Tag Archives: Λαϊκισμός

Πολιτισμικός Ιμπεριαλισμός: Γλωσσική διαστροφή και συσκότιση της Αυτοκρατορικής επέκτασης

Του JamesPetras*
Ιανουάριος 19, 2019

(Επεξηγηματική σημείωση του μεταφραστή: Στο κείμενο που ακολουθεί οι αγγλικοί όροι nationalism και nationalist αποδίδονται στα ελληνικά άλλοτε ως εθνισμός και εθνιστής και άλλοτε ως εθνικισμός και εθνικιστής. Ως εθνισμός ορίζεται η άποψη που ενθαρρύνει την έκφραση και την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης και παράλληλα αναγνωρίζει και σέβεται τις εθνικές διαφορές. Πρόκειται δηλαδή για την απόλυτη αλλά  χωρίς παρωπίδες, πίστη και αφοσίωση κάποιου στα ιδεώδη του έθνους στο οποίο ανήκει, χωρίς καμία διάθεση περιφρόνησης ή υποτίμησης των ιδεωδών άλλου έθνους. Πάνω σε τούτη την, με θετικό πρόσημο, έννοια του εθνισμού εδράζεται και η έννοια του διεθνισμού. Αντίθετα, ως εθνικισμός ορίζεται η απόλυτη και με πάθος, έως την τύφλωση, προσήλωση των ατόμων στο έθνος τους, η οποία φτάνει ως την περιφρόνηση και την εχθρότητα προς άλλα έθνη, για να καταλήξει στην αντιδραστική έννοια και πρακτική του σωβινισμού.) Continue reading Πολιτισμικός Ιμπεριαλισμός: Γλωσσική διαστροφή και συσκότιση της Αυτοκρατορικής επέκτασης

Από την Γαλλία στις Πρέσπες! Δημοψήφισμα, το κύριο πολιτικό αίτημα των επαναστατημένων Γάλλων και Βέλγων

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Με την ευκαιρία των κινητοποιήσεων για τη Συμφωνία των Πρεσπών και το διατυπούμενο από πολλές πλευρές αίτημα του δημοψηφίσματος για την κύρωσή της, αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι το κύριο πολιτικό αίτημα του εξελισσόμενου επαναστατικού αναβρασμού στη Γαλλία είναι, σήμερα, το δημοψήφισμα των πολιτών ή το δημοψήφισμα λαϊκής πρωτοβουλίας (RIC ή RIP). Continue reading Από την Γαλλία στις Πρέσπες! Δημοψήφισμα, το κύριο πολιτικό αίτημα των επαναστατημένων Γάλλων και Βέλγων

Οι μισοι νεοι στην Αμερικη προτιμουν τον σοσιαλισμο απο τον καπιταλισμο! (Αναλυση)

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Το τελευταίο που θα περίμενε κανείς να ανακαλύψει τώρα στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια νεολαία που να στρέφεται προς τις σοσιαλιστικές ιδέες. Η χώρα αυτή είναι, περισσότερο από έναν αιώνα, η αιχμή του δόρατος του καπιταλισμού παγκοσμίως. Ακόμα και σε εποχές που ο σοσιαλισμός ήταν πολύ πιο δημοφιλής διεθνώς από σήμερα, ποτέ η Αριστερά δεν έγινε μείζον πολιτικό ρεύμα στις ΗΠΑ, όπως στις περισσότερες ηπείρους στον Εικοστό Αιώνα. Αντιθέτως, ο «σοσιαλισμός» εθεωρείτο από εκκεντρική έως εγκληματική ιδέα σχεδόν ολόκληρο τον περασμένο αιώνα στις ΗΠΑ. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει πολύ εντυπωσιακά τα ευρήματα συνεχών δημοσκοπήσεων, σύμφωνα με τα οποία, περίπου το 45% των πολύ νέων Αμερικανών θα ψήφιζαν ένα σοσιαλιστή. Ένα εντυπωσιακό μάλιστα ποσοστό (21%) θα ψήφιζε έναν κομμουνιστή!

Αντίστοιχα αποτελέσματα ανακαλύπτει κανείς και στη Γαλλία και Βρετανία. Είναι περισσότερο το μορφωμένο τμήμα της νεολαίας που επιλέγει την αριστερά για να εκφράσει τη δυσφορία ή και την απέχθειά του προς το «σύστημα», κι όταν πάει να ψηφίσει, ψηφίζει Σάντερς στις ΗΠΑ, Κόρμπιν στη Βρετανία (με την καταπληκτική πλειοψηφία των φοιτητών που ψηφίζουν να τον υποστηρίζουν), Μελανσόν στη Γαλλία (ο οποίος ήρθε πρώτος με 30% μεταξύ των νέων έως 24 ετών στις τελευταίες προεδρικές εκλογές), Ποδέμος στην Ισπανία. Οι λιγότερο μορφωμένοι νέοι, ιδίως της εργατικής τάξης, έλκονται περισσότερο από την «αντισυστημική» (τουλάχιστον στα λόγια) ριζοσπαστική ή άκρα δεξιά, όπως τον Τραμπ στην Αμερική και τη Λε Πεν στη Γαλλία. Αν και στην πραγματικότητα, η απόσταση ριζοσπαστικής αριστεράς και ριζοσπαστικής δεξιάς αποδεικνύεται συχνά μικρότερη από αυτή που θα ανέμενε κάποιος που αντιλαμβάνεται τις αποστάσεις στην πολιτική γραμμικά. Παρόλο που συχνά τις δύο τάσεις τις χωρίζει άβυσσος σε ότι αφορά τις ιδεολογικές αναφορές, τόσο η «ριζοσπαστική αριστερά», όσο και η «ριζοσπαστική δεξιά» εκφράζουν συχνά την ίδια «αντισυστημική» προδιάθεση, δίνοντας όμως πολύ διαφορετικές απαντήσεις. (Βεβαίως αυτό αφορά την αρχή της διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης, γιατί το τέλος της μπορεί να είναι πολύ διαφορετικό, όπως απέδειξε η εμπειρία της Γερμανίας στον μεσοπόλεμο).

Η νεολαία δείχνει συνήθως και το βέλος του μέλλοντος και θα ήταν επομένως μάλλον επιπόλαιο να απορρίψει κανείς τη σημασία τέτοιων δημοσκοπικών αποτελεσμάτων, όπως συνήθως κάνουν οι «πολιτικώς ορθοί αναλυτές», που αρέσκονται εξάλλου να γενικεύουν εκφράσεις όπως «λαϊκισμός», που δεν έχουν ακριβώς συγκεκριμένο νόημα. Τι σημαίνει λαϊκισμός; Σημαίνει δημαγωγία, ή λαϊκιστής είναι όποιος αμφισβητεί, πιθανώς δικαιολογημένα, ένα σύστημα, τασσόμενος με τον λαό και όχι με τις «ελίτ»; Η επιλογή του όρου δεν είναι απολύτως αθώα, γιατί μοιάζει να θέλει να ταυτίσει τη δεύτερη με την πρώτη κατηγορία, χαρακτηρίζοντας εμμέσως ως δημαγωγούς και όσους εκφράζουν λαϊκές πεποιθήσεις και όχι τις κατεστημένες απόψεις, οι οποίες θεωρούνται μεν αυτονόητες από τις ελίτ, συναντούν όμως την διαφωνία μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων.

Το πρόβλημα αυτών των αναλυτών είναι ότι εκκινούν από το αξίωμα ότι το σύστημα είναι καλά καμωμένο, επομένως κάθε ριζική αμφισβήτησή του δεν μπορεί παρά να είναι ένα ανερμήνευτο ψυχολογικό ή πνευματικό πρόβλημα όσων την υποστηρίζουν, μια παροδική αρρώστια που με λίγη υπομονή θα περάσει. Μέχρι τώρα όμως, όλες οι εκλογές και τα δημοψηφίσματα στις δυτικές χώρες επιβεβαίωσαν ότι ο λαϊκισμός, ή, για να κυριολεκτήσουμε, ο ριζοσπαστισμός της αριστεράς ή της δεξιάς δεν είναι παροδικό φαινόμενο. ‘Ηρθε για να μείνει. Όσο τουλάχιστον δεν αντιμετωπίζονται τα υφέρποντα προβλήματα του «συστήματος».

Το ποιος όμως μπορεί να τον εκφράσει στην εποχή μας, τι είδους ηγέτες και τι είδους πολιτικά υποκείμενα παραμένει θέμα τελείως ανοιχτό.

Τα «εθνικιστικα» συλλαλητηρια και η «αστικη» αριστερα

Του Γιάννη Παπαμιχαήλ
11 Φεβρουαρίου 2018

Το συλλαλητήριο της Αθήνας για το Μακεδονικό ενόχλησε με τον όγκο του, εξόργισε με τις πολλές γαλανόλευκες σημαίες του και προβλημάτισε με τον πατριωτικό του παλμό όλους τους γνωστούς κύκλους του πολιτικά ορθού υποπατριωτισμού, οι περισσότεροι εκ των οποίων διαπλέκονται με τα φαντάσματα της πολιτικά εκφυλισμένης «αριστεράς».

Με πολύ λοιπόν δυσφορία, υπεροπτικά ξινό ύφος και μπόλικη «ορθολογικώς σκεπτόμενη» αγανάκτηση, διάφοροι, μάλλον φαιδροί πολιτικοί στοχαστές, συνήθεις παρατρεχάμενοι των δημοσιογράφων που πρόσκεινται στην κυβέρνηση του είκοσι τοις εκατό των ψηφοφόρων που εξακολουθεί εντούτοις να κυβερνά, συνεχίζουν ακούραστα να προβάλλουν τις ίδιες ενστάσεις για τα συλλαλητήρια. Το ίδιο καθώς και κάτι άλλα παλικάρια του αναρχοφιλελεύθερου συρμού που στελεχώνουν ή προπαγανδιστικούς μηχανισμούς ή ομάδες κρούσης.

Η πρώτη ένσταση, για την οποία ήδη μιλήσαμε σε προηγούμενες δημοσιεύσεις, είναι βέβαια εκείνη που υπογραμμίζει ότι οι μαζικές εκδηλώσεις για την προάσπιση των όποιων εθνικών δικαίων είναι εξ ορισμού πολιτικά ύποπτες για τις λαϊκίστικες ή εθνικιστικές ευαισθησίες των καταχθόνιων οργανωτών τους.

Η δεύτερη ένσταση, που ρητορικά εμφανίζεται ως μια αυτονόητα ρεαλιστική παρατήρηση, συμπυκνώνεται στο ότι «η εξωτερική πολιτική δεν γίνεται με συλλαλητήρια». Εξίσου αυτονόητο είναι εντούτοις και το άλλο ερώτημα που αποσιωπάται: πως ακριβώς σε μια δημοκρατική κοινωνία οι πολίτες θα μπορούσαν να εκδηλώσουν μαζικά τη δυσαρέσκειά τους ή τη διαφωνία τους με τον τρόπο που κάποια κυβέρνηση χειρίζεται ορισμένα σημαντικά ζητήματα εσωτερικής ή εξωτερική πολιτικής χωρίς συλλαλητήρια ή «λαοσυνάξεις», αλλά και χωρίς δημοψηφίσματα τα οποία η κυβέρνηση αποφεύγει με τρόπο απολύτως αυταρχικό;

Η τρίτη τέλος ένσταση, ίσως η πιο σοβαρή, είναι εκείνη που επισημαίνει ότι παρόμοιες μαζικές εκδηλώσεις είναι «δονκιχωτικές» και εκ των προτέρων καταδικασμένες στην αναποτελεσματικότητα, αφού ήδη 130 περίπου χώρες έχουν αναγνωρίσει τα Σκόπια με το όνομα «Μακεδονία».

H αγάπη για τη «Δουλτσινέα του Τοβόσου»

Σαν μια «ρομαντική» άρνηση των πραγμάτων, που σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή, είναι ή φαίνονται δεδομένα, μπορεί ίσως να επικαλεστεί κανείς ως απάντηση σε έναν τέτοιο πραγματισμό –ίσως και σε έναν τέτοιο δουλικό ρεαλισμό που αποδομεί εκ των προτέρων κάθε υπέρμετρο ενθουσιασμό και κάθε υπερβατική φιλοδοξία των ατομικών ή των συλλογικών υποκειμένων– την ανάγνωση της έννοιας του «δονκιχωτισμού» από τον Χάινε ήδη από το 1837:

«Νόμιζα τότε πως το γελοίο του δονκιχωτισμού συνίστατο στο ότι ο ευγενής ιππότης ήθελε να επαναφέρει στη ζωή ένα παρελθόν εξανεμισμένο πολύ καιρό πριν, και στο ότι τα φτωχά του μέλη, και προπαντός οι πλάτες του, έπεφταν σε επίπονες συγκρούσεις με την παρούσα πραγματικότητα. Αχ! Μετά έμαθα πως είναι τρέλλα εξίσου αχάριστη να θέλεις να εισαγάγεις με υπερβολική ανυπομονησία το μέλλον στο παρόν, όταν, σε παρόμοιο αγώνα ενάντια στα βαριά ενδιαφέροντα της μέρας, δεν έχουμε τίποτ’ άλλο από ένα κοκκαλιάρικο άλογο, μια κομματιασμένη πανοπλία κι ένα κορμί όχι λιγότερο εύθραυστο. Με αφορμή τούτο το δονκιχωτισμό, όπως και τον άλλο, ο σοφός κουνάει το στοχαστικό κεφάλι του. Αλλά η Δουλτσινέα του Τοβόσου είναι, παρ’ όλα αυτά, η ωραιότερη γυναίκα του σύμπαντος˙ κι ακόμα και να κείτομαι ελεεινά στη γη, ποτέ δεν θ’ αποσύρω τα λόγια μου, δεν μπορώ αλλιώς. Χτυπήστε με τα κοντάρια σας, ιππότες της Λευκής Σελήνης, μπαρμπέρηδες μεταμφιεσμένοι!»

Πέραν του Θεοδωράκη (που πρόδωσε τις διεθνιστικές αξίες της αριστεράς, όπως ισχυρίζονται χωρίς να γελούν, οι αντιλαϊκιστές κολαούζοι της καπιταλιστικής διεθνοποίησης), αυτό που ενοχλεί τους δήθεν ορθολογιστές της ψευδοκοσμοπολίτικης κουλτούρας στις λαϊκές εκδηλώσεις του πατριωτισμού, είναι η συναισθηματική φόρτιση. Η προσήλωση που υπάρχει σε κάθε συλλογικό εθνοτικό υποκείμενο για τη δική του «Δουλτσινέα του Τοβόσου». Δηλαδή η αγάπη των λαών για την πατρίδα τους, των απλών ανθρώπων για τον τόπο καταγωγή τους.

Είναι αυτό το συναίσθημα της σύνδεσης κάθε λαού με το έδαφος που ο σοσιαλκοσμοπολίτης αποκαλεί «εθνικισμό». Και όταν ένα λαϊκό συλλαλητήριο στιγματίζεται έτσι από κάποιον δήθεν αριστερό, τότε υποτίθεται ότι αυτός ο στιγματισμός έχει αυτομάτως ένα χαρακτήρα «προοδευτικό»: προέρχεται από έναν «σκεπτόμενο πολίτη, που τολμά μάλιστα να κινηθεί με θάρρος ενάντια στο ρεύμα, ακόμα και αν πρόκειται να πληρώσει ακριβά το τίμημα της γνώμης του»!

Η ανιστόρητη γενίκευση

Όμως, ο καθεστωτικά συμμορφωμένος και πολιτικά ορθός ψευτοδιανοούμενος «αριστερός-αντιλαϊκιστής» δεν μοιάζει καθόλου να παίρνει τέτοια ρίσκα. Συμβαίνει το αντίθετο μάλιστα. Απολαμβάνει της εκτίμησης του καθεστώτος. Άλλωστε, οι απόψεις του είναι συχνά «μορφωτικά κατοχυρωμένες» από διάφορους τίτλους σπουδών που επικαλείται ο «αριστερός κοσμοπολίτης» για να δικαιολογήσει τη στάση του και να τεκμηριώσει τον ορθολογικό χαρακτήρα των απόψεων του.

Και πως ακριβώς απολαμβάνει αυτή την εκτίμηση; Βρίσκεται σε αρμονία με την γελοία και παντελώς ανιστόρητη γενίκευση της μετανεωτερικής αντίληψης του κράτους που δημιουργεί εκ του μη όντος τα έθνη μόλις τον … 18ο αιώνα, λες και το σύνολο του κόσμου είχε την ιστορία της αποικιοκρατούμενης Αφρικής. Εκεί τα έθνη-κράτη επιβάλλονται από τους αποικιοκράτες, αντικαθιστώντας τις φυλετικού τύπου κοινωνικές και πολιτικές δομές.

Οι οργανικοί διανοούμενοι των φιλελεύθερων και κοσμοπολίτικων μεταεθνικών δομών πολιτικής εξουσίας, λοιπόν, παριστάνοντας τα «φωτισμένα» θύματα του «σκοταδιστικού εθνολαϊκισμού», επιθυμούν στην πραγματικότητα να επιβάλλουν από θέση ισχύος και εκ των άνω, την αποδόμηση των εθνικών ταυτοτήτων. Αγωνίζονται για την αντικατάστασή τους από το μεταεθνοτικό ιδεώδες της «παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών».

Η νεοελληνική παθογένεια στην ελληνική περίπτωση των κοσμοπολίτικων ιδεοληψιών είναι ότι εδώ, δεν έχουμε καν να κάνουμε με τους σοβαρούς φιλελεύθερους στοχαστές, ή τους νεοφιλελεύθερους ιδεολόγους της διεθνοποίησης της καπιταλιστικής αγοράς. Αυτοί γνωρίζουν βέβαια καλά ότι οι έννοιες της πατρίδας, του έθνους και του κράτους είναι οι τρεις διακριτές ιστορικές υποστάσεις μιας και μόνης συλλογικής πραγματικότητας: εκείνης του «λαού».

Η πατρίδα, σαν πιο συναισθηματικά φορτισμένη, υποδηλώνει την σχέση του λαού με τη γη, το έδαφος το οποίο θεωρεί ως κοινό, διαχρονικό συλλογικό του αγαθό. Το έθνος είναι η πολιτικοπολιτισμική έκφραση αυτού του λαού. Στο νεότερο κόσμο είναι ο φορέας της λαϊκής κυριαρχίας καθώς και των αγώνων για τον εκδημοκρατισμό. Το κράτος είναι ο λαός ως πολιτική βούληση που εκδηλώνεται εμπράκτως, αφού διαθέτει όχι μόνον το μονοπώλιο της νόμιμης βίας, αλλά και τη δυνατότητα να εργάζεται συμβολικά, δηλαδή να οικοδομεί (ή, σήμερα, να αποδομεί) τη συλλογική ταυτότητα του λαού.