Η κυβερνηση μαθαινει Ιστορια, δυσκολευεται ομως ακομα με τη Διπλωματια

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω, πούλεγε κι ο Λένιν. Η συνέντευξη Τσίπρα στο «Έθνος της Κυριακής» περιείχε δύο θετικά στοιχεία προόδου και ένα στοιχείο επικίνδυνης οπισθοδρόμησης εν σχέσει με την έως τώρα κυβερνητική θέση στο μακεδονικό.

Πρώτον, φαίνεται ότι στην κυβέρνηση αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι ο Αλέξανδρος πέθανε 1000 χρόνια περίπου προτού εμφανισθούν οι Σλάβοι στα Βαλκάνια. Κάτι είναι κι αυτό. Βεβαίως παραμένει η ζημιά των δηλώσεων του Βελιγραδίου που προηγήθηκαν, τι να κάνουμε όμως, αυτό είναι το κόστος της μεθόδου «στου κασίδη το κεφάλι». Ας ελπίσουμε ότι κάτι θα έχει μείνει στη χώρα μας στο τέλος όλων αυτών των «πειραμάτων» και των «εκπαιδεύσεων».

Δεύτερο, ο κ. Τσίπρας τάχθηκε με σαφήνεια εναντίον της διπλής ονομασίας. Αν συμφωνηθεί ένα όνομα, πρέπει να ισχύει για όλες τις χρήσεις, δηλαδή να αναγραφεί και στο σύνταγμα της γειτονικής μας χώρας. Τελευταίως, ίσως και να κουράστηκε ο άνθρωπος, αλλά πάντως ξεχνάει να το λέει αυτό ο Υπουργός Εξωτερικών στις δηλώσεις του.

Αφού όμως έκανε αυτά τα δύο σημεία προόδου, ο κ. Τσίπρας άλλαξε ξαφνικά την επίσημη θέση της κυβέρνησης, που ήταν μέχρι τώρα, και αναγραφόταν και στο site του Υπουργείου Εξωτερικών, για γεωγραφικό προσδιορισμό. ‘Ανοιξε την πόρτα στον χρονικό προσδιορισμό, που σημαίνει Νέα Μακεδονία.

Η νέα ελληνική θέση εγείρει δύο σοβαρά ζητήματα:

Πρώτον, το «νέα Μακεδονία», όπως και το «Νέα Σμύρνη» ή «Νέα Ιωνία» είναι όχημα αλυτρωτισμού. Σημαίνει (ή μπορεί να σημάνει) «μας έδιωξαν οι Έλληνες από την πατρίδα μας, τη Θεσσαλονίκη και φτιάξαμε τη Νέα Μακεδονία στα Σκόπια».

Δεύτερον, διερωτάται κανείς τι ακριβώς είναι η εξωτερική πολιτική λάστιχο, να αλλάζουν τη θέση της χώρας και των κομμάτων τους όποτε γουστάρουν οι εκάστοτε Πρωθυπουργοί, Υπουργοί Εξωτερικών ή Αμύνης,  αρχηγοί κομμάτων, χωρίς να συζητάνε με κανένα, χωρίς να συνεδριάζει κανένα όργανο κρατικό ή κομματικό, χωρίς να είναι κανείς υπόλογος και υπεύθυνος για τις θέσεις του, χωρίς να κάνει κανένας καμία επεξεργασία, χωρίς να γίνεται καμία σοβαρή δημόσια συζήτηση, πέραν της ανταλλαγής ύβρεων και ανακριβών ασυναρτησιών;

Ακόμα και στα πιο κρίσιμα ζητήματα δεν υφίστανται στη χώρα σοβαρότητα, σχεδιασμός και θεσμοί, ανυπαρξία που εξασφάλισε την καταστροφή της και συνεχίζει να την εξασφαλίζει και για το μέλλον.

 

Αλλοπρόσαλλη εξωτερική πολιτική

Ας δούμε τι έγινε με την πολιτική της Αθήνας στο μακεδονικό.

Πρώτο η Αθήνα διακήρυξε με τον πιο επίσημο τρόπο «’Οχι Μακεδονία, όχι παράγωγα», με συμφωνία ακόμα και της Κυρίας Δαμανάκη, Προέδρου τότε του Συνασπισμού

Τώρα, ειρήσθω εν παρόδω, βρίζουν τους ανθρώπους που διαδηλώνουν  ζητώντας την εφαρμογή της επίσημης θέσης όλων σχεδόν των κομμάτων της χώρας ως πρωτόγονους, ακροδεξιούς εθνικιστές! Τους κατηγορούν δηλαδή ότι πήραν στα σοβαρά αυτά που οι ίδιοι τους είπαν!

Ενώ αυτά έλεγε επισήμως η χώρα, πολιτικοί και διπλωμάτες δεν υποστήριξαν τη θέση αυτή, αλλά επί χρόνια, στις συζητήσεις με τους ομολόγους τους στο εξωτερικό, ζητούσαν συγνώμη για την επίσημη θέση της Ελλάδας, εξηγώντας ότι, τι να κάνουν, έχουν να κυβερνούν και να εκπροσωπούν μια καθυστερημένη και ανεπαρκώς ευρωπαϊκή χώρα.

Δεύτερο όταν η κυβέρνηση Καραμανλή, ορθά πράττοντας, έθεσε βέτο στην ένταξη της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, το 2008, η θέση της χώρας μετεβλήθη σε «σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό erga omnes». H γνώμη του γράφοντος είναι ότι αυτή είναι η σωστή θέση. Αλλά κάποιος θα έπρεπε και να την εξηγήσει στον ελληνικό λαό!

Τις τελευταίες μέρες όμως και αυτό το σημείο έχει μπει σε αμφισβήτηση. Από τη μια διαβάζουμε «διαρροές» του Καραμανλή ότι δεν συμφώνησε σε τίποτα, αναφορικά με το όνομα της χώρας, από την άλλη άρθρα που υποστηρίζουν, επί τη βάσει λέγεται τηλεγραφημάτων του Σπέρκχαρτ, ότι δέχτηκε οτιδήποτε, αρκεί να μην είναι σκέτο Μακεδονία.

Ένας Έλληνας πολίτης που θέλει να μάθει υπεύθυνα την πολιτική της χώρας του πρέπει μάλλον να γίνει ντέτεκτιβ και να ψάχνει ψύλλους στ΄άχυρα, την αλήθεια δηλαδή μεταξύ των ψεμμάτων που αφειδώς του εκτοξεύουν οι πολιτικοί, οι εφημερίδες, πλέον και τα σόσιαλ μήντια!

Τώρα το θέμα ξανάνοιξε με κυβερνητικές δηλώσεις που αποδίδουν στην πΓΔΜ μέρος της αλεξανδρινής κληρονομιάς (!!!), συνεχίστηκε με το  «γεωγραφική ονομασία erga omnes», μετά ξεχάσαμε και μετά ξαναθυμηθήκαμε το όχι σε διπλή ονομασία, για να φτάσουμε αισίως στον χρονικό προσδιορισμό. Τσιμουδιά στο μεταξύ για γλώσσα, εθνότητα, υπηκοότητα.

Η α’ ή β’ εξωτερική πολιτική μπορεί να έχουν διάφορα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Η ασυναρτησία ως πολιτική δεν έχει απολύτως κανένα πλεονέκτημα. Είναι η συνταγή για καταστροφή.

Η ιστορία έδωσε το 2011-12 σε αυτή την ομάδα ανθρώπων που ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ, υπόλειμμα ενός ιστορικού ρεύματος της ελληνικής αριστεράς, που ισχυρίζονταν ότι είναι οι κληρονόμοι της (φοβούμεθα όσο και οι Σλαβομακεδόνες απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου), μια ιστορική ευκαιρία, που έρχεται μια φορά στα 50 ή στα 100 χρόνια σε μια παράταξη.

Αντί να κυττάξουν όμως να δουλέψουν με σοβαρότητα πάνω στα προβλήματα της χώρας, να αποτελέσουν την αρχή μιας Νέας Ελλάδας που είναι πια όρος επιβίωσης του ελληνικού λαού, το μόνο που τελικά κατάφεραν ήταν να μιμηθούν κι αυτοί τις χειρότερες συνήθειες των παλαιών κομμάτων που μας κατέστρεψαν.

Η έλλειψη σοβαρότητας του πολιτικού προσωπικού της χώρας και των κρατικών της θεσμών είναι από τις κύριες συνθήκες καταστροφής της.

Το θράσος έχει προ πολλού αντικαταστήσει τη γνώση στην κλίμακα των ελληνικών αξιών.

Οι Ελληνες θελουν δημοψηφισμα, οι πολιτικοι τους οχι

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Πάνω από το 60% των Ελλήνων θέλουν να γίνει δημοψήφισμα για το θέμα του ονόματος της πΓΔΜ, σύμφωνα με τελευταίο γκάλοπ της Metron Analysis.

Η κυβέρνηση, ως έχει δικαίωμα, διαπραγματεύεται με την πΓΔΜ μια συμφωνία για το θέμα της αναγνώρισης της γειτονικής χώρας που αφορά το όνομά της και τα άλλα στοιχεία αλυτρωτισμού. Το θέμα αυτό συνιστά κρίσιμο εθνικό θέμα, εμπίπτει δηλαδή στα θέματα που μπορούν να τεθούν στην κρίση των πολιτών κατά το Σύνταγμα, ενώ διχάζει έντονα τον ελληνικό λαό.

Γι’ αυτό και, εφόσον καταλήξει σε συμφωνία, η δημοκρατική τάξη αλλά και λόγοι μείζονος εθνικού συμφέροντος, απαιτούν η κυβέρνηση να την υποβάλλει στην κρίση του ελληνικού λαού, προς έγκριση ή προς απόρριψη. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να προστατευθεί η εθνική και δημοκρατική συνοχή των Ελλήνων, η ουσία του δημοκρατικού πολιτεύματος και τα εθνικά συμφέροντα του ελληνικού λαού.

‘Όπως άλλωστε έχουμε επισημάνει και αλλού, μια λύση, για να είναι λύση και όχι εισαγωγή σε ένα νέο γύρο αντιπαραθέσεων, οφείλει να γίνεται αποδεκτή από την πλειοψηφία των δύο λαών και όχι να είναι ένα καπέλο που θα φορέσουν τρίτοι, εν προκειμένω οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ, στις δύο χώρες δια των πολιτικών τους και κόντρα στη θέληση των πολιτών.

Οι λαοί δεν συμφιλιώνονται στα ελβετικά θέρετρα όπου μαζεύονται οι Ύαινες του κόσμου μας να στραγγαλίσουν μικρές χώρες. ‘Όπως έγινε στο Νταβός τον Φεβρουάριο 2010, όπου φόρεσαν στον Γιώργο Παπανδρέου το ΔΝΤ και τον έβαλαν στον δρόμο της καταστροφής της χώρας του.

 

Μεταμοντέρνος σταλινισμός

Ωστόσο η κυβέρνηση επιμένει, άνευ επιχειρημάτων, στην κατηγορηματική άρνησή της να προκηρύξει δημοψήφισμα, παρόλο που ήταν η ίδια, μόλις προ δυόμισυ ετών, που προσέφυγε σε αυτό το μέσο. Σε ένα ντελίριο μάλιστα αντιδημοκρατικής νοοτροπίας, αποδοκίμασε και τα συλλαλητήρια, καταφεύγοντας στο σύνηθες ελληνικό σπορ να λούσει τους οργανωτές  με ένα σωρό επίθετα, αντί να χρησιμοποιεί επιχειρήματα για να πείσει τους ανθρώπους.

Μήπως να καταργηθεί αδέρφια, στην επόμενη συνταγματική αναθεώρηση, και το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και η πρόβλεψη για δημοψήφισμα;

Τα λέει μάλιστα αυτά ένα κόμμα που, πριν έρθει στην εξουσία, διαμαρτυρόταν για την ουσιαστική απαγόρευση των συγκεντρώσεων από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, δια της μαζικής, αναίτιας χρήσης δακρυγόνων. Τα λέει μια κυβέρνηση που ήρθε στην εξουσία με πρόγραμμα να ικανοποιήσει τα συνθήματα των διαδηλωτών, για να μη κάνει μετά τίποτα από όσα υποσχόταν. Μια κυβέρνηση που ισχυρίζεται ότι αντιπροσωπεύει τις αξίες και τις ιδέες της αριστεράς, της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού.

Οι κυβερνητικοί πιστεύουν κατά τα φαινόμενα ότι όλα είναι παιχνίδια μηχανισμών. Δεν έχει σημασία να πείσουν τους πολίτες συζητώντας μαζί τους, αλλά να πιάνουν τον προκαθήμενο της Εκκλησίας (την οποία έβριζε προ ημερών πατόκορφα το Υπουργείο Εξωτερικών!), νομίζοντας ότι το πλήρωμά της είναι πρόβατα, ιδιοκτησία του Αρχιεπισκόπου.

‘Όπως αυτή η κυβέρνηση δεν συνειδητοποίησε τη δύναμη του εθνικού και κοινωνικού αισθήματος που την έφερε στην εξουσία, έτσι δεν συνειδητοποιεί πάλι τη δύναμή του, τώρα, που εκδηλώνεται εναντίον της πολιτικής της. Φοβούμενοι μάλιστα ότι η συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης θα έχει πολύ μεγάλη επιτυχία, άρχισαν από τώρα να λένε δεξιά, αριστερά, ότι για να είναι επιτυχής, θα πρέπει να έχει τουλάχιστον ένα εκατομμύριο, όσο είχε δηλαδή αντίστοιχη το 1992. Μας κάνουν προφανώς πλάκα, μάλλον κάνουν στον εαυτό τους. Οι ίδιοι μπορούν σήμερα να κάνουν τις προεκλογικές συγκεντρώσεις που έκαναν το 1992;

Αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα. Προδίδουν την ολοκληρωτική αδυναμία της κυβέρνησης να αφουγκραστεί, και στο θέμα αυτό, τα βαθύτερα αισθήματα της κοινωνίας.

 

Έλλειμμα Δημοκρατικής Κουλτούρας

Προκαλεί όμως πολύ μεγάλη εντύπωση η αλλεργία και πολλών άλλων, πέραν της κυβέρνησης, στην ιδέα της διεξαγωγής δημοψηφίσματος, στην ιδέα δηλαδή ότι μπορεί ο ίδιος ο ελληνικός λαός να αποφασίσει για την τύχη του, για την ιστορία και για το μέλλον της χώρας του. Θεωρούν την άποψή τους αυτονόητη και επομένως περιττεύει να τεθεί στην κρίση του λαού.

Ακόμα κι όταν αυτό πρακτικά συνεπάγεται ότι θα αναθέσουμε τη λήψη τόσο κρίσιμων αποφάσεων σε ένα πολιτικό σύστημα που όλη η πολιτεία του κατατείνει στο ότι, τουλάχιστο σε κρίσιμα θέματα, τελεί συχνά υπό τον έλεγχο ξένων πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων!

Οι αντίπαλοι της ιδέας του δημοψηφίσματος θεωρούν πιο έξυπνους και πατριώτες από τον μέσο Έλληνα, τον κ. Τσίπρα, τον κ. Μητσοτάκη, την κ. Γεννηματά, πιο ικανούς από τον ελληνικό λαό να πάρουν τέτοιες αποφάσεις; Κι αν ναι, γιατί;

Η πρόβλεψη για δημοψήφισμα, πέραν του ότι είναι ο ορθός, βαθιά δημοκρατικός και εθνικός τρόπος να λυθεί ένα τέτοιο ζήτημα, συνεπάγεται και δύο πράγματα ακόμα. Πρώτον «υπευθυνοποιεί» εξ ανάγκης την κυβέρνηση (και τους πολίτες), γιατί, ακόμα κι αν καταφέρει να βρει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που χρειάζεται για μια συμφωνία, οφείλει να πείσει και τους ‘Ελληνες για την ορθότητά της. Δεύτερο ενισχύει τη διαπραγματευτική της δύναμη, αν θέλει όντως να διαπραγματευθεί.

Αυτή η αλλεργία προς τα δημοψηφίσματα είναι ενδεικτική της βαθειάς απουσίας δημοκρατικής κουλτούρας στη χώρα μας. Δηλαδή κακά οργανωμένη χώρα είναι η Ελβετία, όπου ο λαός αποφασίζει κάθε δύο και τρεις, για περισσότερο ή λιγότερο σημαντικά ζητήματα;

 

Τα δημοψηφίσματα στην ελληνική ιστορία

Με το δημοψήφισμα του 1950 στην Κύπρο υπέρ της αυτοδιάθεσης του κυπριακού λαού και της Ένωσης με την Ελλάδα, ξεκίνησε ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας των Κυπρίων, μια από τις σημαντικότερες αντιαποικιακές, αντιιμπεριαλιστικές επαναστάσεις του Εικοστού Αιώνα, ως αποτέλεσμα της οποίας υπάρχει σήμερα (τουλάχιστον ακόμα) κυπριακό κράτος.

Και τότε βεβαίως δυσανασχετούσαν οι πολιτικοί των Αθηνών γιατί, έλεγαν, η Ελλάδα αναπνέει με δύο πνεύμονες, έναν αγγλικό και έναν αμερικανικό, και θα πάθαινε ασφυξία χωρίς αυτούς. Έπαθε στο τέλος όντως ασφυξία, αλλά την έπαθε από τα ίδια τα δηλητήρια που την τροφοδοτούσαν οι «αναπνευστήρες» της. Έπαθε ασφυξία  όχι γιατί αντιστάθηκε, αλλά γιατί έκανε επανειλημμένως τα θελήματα των Αγγλοαμερικανών, και στη Διάσκεψη του Λονδίνου (1955), και στη Ζυρίχη και το Λονδίνο (1960) και το καλοκαίρι του 1974. Όπως χατήρια των Αμερικανών πάει τώρα να κάνει ο Τσίπρας στα Βαλκάνια και παντού αλλού.

Με το δημοψήφισμα του 1974 ήταν που ο ελληνικός λαός αποφάσισε να απαλλαγεί από τον ξενόφερτο θεσμό της Βασιλείας, που τόσο τον καταταλαιπώρησε με τις διαρκείς επεμβάσεις του επί δύο αιώνες υπέρ Ξένων Δυνάμεων, ακρωτηριάζοντας ευθύς εξ αρχής την ελληνική ανεξαρτησία και τη δημοκρατία.

Μπορεί κάποιος να φανταστεί τι θα γινόταν αν επεβίωνε αυτός ο θεσμός, ή αν καταργούνταν με κάποια συντακτική πράξη, που δεν θα επικυρωνόταν από τον λαό;

Χάρη στο δημοψήφισμα του 2004 στην Κύπρο διεσώθη η Κυπριακή Δημοκρατία, κι έτσι δεν χρειάζεται τώρα ο κ. Μουζάλας να ψάχνει σκηνές και για Ελληνοκύπριους πρόσφυγες.

Εμείς ίσως κάνουμε λάθος. Κάνουν άραγε και οι απέναντι; Γιατί λυσσάει ο Σόιμπλε και όλο το ευρωπαϊκό σκυλολόι, κάθε φορά που τα δημοψηφίσματα, αλλά και οι απλές εκλογές ακόμα, έρχονται να παρενοχλήσουν τα σχέδιά τους;

 

Το δημοψήφισμα του 2015

Εκεί που ο παραλογισμός και η ασυναρτησία φτάνουν στο απόγειο, είναι στην επίκληση του προηγούμενου του 2015, ως επιχειρήματος εναντίον των δημοψηφισμάτων. Είδατε τι έγινε, λένε, η κυβέρνηση δεν σεβάστηκε το αποτέλεσμα! Δηλαδή να μην κάνουμε δημοψηφίσματα, για να αποφύγουμε τον κίνδυνο να μην εφαρμόσουν το αποτέλεσμα οι κυβερνώντες!

Πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι. Επειδή θεωρούμε τους πολιτικούς μας ανάξιους να διαχειριστούν το αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος, καταργούμε τον θεσμό του δημοψηφίσματος, και αφήνουμε τους ίδιους, ανάξιους πολιτικούς, να παίρνουν τις τελικές αποφάσεις μόνοι τους, χωρίς «ενόχληση» από τη λαϊκή ψήφο.

Το λάθος δεν είναι ότι έγινε το δημοψήφισμα του 2015. Το λάθος είναι ότι δεν έγινε το 2010, όταν η κυβέρνηση Παπανδρέου έβαλε τη χώρα στα Μνημόνια και τις Δανειακές, πραγματοποιώντας κατ’ ουσίαν ένα πραξικόπημα εις βάρος της συνταγματικής τάξης, της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας και του δημοκρατικού πολιτεύματος, ως αποτέλεσμα του οποίου, σύμφωνα με τις στατιστικές, όχι με την άποψη του γράφοντος, η Ελλάδα υπέστη τη μεγαλύτερη καταστροφή στην ιστορία του καπιταλισμού.

Δεν μπορώ να ξέρω τι θα γινόταν αν είχε προβλεφθεί τέτοιο δημοψήφισμα το 2010. Το βέβαιο είναι ότι, ότι κι αν γινόταν, η χώρα δεν θα γνώριζε την τεράστια καταστροφή που γνώρισε ως αποτέλεσμα και της βαθειά αντιδημοκρατικής ψυχολογίας των πολιτικών που τη θεωρούν ιδιοκτησία τους, αλλά τη μεταχειρίζονται στην πραγματικότητα πολύ χειρότερα από την ιδιοκτησία τους.

Ειρήσθω εν παρόδω, η κυβέρνηση Παπανδρέου εξηρτάτο ασφυκτικά από τους Αμερικανούς, τους ίδιους δηλαδή που ανέσυραν το μακεδονικό από την αφάνεια και θέλουν με το ζόρι να το λύσουν εδώ και τώρα.

Ξαναγυρνώντας στο σήμερα, να υπενθυμίσουμε ότι δεν κόβουνε τις συντάξεις ή ξεπουλάνε όλη τη χώρα, από άκρη σε άκρη, γιατί έγινε το δημοψήφισμα του 2015, αλλά γιατί οι κυβερνώντες δεν σεβάστηκαν το αποτέλεσμά του και γιατί δεν είχαν κάνει και την παραμικρή σοβαρή προετοιμασία για να το εφαρμόσουν.

Το δημοψήφισμα του 2015 το προκήρυξαν άλλωστε γιατί τότε, όπως και τώρα, αφενός έχουν οργανική αδυναμία να αφουγκραστούν τον κόσμο, αφετέρου γιατί δεν φαίνεται να διαθέτουν κάποια στρατηγική σκέψη.

Δηλαδή τι θα γινόταν αν δεν είχε προκηρυχθεί το δημοψήφισμα, ή, πολύ περισσότερο, αν είχαμε ψηφίσει ναι; Θα εφαρμοζόταν η ίδια πολιτική, αλλά θα έλεγαν όλοι ότι αυτή την πολιτική τη θέλουν οι Έλληνες. Είτε γιατί ψηφίζουν τα κόμματα που την υποστηρίζουν, είτε, στην περίπτωση που γινόταν δημοψήφισμα και έβγαινε το Ναι, γιατί οι ίδιοι θα την είχαμε επιδοκιμάσει άμεσα.

Φαντάζεστε τι θα γινόταν αν είχαμε ψηφίσει Ναι στο δημοψήφισμα; Θα μας έκοβαν τη σύνταξη, θα πουλούσαν όλα τα δημόσια νοσοκομεία (όπως λέγεται ότι ετοιμάζονται να κάνουν, μου λένε οι κακές γλώσσες, ελπίζω να μην είναι αλήθεια) και θα τους λέγαμε Ευχαριστώ Αφέντη.

Ο βαθύτερος λόγος που τόσοι μισούν το δημοψήφισμα του 2015, είναι άλλος στην πραγματικότητα. Τους ανάγκασε να πάρουν θέση. Τους ανάγκασε να αντιμετωπίσουν τις ευθύνες τους. Ο μόνος που πέρασε αξιοπρεπώς τη δοκιμασία ήταν ο τότε Πρόεδρος της ΝΔ που παραιτήθηκε αναγνωρίζοντας την αποδοκιμασία. Οι άλλοι, βοηθούντος και του ΣΥΡΙΖΑ, τα βάζουνε τώρα με το δημοψήφισμα. Αν μπορούσαν (αν μπορέσουν), θα απαγόρευαν εντελώς τα δημοψηφίσματα, αν δεν καταργούσαν στο τέλος και τις εκλογές, που έχουν άλλωστε ήδη εν πολλοίς καταφέρει να αχρηστεύσουν, ως εργαλείο έκφρασης πολιτικής βούλησης.

Τα αποτελέσματα δημοψηφισμάτων δεν αλλάζουν νομίμως παρά με νέα δημοψηφίσματα. ‘Ότι και να ψηφίζει έκτοτε ο ελληνικός λαός στις εκλογές, η ψήφος της 5ης Ιουλίου 2015 συνιστά μια ιστορική παρακαταθήκη του ελληνικού έθνους, την απόδειξη ότι οι πολιτικές που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα είναι αντίθετες με τη θέληση του ελληνικού λαού, με τη δημοκρατία και με την ευρωπαϊκή έννομη τάξη, ένα σπουδαίο πολιτικό και νομικό όπλο.

Η ύπαρξη βέβαια τέτοιων όπλων έχει σημασία όταν μια κοινωνία έχει και τα πολιτικά και κοινωνικά εργαλεία που χρειάζεται για να παλέψουν να υλοποιήσουν τη βούλησή της.

Αυτό είναι το πραγματικό μάθημα του 2015 για τη χώρα που ο εθνικός της ποιητής, ο Διονύσιος Σολωμός, συμπύκνωσε την τραγωδία της με την ιστορική φράση του στην προς Επτανησίους επιστολή του:

«Λαέ μου ευκολόπιστε και πάντα προδομένε».

 

Δείτε ακόμα

ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΣΗ

Μια έκκληση του Μίκη Θεοδωράκη και προσωπικοτήτων για το δημοψήφισμα του 2015

Το μονο εξυπνο πραγμα που μπορει να κανει ο Τσιπρας στο Μακεδονικο

«Στα 1914 και στα 1918, είδαμε πως πάρθηκαν οι ιστορικές
αποφάσεις για τον πόλεμο και την ειρήνη, όχι σύμφωνα με τη
λογική κι απ’ τους υπεύθυνους, αλλά από άτομα που τα
κάλυπτε η σκιά, από άτομα με τον πιο αμφίβολο χαρακτήρα,
και με πολύ περιορισμένη διανοητικότητα. Κάθε μέρα
διαπιστώνουμε ακόμα πως, στο διφορούμενο και συχνά
εγκληματικό παιχνίδι της πολιτικής, όπου οι λαοί εμπιστεύονται,
εύπιστα πάντα, τα παιδιά τους και το μέλλον τους, δεν
υπερισχύουν οι άνθρωποι με τις πλατιές και ηθικές ιδέες, αλλά
αυτοί οι επαγγελματίες παίκτες, που τους αποκαλούμε
διπλωμάτες – αυτοί οι καλλιτέχνες με τα γρήγορα χέρια, με τα
κούφια λόγια και με τα ψυχρά νεύρα».
Στέφαν Τσβάιχ, «Ιωσήφ Φουσέ»

 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

To πιο έξυπνο πράγμα και το καλύτερο για τη χώρα (και για την ίδια) που θα μπορούσε να κάνει αυτή τη στιγμή, όπως διαμορφώνεται η κατάσταση, η ελληνική κυβέρνηση θα ήταν να βρει έναν κομψό τρόπο να «προσγειώσει» το μακεδονικό που, ανοήτως και ιδιοτελώς άνοιξε, για να ικανοποιήσει τους Αμερικανούς, νομίζοντας ότι αυτό θα της αποφέρει πολιτικά οφέλη. ‘Όχι γιατί θα ήταν άσχημα να βρεθεί μια ικανοποιητική λύση σε αυτό το ζήτημα, αλλά γιατί δεν φαίνεται να υπάρχουν ούτε οι αντικειμενικές, ούτε οι υποκειμενικές δυνατότητες να λυθεί τώρα. Αντίθετα, με τον τρόπο που το χειρίζεται η κυβέρνηση κινδυνεύει να οδηγήσει, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, αφενός σε μια εθνική ήττα, που θα έρθει μάλιστα να προστεθεί στην ήττα του 2015, αφετέρου σε ευρύτερη αποσταθεροποίηση.

Είναι πάρα πολύ μεγάλες οι παγίδες που κρύβει η υπόθεση του μακεδονικού, και για μας, και για την όλη κατάσταση στα Βαλκάνια, ακόμα και για τη σταθερότητα του γειτονικού κράτους, παγίδες που μόνο μερικές μπορούμε τώρα να φανταστούμε, και που υπερβαίνουν στην πραγματικότητα τις δυνατότητες του ελληνικού πολιτικού και κρατικού συστήματος να τις διαχειρισθεί. Η κατάσταση στα Βαλκάνια εμπλέκεται άμεσα με μία βαρειά αυτοκρατορική στρατηγική, την περικύκλωση της Ρωσίας, αλλά επίσης επηρεάζει την κρίση της ΕΕ, ενώ δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί στον άγριο εμφύλιο που έχει ξεκινήσει στο εσωτερικό του Imperium, μεταξύ του κόμματος των παγκοσμιοποιητών τύπου Φουκουγιάμα και των οπαδών του Διαρκούς Πολέμου και Χάους τύπου Χάντιγκτον.

Εκτός βεβαίως αν η κυβέρνηση μπορεί,  πρώτον, να φέρει πραγματικά μια λύση που να ακυρώνει τον σλαβομακεδονικό αλυτρωτισμό στην πραγματικότητα, στη γραμμή δηλαδή του Βουκουρεστίου του 2008, όχι μια «λύση-φερετζέ», όπως αυτή που οι πληροφορίες τη φέρουν να διαπραγματεύεται. Και δεύτερον αν μπορεί να πείσει τον ελληνικό λαό για την ορθότητά της. Γιατί το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε τώρα είναι μια νέα εθνική ήττα, ή ακόμα και η αίσθηση μιας τέτοιας ήττας. Και τρίτον, αν μπορούν και τα Σκόπια να δεχθούν μια τέτοια λύση, χωρίς να διαλυθούν στα εξ ων συνετέθησαν.

Τίποτα δεν δείχνει ότι έχει γίνει η προετοιμασία για κάτι τέτοιο ή ότι είναι σε θέση να το φέρει σε πέρας η ελληνική κυβέρνηση. Ενώ και τα ίδια τα Σκόπια παραμένουν βαθύτατα διχασμένα.

 

Όταν ο Βούτσης γίνεται οπαδός του Πάγκαλου!

Φαίνεται όμως ότι μάλλον και η ίδια η κυβέρνηση δεν πολυπιστεύει ότι θα βρει ικανοποιητική λύση, για την οποία μάλιστα θα μπορέσει να πείσει τον ελληνικό λαό. Γι’ αυτό και επαναλαμβάνει διαρκώς την αντίθεσή της σε δημοψήφισμα, την ανάγκη του οποίου επιβάλουν και θεμελιώδεις λόγοι δημοκρατίας, αλλά και η ανάγκη να πάρει μια τόσο κρίσιμη απόφαση ο ελληνικός λαός, που θα υποστεί τις συνέπειές της και όχι πολιτικοί που δεν φαίνεται να διαθέτουν μεγάλη ικανότητα να λένε ‘Όχι προς το εξωτερικό.

Και ο μεν κ. Πάγκαλος που δεν έχει κόμπλεξ να εκφράζει την βαθύτατη περιφρόνησή του προς τους άλλους ανθρώπους και τον ελληνικό λαό είναι συνεπής να απορρίπτει το δημοψήφισμα. Ο κ. Βούτσης όμως, που το κόμμα του προκήρυξε δημοψήφισμα πριν δυόμισυ χρόνια; Γιατί δεν θέλει να αποφασίσει ο ελληνικός λαός με δημοψήφισμα για τη χώρα του, για την ιστορία της, για το μέλλον της; ‘Όχι, μας λέει, θα αποφασίσει ο ίδιος, ο κ. Αλέξης, ο κ. Κυριάκος και η κ. Φώφη. Θα αποφασίσουν οι βουλευτές των οποίων προεδρεύει και οι οποίοι ψηφίζουν, χωρίς να ντρέπονται, χιλιάδες σελίδες πρόχειρα μεταφρασμένων κειμένων από τα αγγλικά, τα οποία δεν έχουν διαβάσει, στον μεγαλύτερο εξευτελισμό της έννοιας της δημοκρατίας που έχει σημειωθεί ποτέ παγκοσμίως.

Δεν είναι λίγοι οι φίλοι που έχουν επιφυλάξεις και για τον πολιτικό λόγο που εκφέρουν οι διαμαρτυρόμενοι για την κυβερνητική πολιτική, και για ορισμένους από τους «παράγοντες» που έχουν εμφυλλοχωρήσει στις κινητοποιήσεις για το θέμα του ονόματος. Αντιλαμβανόμαστε τις επιφυλάξεις τους και ορισμένες τις συμμεριζόμαστε. Αλλά κρίνουμε ως κατ’ αρχήν πολύ θετικό το ότι μια σημαντική μερίδα του ελληνικού λαού διαθέτει εθνικά αντανακλαστικά και δεν θέλει να αφήσει τις πολιτικές ηγεσίες να δράσουν όπως αυτές νομίζουν, αδιαφορώντας για τη γνώμη των πολιτών. Αν ο ελληνικός λαός αφήσει τους πολιτικούς να καθορίσουν μόνοι τους τη μοίρα της χώρας και του έθνους, μάλλον θα εκλείψουν αμφότερα, όπως πάμε. Πιστεύουμε ότι η Θεσσαλονίκη θα θυμήσει μεθαύριο, με τη δύναμη της διαμαρτυρίας της, στην ελληνική πολιτική τάξη ότι υπάρχει ακόμα ο ελληνικός λαός και πρέπει να τον παίρνει υπόψιν της.

Ελπίζουμε ταυτόχρονα ότι το κίνημα που τώρα αναπτύσσεται θα αποφύγει τις μαξιμαλιστικές ρητορείες χωρίς σκέψη και θα διακριθεί για τη σοβαρότητα και τον ορθολογισμό των επιλογών του. Οι Μιλόσεβιτς, οι Κάρατζιτς, οι Μλάντιτς, μπορεί μεν να είναι συμπαθείς σε ορισμένους, για την αποφασιστικότητα και την πίστη στο έθνος τους, αλλά το κατέστρεψαν, όχι γιατί αντιστάθηκαν, αλλά λόγω του τρόπου που το έκαναν.

Ελπίζουμε επίσης ότι δεν θα επιτρέψει να το εκμεταλλευθούν διάφορες δυνάμεις για αλλότριους σκοπούς και δεν θα εμφανίσει τις παθολογίες και τα εκφυλιστικά φαινόμενα που οδήγησαν τελικά, εκεί που οδήγησαν, το αντιμνημονιακό κίνημα. Ο πατριωτισμός είναι πολύ σοβαρή υπόθεση όπως και η σοβαρότητα και συνέπεια το πιο ουσιώδες εν ανεπαρκεία σε αυτή τη χώρα. Δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να χρησιμοποιείται ως «πλυντήριο» ανθρώπων που υποστήριξαν αυταρχικά και αντεθνικά καθεστώτα. Ούτε είναι δυνατόν να εκδηλώνεται αλά καρτ. Δεν μπορείς π.χ. να λες ναι σε όλα στους πιστωτές που καταστρέφουν και λεηλατούν την χώρα σου, αλλά να κάνεις εθνική αντίσταση προς τους … Σλαβομακεδόνες!

 

Να λυθεί η διαφορά, αλλά πως;

Φυσικά θα ήταν ευχής έργο από μία άποψη να λυθεί πραγματικά η διαφορά με τα Σκόπια, με ειλικρίνεια και με σεβασμό στα δικαιώματα όλων και στην ιστορική αλήθεια, και να ανοίξουν νέοι δρόμοι στη συνεργασία μας με τη γειτονική χώρα, που αν κάποιος την απειλεί, μάλλον δεν είναι οι ‘Ελληνες, αλλά Αλβανοί και Βούλγαροι και, κυρίως, οι υπερατλαντικοί «ειρηνοποιοί». Η πΓΔΜ θα μπορούσε να παίξει σπουδαίο ρόλο ως γέφυρα Ελλάδας και Σερβίας.

Αλλά πρέπει να μπορεί να γίνει, να μπορεί να υπάρξει μια δίκαιη και σταθερή λύση. Αλλοιώς θα εξυπηρετήσουμε τους (πολύ κακούς παρεπιπτόντως) σκοπούς των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, αλλά θα χαλάσουμε μεν ακόμα περισσότερο τελικά τις σχέσεις μας και θα αποσταθεροποιήσουμε την κατάσταση και στα Βαλκάνια, αλλά και στο εσωτερικό της Ελλάδας, πολύ περισσότερο η λύση βιωθεί ως μία ακόμα εθνική ήττα ή εθνική προδοσία για τον ελληνικό λαό.

Αρνούμενοι το δημοψήφισμα, οι κυβερνώντες θέλουν να απαλλαγούν και από την ανάγκη να αγωνιστούν πολιτικά για να πείσουν  τους ανθρώπους για την ορθότητα της πολιτικής τους κι από την ευθύνη τους γι’ αυτά που κάνουν και λένε. Στερούνται επίσης, με τον τρόπο αυτό, ενός πολύ ισχυρού διαπραγματευτικού όπλου.

Φοβούμεθα ότι η Αθήνα ήδη ολισθαίνει, σύμφωνα τουλάχιστο με όλες τις διαθέσιμες ενδείξεις, σε ένα διπλωματικό Βατερλώ, του οποίου μάλιστα δεν συνειδητοποιεί τις συνέπειες ούτε καν για την ίδια, συζητώντας ένα όνομα (Νέα Μακεδονία) που, αντί να τον ακυρώνει, συνιστά όχημα του σλαβομακεδονικού αλυτρωτισμού, ενώ μοιάζει να έχει αποδεχθεί τη διπλή ονομασία (άλλη στο σύνταγμα, άλλη διεθνώς) και τη χρήση για την εθνότητα, την υπηκοότητα και τη γλώσσα της λέξης «μακεδονική». Μακάρι φυσικά να μας διαψεύσει, είμαστε οι πρώτοι που θα τη χειροκροτήσουμε, αλλά η πολιτεία της σε όλα τα θέματα μέχρι τώρα δικαιολογεί πολύ μεγάλες επιφυλάξεις.

Ακόμα όμως κι αν στο τέλος δεν φτάσει μέχρις εκεί και αναγκαστεί να κάνει πίσω, κινδυνεύει να προκαλέσει μια απολύτως αχρείαστη κρίση με τα Σκόπια ή να συμβάλλει στην αποσταθεροποίησή τους με όλη αυτή την υπόθεση.

Ο γράφων δεν πιστεύει ότι η απόρριψη της σύνθετης ονομασίας είναι σωστή, γιατί μια τέτοια θέση δεν είναι διεθνώς υπερασπίσιμη, απομονώνει και δεν προωθεί τα συμφέροντα της χώρας. Συχνά στην Ελλάδα, ο φραστικός μαξιμαλισμός προετοιμάζει τελικά  τις εθνικές όπως και τις κοινωνικές ήττες. Για να είναι όμως μια σύνθετη ονομασία λύση, πρέπει να αντανακλά την ιστορική πραγματικότητα, που είναι ότι η πΓΔΜ συνιστά τμήμα και όχι το σύνολο μιας κατεξοχήν πολυεθνικής περιοχής που αποκαλείται εδώ και πολλούς αιώνες Μακεδονία, ευρύτερης από την αρχαία Μακεδονία, τμήματα της οποίας βρίσκονται σήμερα στην Ελλάδα, την πΔΓΜ και τη Βουλγαρία. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με διπλή ονομασία, με άλλα να ορίζει το σύνταγμα και άλλα η διμερής συμφωνία, με απερίγραπτες θεωρίες που διαστρεβλώνουν την ιστορία, όπως ότι οι Σλαβομακεδόνες είναι απόγονοι του Μεγαλέξανδρου, όταν ο άνθρωπος πέθανε 900 χρόνια προτού εμφανισθούν σλαβικά φύλα στη Βαλκανική  κλπ. κλπ. Γιατί τότε θα πρόκειται για έναν κάλπικο, δήθεν συμβιβασμό που θα καταρρεύσει την επόμενη μέρα της εισόδου των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ.

Επιπλέον, η λύση δεν αρκεί να είναι διπλωματικά σωστή, πρέπει να γίνεται και κατανοητή και αποδεκτή από τους λαούς των δύο χωρών, αν είναι να λύσουμε και όχι να δημιουργήσουμε προβλήματα, και αν είναι να διατηρήσουμε και όχι να πλήξουμε τη δική μας εθνική συνοχή. Αυτός είναι επίσης ένας επιπλέον λόγος που ο γράφων υπεστήριξε ότι τα δημοψηφίσματα επιβάλλονται σε ένα τέτοιο θέμα.

 

Λύση ερήμην των κοινωνιών

Πάει υποτίθεται να λυθεί ένα ζήτημα για το οποίο δύο χώρες και οι λαοί τους αντιπαρατίθενται επί ένα τέταρτο αιώνα, και που εμπλέκει τα πιο βαθιά στρώματα της εθνικής τους συνείδησης όπως είναι διαμορφωμένη, πως όμως πάει να λυθεί; ‘Εγινε καμιά κουβέντα εντός των δύο κοινωνιών και μεταξύ τους; Τίποτα. Το μόνο που γίνεται είναι (όπως και στην Κύπρο) μια κουβέντα στο παρασκήνιο της διεθνούς πολιτικής, με σκοπό να βρεθεί μια λύση-καπέλο, που θα φορέσουν στις δύο χώρες διάφοροι διεθνείς αξιωματούχοι.

Αυτοί, δεν ενδιαφέρονται για τη λύση των προβλημάτων της Βαλκανικής, αλλά για τη διαιώνισή τους με άλλες μορφές, ώστε να μπορούν οι τρίτοι, επιδέξιοι εμπρηστές, να επεμβαίνουν μετά, υποδυόμενοι τους πυροσβέστες. Θέλουν να επιβάλλουν λύσεις που αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση συμφερόντων τρίτων δυνάμεων, δυνάμεων που, αντίθετα από ότι λένε, χρειάζονται απελπιστικά την αστάθεια, όχι τη σταθερότητα. (Γι’ αυτό σε κάθε φάση της γιουγκοσλαβικής διάλυσης δεν προτίμησαν τις αμιγείς λύσεις, αλλά άφηναν πάντα μια εστία αστάθειας, ανά πάσα στιγμή να μπορούν να βάλουν φωτιά, για να έρθουν μετά δήθεν να τη σβήσουν! Π.χ. έσπρωξαν στην ανεξαρτησία του Κοσόβου από τη Σερβία, αρνούνται όμως ταυτόχρονα να επιτρέψουν την ένωση της αμιγώς σερβικής Μιτρόβιτσα με τη Σερβία. ‘Οποτε γουστάρουν είναι με τα «καταπιεσμένα» έθνη, όποτε γουστάρουν γίνονται «πολυεθνικοί»).

 

Οπορτουνισμός και ασυναρτησία

Ούτε καν μεταξύ μας οι ‘Ελληνες δεν έχουμε κουβεντιάσει σε βάθος το θέμα, βασικές πτυχές του οποίου αγνοεί ο ελληνικός λαός, που επιπλέον βομβαρδίζεται από τους πολιτικούς του και τα μέσα, κανονικά και σόσιαλ, με ανακρίβειες και ανοησίες. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός πήγε στο Βελιγράδι και μας τρέλλανε όλους, λέγοντας ότι οι Σλαβομακεδόνες δεν πρέπει να διεκδικούν το μονοπώλιο της κληρονομιάς του Μεγάλου Αλεξάνδρου! Μα δεν ξέρει ότι ο Μέγας Αλέξανδρος πέθανε τουλάχιστο 900 χρόνια προτού έρθουν οι Σλάβοι στα Βαλκάνια; Και ακόμα κι αν δεν το ξέρει, δεν υπάρχει κανείς γύρω του να του το πει; Βγαίνει κατόπιν ο Πρωθυπουργός της πΓΔΜ και δηλώνει ότι ο Μέγας Αλέξανδρος και η κληρονομιά του ενώνουν τους δύο λαούς.

Πάμε δηλαδή να λύσουμε υποτίθεται ένα θέμα, πάμε να βασίσουμε μια ειρήνη πάνω στη διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας. Ποτέ μια τέτοια διαστρέβλωση δεν μπορεί να οδηγήσει σε σταθερή, δίκαιη, ειλικρινή λύση, προδίδει στην πραγματικότητα το κάλπικο μιας υποτιθέμενης συνεννόησης, που δεν την πιστεύουν τα δύο μέρη, αλλά τους την επιβάλλει με το ζόρι κάποιος τρίτος και που θα είναι έτοιμοι να την ανατρέψουν, στην πρώτη ευκαιρία που θα τους δοθεί.

Αλλά και στην εσωτερική συζήτηση για το μακεδονικό αυτό που έχει κυριαρχήσει είναι  ο πολιτικός οπορτουνισμός, η δημαγωγία, η ασυναρτησία και οι βρισιές, με το ένα «στρατόπεδο» να κατηγορεί το άλλο για «εθνικισμό», «πρωτογονισμό» και «χρυσαυγιτισμό», και το άλλο να απαντά με κατηγορίες για εθνική προδοσία, έστω και αν, το δεύτερο αυτό «στρατόπεδο», διαθέτει τουλάχιστο κάποια ενστικτώδη εθνικά αντανακλαστικά. Βρίζουμε ο ένας τον άλλο, κάτι πολύ πιο εύκολο από το να προσπαθούμε να αναιρέσουμε τα επιχειρήματά του με τα δικά μας.

Ο κίνδυνος από το άνοιγμα του μακεδονικού τώρα, με αυτούς τους όρους και από αυτή την κυβέρνηση, είναι ότι απειλεί την εθνική συνοχή και το φρόνημα του ελληνικού λαού, την ίδια την ιδέα που έχει για το έθνος του και το κράτος του. Και στο σημείο που έχουν φτάσει τα πράγματα η διατήρηση της εθνικής και κοινωνικής συνοχής του ελληνικού λαού είναι όρος για την επιβίωσή του. Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει τόσο από «ακρωτηριασμό», να χάσει εδάφη, όσο κι αν δεν μπορεί κανείς να παίρνει αψήφιστα ένα τέτοιο ενδεχόμενο, καθώς μάλιστα η κοπτοραπτική εθνών και κρατών έχει γίνει παγκόσμια μόδα στις μέρες μας.

Κυρίως όμως οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό πόλεμο είναι που δέχεται από το 2009-10, όχι στρατιωτική εισβολή, πόλεμο που αποβλέπει στην αποσύνθεση, την καταστροφή και αρπαγή τελικά του κράτους της (όπως και του κυπριακού). Εξακολουθεί ασφαλώς να υπάρχει η σκιά των επεκτατισμών του εξ ανατολών γείτονα, κυρίως είναι όμως η εσωτερική αποσάθρωση από την οποία κινδυνεύει το ελληνικό κράτος-έθνος, στόχος προτεραιότητας των Αγορών και του γεωπολιτικού και πολιτιστικού νέο-ιμπεριαλισμού.

Αλλά και από τη γενικότερη τάση σε μια Ευρώπη όπου τα έθνη κράτη επιχειρείται να πιαστούν σάντουιτς, ανάμεσα στην παγκοσμιοποίηση και την ΕΕ, τη δικτατορία του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου από τη μια, και την Ευρώπη των περιφερειών από την άλλη. ‘Όχι βέβαια για σκοπούς προόδου, ειρήνης και δημοκρατίας, αλλά για να διαλυθούν και τα τελευταία επίπεδα όπου οι λαοί μπορούν να οργανώσουν τον αγώνα τους για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, για νάχουν μια επιρροή στις αποφάσεις και τη διεκδίκηση ενός κοινωνικού κράτους. Να μας κάνουν δηλαδή ανήμπορα και απρόσωπα νομαδικά ζώα, όπως τους πρόσφυγες που βλέπουμε να θαλασσοπνίγονται. Γι’ αυτό και είναι εθνικά επικίνδυνη,  απολύτως ανεύθυνη αλλά και χαρακτηριστική των κινδύνων που συνεπιφέρει η άσκεφτη έγερση του μακεδονικού, η ξαφνική συζήτηση για «Λίγκα του Βορρά».

‘Ένα κράτος και ένα έθνος δεν είναι μόνο μια θεσμική και μια υλική πραγματικότητα. Είναι και η ιδέα του. Έχουμε ένα σωρό προβλήματα ως χώρα, δεν ξέρουμε αν θα υπάρχει αύριο η ΕΕ και αν εμείς θα είμαστε μέλη της, έχουμε ένα σωρό παράξενους γείτονες και επιπλέον ζούμε σε μια εποχή τεκτονικών, παγκόσμιων αναταράξεων. Δεν κυττάμε καλύτερα να διατηρήσουμε το μόντους βιβέντι, τα σύνορά μας, αυτά που τώρα έχουμε, αντί να αναλαμβάνουμε σε τόσο επικίνδυνες εποχές φιλόδοξα ανόητες πρωτοβουλίες;

 

Οι επικίνδυνες κυβερνητικές πρωτοβουλίες

‘Όλα λοιπόν κατατείνουν ότι δεν υπάρχουν σήμερα οι προϋποθέσεις να λυθεί με τρόπο αξιοπρεπή και αξιόπιστο το θέμα του ονόματος και, πάντως, δεν φαίνεται από τη μέχρι τώρα πορεία της η κυβέρνηση αυτή να είναι σε θέση να το κάνει (1). Ακόμα δε κι αν μπορούσε να βρει αξιοπρεπή λύση, δεν έχει έως τώρα δείξει να διαθέτει τις πολιτικές ικανότητες, την κατανόηση σε βάθος του πως είναι συγκροτημένη η εθνική συνείδηση και το εθνικό συλλογικό ασυνείδητο, ούτε έχει το κύρος που θα απαιτούνταν, για να περάσει μια λύση στο εσωτερικό της χώρας, χωρίς να διχάσει τον ελληνικό λαό και χωρίς να δημιουργήσει, στα καλά καθούμενα, μια ακόμα απειλή για την δημοκρατική και εθνική μας συνοχή. Αν επιμείνει, αρνούμενη μάλιστα να προσφύγει στην λαϊκή ετυμηγορία, κινδυνεύει είτε να προκαλέσει πολύ έντονες αντιδράσεις, είτε να χαρίσει στον ελληνικό λαό την αίσθηση μιας ακόμα μεγάλης ήττας, που θα αποδιαλύσει το φρόνημα και το ηθικό του.

Μεγάλο μέρος του πληθυσμού, αν πιστέψουμε τα γκάλοπ, είναι στη γραμμή «ούτε Μακεδονία, ούτε παράγωγα», δηλαδή σε γραμμή αντίθετη με τα βασικά κόμματα της χώρας, που άλλωστε, ενσάρκωση του καιροσκοπισμού, δεν επεχείρησαν ποτέ να εξηγήσουν στον ελληνικό λαό ποια ακριβώς είναι η θέση ενός εκάστου και γιατί την υποστηρίζουν. Ακόμα και σήμερα παίζουν διαρκώς και όλα τον παπά, παίζουν με τις λέξεις και με τη νοημοσύνη μας. Αν είναι ακόμα πολιτικά κόμματα κι αν πιστεύουν ότι έχουν δίκηο, πρώτον ας πούνε με σαφήνεια τι νομίζουν, δεύτερο ας αγωνιστούν να αλλάξουν τα μυαλά των Ελλήνων και να τους πείσουν για το δίκηο τους.

Πάντως δεν γίνεται να κάνει μια χώρα εξωτερική πολιτική με πολύ μεγάλα ποσοστά του λαού έντονα αντίθετα στη γραμμή της. Δεν είναι οι χώρες ιδιοκτησία των πολιτικών τους. Είναι τόσο δύσκολο να αντιληφθούν αυτή την απλή αλήθεια οι πολιτικοί μας; ‘Όπως πάμε στο τέλος, ακόμα κι αν δεν «λυθεί» το θέμα με την πΓΔΜ, θα καταφέρουμε να προκαλέσουμε μια απολύτως αχρείαστη κρίση με τον βόρειο γείτονά μας, αλλά και στο εσωτερικό μας.

 

Το πολιτικό συμφέρον του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ

Τον αρθρογράφο τον ενδιαφέρει η χώρα του, όχι το μέλλον του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ. Θέλουμε εντούτοις, μπας και φανεί χρήσιμο, να επισημάνουμε σε αυτό το σημείο ότι η πολιτική αυτή εγκυμονεί πολύ μεγάλους κινδύνους για τον ίδιο και το κόμμα του.

Τσίπρας και ΣΥΡΙΖΑ τη γλύτωσαν πολύ φτηνά (μέχρι τώρα τουλάχιστο) από το πρωτοφανές κάζο της πανωλεθρίας και άνευ όρων συνθηκολόγησης του 2015. Υπό τις συνθήκες, είναι όντως κατόρθωμα ότι κατάφεραν, αν είναι σωστά τα γκάλοπ, να διατηρήσουν τη μισή εκλογική τους βάση (2).

Μόνο που η στάμνα πάει πολλές φορές στο πηγάδι, κάποια στιγμή όμως σπάει. Κι αυτό θα συμβεί στο τέλος, αν ο Υπουργός των Εξωτερικών του κ. Τσίπρα συνεχίσει τις προσπάθειες να λύσει το μακεδονικό, το κυπριακό, τα ελληνοτουρκικά και να ικανοποιεί εν γένει όλα όσα του ζητάει ο άξονας Τραμπ-Νετανιάχου, στα πλαίσια ενός ολοκληρωμένου «γεωπολιτικού μνημονίου» που αποβλέπει να αφαιρέσει από τον ελληνικό λαό, και στην Ελλάδα και στην Κύπρο, τα τελευταία χαρτιά, τα τελευταία στοιχεία εθνικής ισχύος, που του έχουν απομείνει και που αφορούν την τεράστια γεωπολιτική σημασία του χώρου που κατοικεί και του οποίου διαθέτει και τους τίτλους ιδιοκτησίας και το πολιτιστικό «στρατηγικό βάθος» του, την ήπια ισχύ των Ελλήνων, ως φορέα μιας από τις σημαντικότερες παραδόσεις στην  ιστορία του ανθρώπινου Γένους.

 

ΣΥΡΙΖΑ και εξωτερική πολιτική

Πολύ περισσότερο, με δεδομένο ότι και το κυβερνών κόμμα και η κυβέρνηση δυστυχώς έχουν κυριολεκτικά «μαύρα μεσάνυχτα» από εξωτερική, αμυντική και διεθνή πολιτική, γεγονός που τους καθιστά και ευκολότατα χειραγωγήσιμους, από όποιον θέλει και μπορεί να το κάνει, για τις δικές του επιδιώξεις. (Λυπούμαστε πολύ που χρησιμοποιούμε τέτοιους, βαρείς χαρακτηρισμούς, αλλά φοβόμαστε ότι δεν μας επιτρέπεται να ωραιοποιούμε καταστάσεις, σε τόσο κρίσιμα ζητήματα. Είμαστε έτοιμοι να τους τεκμηριώσουμε πλήρως αν κάποιος θέλει να τους αμφισβητήσει).

Τίποτα δεν δείχνει να υπάρχει σπουδαία αντικειμενική, ή υποκειμενική δυνατότητα να λυθούν σήμερα κάπως αξιοπρεπώς, στην κατάσταση που είναι η Ελλάδα και τα διεθνή πράγματα, προβλήματα όπως το μακεδονικό, τα ελληνοτουρκικά ή το κυπριακό, πολύ περισσότερο από μια κυβέρνηση όπως η σημερινή. Προβλήματα που δεν μπόρεσαν άλλωστε να λύσουν πρωθυπουργοί της εμβέλειας ενός Κωνσταντίνου Καραμανλή ή ενός Ανδρέα Παπανδρέου, ούτε και κανείς άλλος, σε συνθήκες πολύ καλύτερες και ευνοϊκότερες από σήμερα και με διαπραγματευτές απείρως σοβαρότερους, από την κυβέρνηση που έκανε τις διαπραγματεύσεις με τους Πιστωτές το 2015. Δεν θέλω ούτε να φανταστώ τι θα γίνει με την παρούσα κυβέρνηση, και στην αδυναμία που βρίσκεται η χώρα, ίσως στο χειρότερο σημείο της εθνικής της ύπαρξης δύο αιώνων, αν διαπραγματευθεί στα σοβαρά, υπό τις παρούσες συνθήκες, με την Τουρκία, το ΝΑΤΟ, τους Αμερικανούς κλπ.

Είναι καλό στη ζωή να ξέρει κανείς τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει.

Όποιος λέει το αντίθετο στον Πρωθυπουργό, ότι δηλαδή μπορεί να καταγάγει θριάμβους  στην εξωτερική πολιτική, το πιθανότερο τον κοροϊδεύει και προσπαθεί να τον χειραγωγήσει επιδέξια, εκμεταλλευόμενος την κατανοητή ανάγκη του να παρουσιάσει κάποια μεγάλη επιτυχία και την παντελή άγνοιά του για τα θέματα αυτά.

Αλλά δις εξ αμαρτείν, ουκ ανδρός σοφού. Ο κ. Τσίπρας ξέρει (ή τουλάχιστον θάπρεπε να ξέρει) τι αξίζουν οι συμβουλές και οι πληροφορίες που τούδωσαν αυτοί που νόμιζε δικούς του και αξιόπιστους ανθρώπους, στον δρόμο που τον οδήγησε στο Τρίτο Μνημόνιο.  Αφού δεν φρόντισε και δεν θέλησε να φτιάξει έναν πολιτικό οργανισμό, που να μπορέσει να δώσει μάχη για την απαλλαγή της χώρας από το νεοαποικιακό καθεστώς, τουλάχιστο ας κυττάξει να τα κάνει όσο καλύτερα μπορεί στο εσωτερικό της χώρας στις δεδομένες συνθήκες, μπας και πετύχει μια κάπως αξιοπρεπή παρουσία στις επόμενες εκλογές, ας δει μην του δώσουνε και τίποτα για το χρέος (που πολύ αμφιβάλλουμε). Γιατί με τα άλλα που του προτείνουν στην εξωτερική πολιτική θα την πληρώσει πολύ άσχημα η χώρα, αυτό που κυρίως ενδιαφέρει εμάς, αλλά θα το φάει στο τέλος και το δικό του το κεφάλι.

Πριν από αυτόν και πολλοί άλλοι πίστεψαν ότι θα ωφεληθούν πολιτικά οι ίδιοι στηρίζοντας τις επιλογές των Αμερικανών. Τελευταίο παράδειγμα ο Γιώργος Παπανσδρέου, πολλοί συνεργάτες του οποίου είναι τώρα και συνεργάτες του Τσίπρα. Τι απέγινε αυτός ο πολιτικός;

Μέχρι στιγμής, η «τουρκική αδιαλλαξία» έχει σώσει από την καταστροφή την Κυπριακή Δημοκρατία. Μακάρι να το κάνει έστω ο σλαβομακεδόνικος εθνικισμός στο θέμα που μας προέκυψε ξαφνικά με το όνομα της πΓΔΜ. Αλλά δεν μπορεί η Ελλάδα να συνεχίζει επ’  άπειρον να είναι τυχερή. Θα γίνει στο τέλος κάπου το κακό.

 

Παίζοντας με τον ελληνικό εθνισμό

Στην καλύτερη για τον ίδιο περίπτωση, ο Τσίπρας, με τέτοιες «πρωτοβουλίες», θα στρέψει εναντίον του την εναπομένουσα δύναμη του ελληνικού εθνισμού (3). Θα φτιάξει δηλαδή μια «Εναλλακτική για την Ελλάδα», μια «Λίγκα του Βορρά» ή μια πιο ευπαρουσίαστη Χρυσή Αυγή, που θα αντλήσει δύναμη από τα ορφανά του 2015, που δεν είναι και λίγα και από τα κατεστραμμένα κοινωνικά στρώματα της χώρας, που κάπου πρέπει στο τέλος να διοχετεύσουν την οργή τους (και προς τον ΣΥΡΙΖΑ). Θα φτιάξει δηλαδή μόνος του την αντιπολίτευση που δεν έχει σήμερα!!!

Το αστείο μάλιστα, αν επιτρέπεται  να το λέμε έτσι, είναι ότι οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους, που πασχίζει να ικανοποιήσει, θα είναι, το πιθανότερο, παρασκηνιακά πίσω και από το νέο πολιτικό μόρφωμα! Γιατί οι φίλοι μας της Αυτοκρατορίας δεν παίζουν ποτέ με ένα μόνο άλογο, δεν έχουν ποτέ ένα μόνο σχέδιο.

Στη χειρότερη περίπτωση, ο Τσίπρας θα προκαλέσει, με την εξωτερική πολιτική του, και άμεσα εθνική, μετά την κοινωνική καταστροφή, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για «ένα 1974 από την ανάποδη».

Το 1974 η δικτατορία προκάλεσε μια εθνική καταστροφή, ακολουθώντας τις υποδείξεις των Αμερικανών και των συμμάχων τους, ως αποτέλεσμα της οποίας κατέρρευσε το δικτατορικό καθεστώς και εμπεδώθηκε η ηγεμονία της Κεντροαριστεράς στην Ελλάδα.

Αν τώρα, μια ψευδώνυμη, τυχοδιωκτική και κυνική, δήθεν «Αριστερά» πρωταγωνιστήσει, όπως της ζητάνε οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους να κάνει, στην επίθεση κατά των εναπομενόντων στοιχείων κρατικής ισχύος και κυριαρχίας του ελληνικού λαού στο ανατολικό Αιγαίο, στη Βόρειο Ελλάδα, στην Κρήτη, στην Κύπρο, τότε θα καταστραφεί μεν ολοσχερώς η ίδια, αλλά θα συμπαρασυρθεί πιθανώς και ότι έχει εναπομείνει από στοιχεία δημοκρατικού καθεστώτος στην Ελλάδα, γράφοντας έτσι το Ρέκβιεμ για το σχέδιο ενός ελληνικού κράτους, όπως το οραματίστηκαν οι Φιλικοί, ο Ρήγας και ο Κολοκοτρώνης.

 

Σημειώσεις

  1. Χώρια που, αντίθετα με τη μαζική και απολύτως ψευδή προπαγάνδα των κυρίαρχων Μέσων,  δεν είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας, της ΕΕ, της σταθερότητας στα Βαλκάνια και της ειρήνης στην Ευρώπη, ούτε η ένταξη άλλων βαλκανικών χωρών στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, ούτε η αποβολή οποιασδήποτε ρωσικής επιρροής από τη χερσόνησο. Αλλά δεν είναι αυτός ο κύριος λόγος για τον οποίο εμείς υποστηρίζουμε ότι είναι εσφαλμένη η σπουδή της Αθήνας στο μακεδονικό, όπως και στο κυπριακό.
  2. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πλήρωσε το αναμενόμενο από πολλούς τίμημα τον Σεπτέμβριο του 2015, για πολύ συγκεκριμένους, μη επαναλήψιμους λόγους. Δεν το πλήρωσε πρώτον, γιατί ο ελληνικός λαός, υπό το σοκ όσων συνέβησαν τον Ιούλιο και στερούμενος ενημέρωσης, δεν είχε καν καταλάβει τον Σεπτέμβριο 2015 τι ακριβώς είχε υπογράψει ο ΣΥΡΙΖΑ. Δεύτερο, γιατί δεν ήθελε να παραδεχτεί την έκταση που εξαπατήθηκε, προτιμούσε να πιστεύει ότι ο Τσίπρας έκανε ότι μπορούσε και συνάντησε ανυπέρβλητες δυσκολίες. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν μπορούσε τίποτα και δεν μπορούσε τίποτα γιατί δεν έκανε απολύτως τίποτα για να ετοιμαστεί για τη μάχη που έπρεπε να δώσει και που δεν είχε καμία διάθεση να δώσει. Οι Έλληνες δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι, αντί να προετοιμάσει τη μάχη, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ στηρίχτηκε, όπως και τόσοι άλλοι πριν από αυτή, στις καλές υπηρεσίες των γνωστών διεθνών Νταβατζήδων, που διαφεντεύουν αυτή τη χώρα, να της βρουν λύση. Τρίτο, γιατί δεν υπήρχε στον ορίζοντα κανείς άλλος να αναλάβει την «εργολαβία» που παράτησε ο ΣΥΡΙΖΑ στη μέση, ούτε ο ηττημένος λαός και το ηττημένο έθνος είχαν το παραμικρό κουράγιο να αρχίσουν ξανά από την αρχή, αφού δέχτηκαν ένα τόσο συντριπτικό ηθικο-ψυχολογικό χτύπημα. Τέταρτο, γιατί ο ελληνικός λαός δεν έβλεπε τον λόγο να επιστρέψει στα ίδια κόμματα που είχαν ήδη χρεωκοπήσει στη συνείδησή του, όντας υπεύθυνα για την κρίση και για τον ερχομό και την εφαρμογή των Μνημονίων και Δανειακών που κατέστρεψαν και υποδούλωσαν την Ελλάδα. Παραμένει σήμερα σε κατάσταση πρωτοφανούς απάθειας και μαζικής κατάθλιψης γιατί νοιώθει ότι είναι παγιδευμένος, ότι δεν έχει λύση.
  3. Ο ίδιος ο Τσίπρας και το κόμμα του δεν ξέρουν πως ήρθαν στην εξουσία, ότι δηλαδή τους οδήγησε εκεί η δύναμη του ελληνικού εθνισμού και η ανάγκη να βρει ο ελληνικός λαός μια διέξοδο, χρησιμοποιώντας το μόνο εργαλείο που, στις συνθήκες, του φαινόταν διαθέσιμο. Νομίζουν ότι τους είδαν κάποια στιγμή στο δρόμο και είπαν «τι σπουδαίος κύριος είναι αυτός ο Μπαλτάς, ο Φλαμπουράρης, ο Παπάς, ο Τσακαλώτος, τι ωραία τα λένε, πως και δεν τους πήραμε πρέφα ως τα σήμερα» και αποφάσισαν οι άνθρωποι να τους ψηφίσουν. Εξεπλάγησαν κάπως και οι ίδιοι με το γεγονός, γιατί ούτε καν αυτοί δεν είχαν ποτέ σε τέτοια εκτίμηση τον εαυτό τους, αλλά δεν είπαν όχι σε αυτό το απρόσμενο δώρο και αποφάσισαν να συμπεράνουν ότι οφείλεται στα κρυφά μέχρι τότε χαρίσματά τους.

Είναι σαν κάποιος να κερδίζει ξαφνικά τον πρώτο λαχνό και να γίνεται εκατομμυριούχος. Οι γύρω του του λένε τι σπουδαίος είναι, τι ωραία τα λέει, πόσο όμορφος είναι. ‘Εχει δύο επιλογές. ‘Η να τους πιστέψει, ή να καταλάβει ότι δεν είναι τίποτα από όλα αυτά και απλώς τον δουλεύουν. Συνήθως οι άνθρωποι προτιμούν να αυταπατώνται.

Παρά την αλλεργία του μεγαλύτερου μέρους των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ προς τη λέξη Έθνος και «τα παράγωγά του», η πολύ επιτυχής και ευφυής αντιγραφή από τον Τσίπρα ιδεών που παρήχθησαν εκτός του κόμματός του και που εστίαζαν στον εθνικό χαρακτήρα της μνημονιακής καταστροφής ήταν που τον κατέστησε φαινομενικά, στη συνείδηση των Ελλήνων, αλλά όχι στην πραγματικότητα, εργαλείο «εθνικής απελευθέρωσης», που έγινε, στον καιρό των Μνημονίων, συνώνυμη της κοινωνικής σωτηρίας.

‘Όπως συνέβη, υπό πολύ διαφορετικές ασφαλώς συνθήκης, στη γερμανική κατοχή με το ΕΑΜ και με το ΠΑΣΟΚ πολύ αργότερα, η σύντηξη του εθνικού και του κοινωνικού στοιχείου έδωσε την ακαταμάχητη πολιτική δύναμη στον ΣΥΡΙΖΑ κατά την άνοδό του. Μόνο που ο ΣΥΡΙΖΑ έμεινε στις φτηνές ρητορείες και στις επικοινωνιακές εντυπώσεις. ‘Ετσι, στην πρώτη επαφή με την πραγματικότητα και χωρίς καν πολλές αντιδράσεις και αντιστάσεις, έπαθε melting down, μετετράπη στο αντίθετό του, από κόμμα της «ριζοσπαστικής αριστεράς» σε κόμμα του «ριζοσπαστικού νεοφιλελευθερισμού». Μεταμορφώθηκε σε ένα είδος κατσαρίδας, για να χρησιμοποιήσουμε τη μεταφορά του Φραντς Κάφκα στο μεγαλοφυιές ομώνυμο κείμενό του.

Σήμερα, μοιάζουν να ζουν στον δικό τους κόσμο, εκλαμβάνοντας την απάθεια των Ελλήνων, προϊόν του σοκ του 2015 και της συνείδησης ότι είναι παγιδευμένοι, χωρίς κανέναν να τους υπερασπιστεί, ως προσχώρηση στους ίδιους και πολιτική τους  επιτυχία. Ξεχνάνε όμως πόσο πονηρή είναι μερικές φορές η Ιστορία.

Δες επίσης

ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΣΗ