Tag Archives: ‘Εθνος

ΣΥΡΙΖΑ και Αμερικανοί: Από τα Μνημόνια στις Βάσεις!

Ο Δημητρής Κωνσταντακόπουλος μιλά με τον Κ. Ουίλς στην εκπομπή “Ελλάδα Ώρα Μηδέν” του ΑΡΤ FM (29.9.18)
για τις σχέσεις ΣΥΡΙΖΑ και Αμερικανών, τις ξένες βάσεις στην Ελλάδα, τον ρόλο των ΗΠΑ στα μνημόνια και το Μακεδονικό, την τωρινή κατάσταση της χώρας.

(Το ηχητικό ακολουθεί στο τέλος του κειμένου)

Είχα ένα άλλο ηχητικό να βάλουμε, του Α. Παπανδρέου, κάποιο λάθος έγινε και μπήκε του Ν. Μαριά. Δεν έχει σημασία όμως, και ο Μαριάς τα ψέλνει στον Τσίπρα, και ο Παπανδρέου μας έλεγε τότε τι θα συμβεί σήμερα

ΔΚ: Είναι σωστό. O Ανδρέας Παπανδρέου ήταν καταπληκτικός. Ήταν πάρα πολύ οξυδερκής. Ένας από τους καλύτερα ενημερωμένους παγκοσμίως ηγέτες πολύ μεγάλης κουλτούρας, δυστυχώς όμως δεν πήρε τα μέτρα που έπρεπε να πάρει, ώστε να αποτραπούν αυτά τα οποία συνέβησαν. Continue reading ΣΥΡΙΖΑ και Αμερικανοί: Από τα Μνημόνια στις Βάσεις!

H χαρά της Αυτοκρατορίας: Βαθαίνει διαρκώς το χάσμα μεταξύ Φαναρίου και Μόσχας, Ελλάδας και Ρωσίας (και οι εξελίξεις σε Συρία και πρ.ΕΣΣΔ)

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Σε ένα προηγούμενο άρθρο μας υπογραμμίσαμε τους μεγάλους γεωπολιτικούς κινδύνους από την κρίση μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ρωσικής Εκκλησίας και την ανάγκη να βρεθεί μια λύση που να μη θέτει σε κίνδυνο την ενότητα της Ορθοδοξίας, αλλά και το παγκόσμιο κύρος της. Continue reading H χαρά της Αυτοκρατορίας: Βαθαίνει διαρκώς το χάσμα μεταξύ Φαναρίου και Μόσχας, Ελλάδας και Ρωσίας (και οι εξελίξεις σε Συρία και πρ.ΕΣΣΔ)

Τα «εθνικιστικα» συλλαλητηρια και η «αστικη» αριστερα

Του Γιάννη Παπαμιχαήλ
11 Φεβρουαρίου 2018

Το συλλαλητήριο της Αθήνας για το Μακεδονικό ενόχλησε με τον όγκο του, εξόργισε με τις πολλές γαλανόλευκες σημαίες του και προβλημάτισε με τον πατριωτικό του παλμό όλους τους γνωστούς κύκλους του πολιτικά ορθού υποπατριωτισμού, οι περισσότεροι εκ των οποίων διαπλέκονται με τα φαντάσματα της πολιτικά εκφυλισμένης «αριστεράς».

Με πολύ λοιπόν δυσφορία, υπεροπτικά ξινό ύφος και μπόλικη «ορθολογικώς σκεπτόμενη» αγανάκτηση, διάφοροι, μάλλον φαιδροί πολιτικοί στοχαστές, συνήθεις παρατρεχάμενοι των δημοσιογράφων που πρόσκεινται στην κυβέρνηση του είκοσι τοις εκατό των ψηφοφόρων που εξακολουθεί εντούτοις να κυβερνά, συνεχίζουν ακούραστα να προβάλλουν τις ίδιες ενστάσεις για τα συλλαλητήρια. Το ίδιο καθώς και κάτι άλλα παλικάρια του αναρχοφιλελεύθερου συρμού που στελεχώνουν ή προπαγανδιστικούς μηχανισμούς ή ομάδες κρούσης.

Η πρώτη ένσταση, για την οποία ήδη μιλήσαμε σε προηγούμενες δημοσιεύσεις, είναι βέβαια εκείνη που υπογραμμίζει ότι οι μαζικές εκδηλώσεις για την προάσπιση των όποιων εθνικών δικαίων είναι εξ ορισμού πολιτικά ύποπτες για τις λαϊκίστικες ή εθνικιστικές ευαισθησίες των καταχθόνιων οργανωτών τους.

Η δεύτερη ένσταση, που ρητορικά εμφανίζεται ως μια αυτονόητα ρεαλιστική παρατήρηση, συμπυκνώνεται στο ότι «η εξωτερική πολιτική δεν γίνεται με συλλαλητήρια». Εξίσου αυτονόητο είναι εντούτοις και το άλλο ερώτημα που αποσιωπάται: πως ακριβώς σε μια δημοκρατική κοινωνία οι πολίτες θα μπορούσαν να εκδηλώσουν μαζικά τη δυσαρέσκειά τους ή τη διαφωνία τους με τον τρόπο που κάποια κυβέρνηση χειρίζεται ορισμένα σημαντικά ζητήματα εσωτερικής ή εξωτερική πολιτικής χωρίς συλλαλητήρια ή «λαοσυνάξεις», αλλά και χωρίς δημοψηφίσματα τα οποία η κυβέρνηση αποφεύγει με τρόπο απολύτως αυταρχικό;

Η τρίτη τέλος ένσταση, ίσως η πιο σοβαρή, είναι εκείνη που επισημαίνει ότι παρόμοιες μαζικές εκδηλώσεις είναι «δονκιχωτικές» και εκ των προτέρων καταδικασμένες στην αναποτελεσματικότητα, αφού ήδη 130 περίπου χώρες έχουν αναγνωρίσει τα Σκόπια με το όνομα «Μακεδονία».

H αγάπη για τη «Δουλτσινέα του Τοβόσου»

Σαν μια «ρομαντική» άρνηση των πραγμάτων, που σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή, είναι ή φαίνονται δεδομένα, μπορεί ίσως να επικαλεστεί κανείς ως απάντηση σε έναν τέτοιο πραγματισμό –ίσως και σε έναν τέτοιο δουλικό ρεαλισμό που αποδομεί εκ των προτέρων κάθε υπέρμετρο ενθουσιασμό και κάθε υπερβατική φιλοδοξία των ατομικών ή των συλλογικών υποκειμένων– την ανάγνωση της έννοιας του «δονκιχωτισμού» από τον Χάινε ήδη από το 1837:

«Νόμιζα τότε πως το γελοίο του δονκιχωτισμού συνίστατο στο ότι ο ευγενής ιππότης ήθελε να επαναφέρει στη ζωή ένα παρελθόν εξανεμισμένο πολύ καιρό πριν, και στο ότι τα φτωχά του μέλη, και προπαντός οι πλάτες του, έπεφταν σε επίπονες συγκρούσεις με την παρούσα πραγματικότητα. Αχ! Μετά έμαθα πως είναι τρέλλα εξίσου αχάριστη να θέλεις να εισαγάγεις με υπερβολική ανυπομονησία το μέλλον στο παρόν, όταν, σε παρόμοιο αγώνα ενάντια στα βαριά ενδιαφέροντα της μέρας, δεν έχουμε τίποτ’ άλλο από ένα κοκκαλιάρικο άλογο, μια κομματιασμένη πανοπλία κι ένα κορμί όχι λιγότερο εύθραυστο. Με αφορμή τούτο το δονκιχωτισμό, όπως και τον άλλο, ο σοφός κουνάει το στοχαστικό κεφάλι του. Αλλά η Δουλτσινέα του Τοβόσου είναι, παρ’ όλα αυτά, η ωραιότερη γυναίκα του σύμπαντος˙ κι ακόμα και να κείτομαι ελεεινά στη γη, ποτέ δεν θ’ αποσύρω τα λόγια μου, δεν μπορώ αλλιώς. Χτυπήστε με τα κοντάρια σας, ιππότες της Λευκής Σελήνης, μπαρμπέρηδες μεταμφιεσμένοι!»

Πέραν του Θεοδωράκη (που πρόδωσε τις διεθνιστικές αξίες της αριστεράς, όπως ισχυρίζονται χωρίς να γελούν, οι αντιλαϊκιστές κολαούζοι της καπιταλιστικής διεθνοποίησης), αυτό που ενοχλεί τους δήθεν ορθολογιστές της ψευδοκοσμοπολίτικης κουλτούρας στις λαϊκές εκδηλώσεις του πατριωτισμού, είναι η συναισθηματική φόρτιση. Η προσήλωση που υπάρχει σε κάθε συλλογικό εθνοτικό υποκείμενο για τη δική του «Δουλτσινέα του Τοβόσου». Δηλαδή η αγάπη των λαών για την πατρίδα τους, των απλών ανθρώπων για τον τόπο καταγωγή τους.

Είναι αυτό το συναίσθημα της σύνδεσης κάθε λαού με το έδαφος που ο σοσιαλκοσμοπολίτης αποκαλεί «εθνικισμό». Και όταν ένα λαϊκό συλλαλητήριο στιγματίζεται έτσι από κάποιον δήθεν αριστερό, τότε υποτίθεται ότι αυτός ο στιγματισμός έχει αυτομάτως ένα χαρακτήρα «προοδευτικό»: προέρχεται από έναν «σκεπτόμενο πολίτη, που τολμά μάλιστα να κινηθεί με θάρρος ενάντια στο ρεύμα, ακόμα και αν πρόκειται να πληρώσει ακριβά το τίμημα της γνώμης του»!

Η ανιστόρητη γενίκευση

Όμως, ο καθεστωτικά συμμορφωμένος και πολιτικά ορθός ψευτοδιανοούμενος «αριστερός-αντιλαϊκιστής» δεν μοιάζει καθόλου να παίρνει τέτοια ρίσκα. Συμβαίνει το αντίθετο μάλιστα. Απολαμβάνει της εκτίμησης του καθεστώτος. Άλλωστε, οι απόψεις του είναι συχνά «μορφωτικά κατοχυρωμένες» από διάφορους τίτλους σπουδών που επικαλείται ο «αριστερός κοσμοπολίτης» για να δικαιολογήσει τη στάση του και να τεκμηριώσει τον ορθολογικό χαρακτήρα των απόψεων του.

Και πως ακριβώς απολαμβάνει αυτή την εκτίμηση; Βρίσκεται σε αρμονία με την γελοία και παντελώς ανιστόρητη γενίκευση της μετανεωτερικής αντίληψης του κράτους που δημιουργεί εκ του μη όντος τα έθνη μόλις τον … 18ο αιώνα, λες και το σύνολο του κόσμου είχε την ιστορία της αποικιοκρατούμενης Αφρικής. Εκεί τα έθνη-κράτη επιβάλλονται από τους αποικιοκράτες, αντικαθιστώντας τις φυλετικού τύπου κοινωνικές και πολιτικές δομές.

Οι οργανικοί διανοούμενοι των φιλελεύθερων και κοσμοπολίτικων μεταεθνικών δομών πολιτικής εξουσίας, λοιπόν, παριστάνοντας τα «φωτισμένα» θύματα του «σκοταδιστικού εθνολαϊκισμού», επιθυμούν στην πραγματικότητα να επιβάλλουν από θέση ισχύος και εκ των άνω, την αποδόμηση των εθνικών ταυτοτήτων. Αγωνίζονται για την αντικατάστασή τους από το μεταεθνοτικό ιδεώδες της «παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών».

Η νεοελληνική παθογένεια στην ελληνική περίπτωση των κοσμοπολίτικων ιδεοληψιών είναι ότι εδώ, δεν έχουμε καν να κάνουμε με τους σοβαρούς φιλελεύθερους στοχαστές, ή τους νεοφιλελεύθερους ιδεολόγους της διεθνοποίησης της καπιταλιστικής αγοράς. Αυτοί γνωρίζουν βέβαια καλά ότι οι έννοιες της πατρίδας, του έθνους και του κράτους είναι οι τρεις διακριτές ιστορικές υποστάσεις μιας και μόνης συλλογικής πραγματικότητας: εκείνης του «λαού».

Η πατρίδα, σαν πιο συναισθηματικά φορτισμένη, υποδηλώνει την σχέση του λαού με τη γη, το έδαφος το οποίο θεωρεί ως κοινό, διαχρονικό συλλογικό του αγαθό. Το έθνος είναι η πολιτικοπολιτισμική έκφραση αυτού του λαού. Στο νεότερο κόσμο είναι ο φορέας της λαϊκής κυριαρχίας καθώς και των αγώνων για τον εκδημοκρατισμό. Το κράτος είναι ο λαός ως πολιτική βούληση που εκδηλώνεται εμπράκτως, αφού διαθέτει όχι μόνον το μονοπώλιο της νόμιμης βίας, αλλά και τη δυνατότητα να εργάζεται συμβολικά, δηλαδή να οικοδομεί (ή, σήμερα, να αποδομεί) τη συλλογική ταυτότητα του λαού.

Το μονο εξυπνο πραγμα που μπορει να κανει ο Τσιπρας στο Μακεδονικο

«Στα 1914 και στα 1918, είδαμε πως πάρθηκαν οι ιστορικές
αποφάσεις για τον πόλεμο και την ειρήνη, όχι σύμφωνα με τη
λογική κι απ’ τους υπεύθυνους, αλλά από άτομα που τα
κάλυπτε η σκιά, από άτομα με τον πιο αμφίβολο χαρακτήρα,
και με πολύ περιορισμένη διανοητικότητα. Κάθε μέρα
διαπιστώνουμε ακόμα πως, στο διφορούμενο και συχνά
εγκληματικό παιχνίδι της πολιτικής, όπου οι λαοί εμπιστεύονται,
εύπιστα πάντα, τα παιδιά τους και το μέλλον τους, δεν
υπερισχύουν οι άνθρωποι με τις πλατιές και ηθικές ιδέες, αλλά
αυτοί οι επαγγελματίες παίκτες, που τους αποκαλούμε
διπλωμάτες – αυτοί οι καλλιτέχνες με τα γρήγορα χέρια, με τα
κούφια λόγια και με τα ψυχρά νεύρα».
Στέφαν Τσβάιχ, «Ιωσήφ Φουσέ»

 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

To πιο έξυπνο πράγμα και το καλύτερο για τη χώρα (και για την ίδια) που θα μπορούσε να κάνει αυτή τη στιγμή, όπως διαμορφώνεται η κατάσταση, η ελληνική κυβέρνηση θα ήταν να βρει έναν κομψό τρόπο να «προσγειώσει» το μακεδονικό που, ανοήτως και ιδιοτελώς άνοιξε, για να ικανοποιήσει τους Αμερικανούς, νομίζοντας ότι αυτό θα της αποφέρει πολιτικά οφέλη. ‘Όχι γιατί θα ήταν άσχημα να βρεθεί μια ικανοποιητική λύση σε αυτό το ζήτημα, αλλά γιατί δεν φαίνεται να υπάρχουν ούτε οι αντικειμενικές, ούτε οι υποκειμενικές δυνατότητες να λυθεί τώρα. Αντίθετα, με τον τρόπο που το χειρίζεται η κυβέρνηση κινδυνεύει να οδηγήσει, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, αφενός σε μια εθνική ήττα, που θα έρθει μάλιστα να προστεθεί στην ήττα του 2015, αφετέρου σε ευρύτερη αποσταθεροποίηση.

Είναι πάρα πολύ μεγάλες οι παγίδες που κρύβει η υπόθεση του μακεδονικού, και για μας, και για την όλη κατάσταση στα Βαλκάνια, ακόμα και για τη σταθερότητα του γειτονικού κράτους, παγίδες που μόνο μερικές μπορούμε τώρα να φανταστούμε, και που υπερβαίνουν στην πραγματικότητα τις δυνατότητες του ελληνικού πολιτικού και κρατικού συστήματος να τις διαχειρισθεί. Η κατάσταση στα Βαλκάνια εμπλέκεται άμεσα με μία βαρειά αυτοκρατορική στρατηγική, την περικύκλωση της Ρωσίας, αλλά επίσης επηρεάζει την κρίση της ΕΕ, ενώ δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί στον άγριο εμφύλιο που έχει ξεκινήσει στο εσωτερικό του Imperium, μεταξύ του κόμματος των παγκοσμιοποιητών τύπου Φουκουγιάμα και των οπαδών του Διαρκούς Πολέμου και Χάους τύπου Χάντιγκτον.

Εκτός βεβαίως αν η κυβέρνηση μπορεί,  πρώτον, να φέρει πραγματικά μια λύση που να ακυρώνει τον σλαβομακεδονικό αλυτρωτισμό στην πραγματικότητα, στη γραμμή δηλαδή του Βουκουρεστίου του 2008, όχι μια «λύση-φερετζέ», όπως αυτή που οι πληροφορίες τη φέρουν να διαπραγματεύεται. Και δεύτερον αν μπορεί να πείσει τον ελληνικό λαό για την ορθότητά της. Γιατί το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε τώρα είναι μια νέα εθνική ήττα, ή ακόμα και η αίσθηση μιας τέτοιας ήττας. Και τρίτον, αν μπορούν και τα Σκόπια να δεχθούν μια τέτοια λύση, χωρίς να διαλυθούν στα εξ ων συνετέθησαν.

Τίποτα δεν δείχνει ότι έχει γίνει η προετοιμασία για κάτι τέτοιο ή ότι είναι σε θέση να το φέρει σε πέρας η ελληνική κυβέρνηση. Ενώ και τα ίδια τα Σκόπια παραμένουν βαθύτατα διχασμένα.

 

Όταν ο Βούτσης γίνεται οπαδός του Πάγκαλου!

Φαίνεται όμως ότι μάλλον και η ίδια η κυβέρνηση δεν πολυπιστεύει ότι θα βρει ικανοποιητική λύση, για την οποία μάλιστα θα μπορέσει να πείσει τον ελληνικό λαό. Γι’ αυτό και επαναλαμβάνει διαρκώς την αντίθεσή της σε δημοψήφισμα, την ανάγκη του οποίου επιβάλουν και θεμελιώδεις λόγοι δημοκρατίας, αλλά και η ανάγκη να πάρει μια τόσο κρίσιμη απόφαση ο ελληνικός λαός, που θα υποστεί τις συνέπειές της και όχι πολιτικοί που δεν φαίνεται να διαθέτουν μεγάλη ικανότητα να λένε ‘Όχι προς το εξωτερικό.

Και ο μεν κ. Πάγκαλος που δεν έχει κόμπλεξ να εκφράζει την βαθύτατη περιφρόνησή του προς τους άλλους ανθρώπους και τον ελληνικό λαό είναι συνεπής να απορρίπτει το δημοψήφισμα. Ο κ. Βούτσης όμως, που το κόμμα του προκήρυξε δημοψήφισμα πριν δυόμισυ χρόνια; Γιατί δεν θέλει να αποφασίσει ο ελληνικός λαός με δημοψήφισμα για τη χώρα του, για την ιστορία της, για το μέλλον της; ‘Όχι, μας λέει, θα αποφασίσει ο ίδιος, ο κ. Αλέξης, ο κ. Κυριάκος και η κ. Φώφη. Θα αποφασίσουν οι βουλευτές των οποίων προεδρεύει και οι οποίοι ψηφίζουν, χωρίς να ντρέπονται, χιλιάδες σελίδες πρόχειρα μεταφρασμένων κειμένων από τα αγγλικά, τα οποία δεν έχουν διαβάσει, στον μεγαλύτερο εξευτελισμό της έννοιας της δημοκρατίας που έχει σημειωθεί ποτέ παγκοσμίως.

Δεν είναι λίγοι οι φίλοι που έχουν επιφυλάξεις και για τον πολιτικό λόγο που εκφέρουν οι διαμαρτυρόμενοι για την κυβερνητική πολιτική, και για ορισμένους από τους «παράγοντες» που έχουν εμφυλλοχωρήσει στις κινητοποιήσεις για το θέμα του ονόματος. Αντιλαμβανόμαστε τις επιφυλάξεις τους και ορισμένες τις συμμεριζόμαστε. Αλλά κρίνουμε ως κατ’ αρχήν πολύ θετικό το ότι μια σημαντική μερίδα του ελληνικού λαού διαθέτει εθνικά αντανακλαστικά και δεν θέλει να αφήσει τις πολιτικές ηγεσίες να δράσουν όπως αυτές νομίζουν, αδιαφορώντας για τη γνώμη των πολιτών. Αν ο ελληνικός λαός αφήσει τους πολιτικούς να καθορίσουν μόνοι τους τη μοίρα της χώρας και του έθνους, μάλλον θα εκλείψουν αμφότερα, όπως πάμε. Πιστεύουμε ότι η Θεσσαλονίκη θα θυμήσει μεθαύριο, με τη δύναμη της διαμαρτυρίας της, στην ελληνική πολιτική τάξη ότι υπάρχει ακόμα ο ελληνικός λαός και πρέπει να τον παίρνει υπόψιν της.

Ελπίζουμε ταυτόχρονα ότι το κίνημα που τώρα αναπτύσσεται θα αποφύγει τις μαξιμαλιστικές ρητορείες χωρίς σκέψη και θα διακριθεί για τη σοβαρότητα και τον ορθολογισμό των επιλογών του. Οι Μιλόσεβιτς, οι Κάρατζιτς, οι Μλάντιτς, μπορεί μεν να είναι συμπαθείς σε ορισμένους, για την αποφασιστικότητα και την πίστη στο έθνος τους, αλλά το κατέστρεψαν, όχι γιατί αντιστάθηκαν, αλλά λόγω του τρόπου που το έκαναν.

Ελπίζουμε επίσης ότι δεν θα επιτρέψει να το εκμεταλλευθούν διάφορες δυνάμεις για αλλότριους σκοπούς και δεν θα εμφανίσει τις παθολογίες και τα εκφυλιστικά φαινόμενα που οδήγησαν τελικά, εκεί που οδήγησαν, το αντιμνημονιακό κίνημα. Ο πατριωτισμός είναι πολύ σοβαρή υπόθεση όπως και η σοβαρότητα και συνέπεια το πιο ουσιώδες εν ανεπαρκεία σε αυτή τη χώρα. Δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να χρησιμοποιείται ως «πλυντήριο» ανθρώπων που υποστήριξαν αυταρχικά και αντεθνικά καθεστώτα. Ούτε είναι δυνατόν να εκδηλώνεται αλά καρτ. Δεν μπορείς π.χ. να λες ναι σε όλα στους πιστωτές που καταστρέφουν και λεηλατούν την χώρα σου, αλλά να κάνεις εθνική αντίσταση προς τους … Σλαβομακεδόνες!

 

Να λυθεί η διαφορά, αλλά πως;

Φυσικά θα ήταν ευχής έργο από μία άποψη να λυθεί πραγματικά η διαφορά με τα Σκόπια, με ειλικρίνεια και με σεβασμό στα δικαιώματα όλων και στην ιστορική αλήθεια, και να ανοίξουν νέοι δρόμοι στη συνεργασία μας με τη γειτονική χώρα, που αν κάποιος την απειλεί, μάλλον δεν είναι οι ‘Ελληνες, αλλά Αλβανοί και Βούλγαροι και, κυρίως, οι υπερατλαντικοί «ειρηνοποιοί». Η πΓΔΜ θα μπορούσε να παίξει σπουδαίο ρόλο ως γέφυρα Ελλάδας και Σερβίας.

Αλλά πρέπει να μπορεί να γίνει, να μπορεί να υπάρξει μια δίκαιη και σταθερή λύση. Αλλοιώς θα εξυπηρετήσουμε τους (πολύ κακούς παρεπιπτόντως) σκοπούς των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, αλλά θα χαλάσουμε μεν ακόμα περισσότερο τελικά τις σχέσεις μας και θα αποσταθεροποιήσουμε την κατάσταση και στα Βαλκάνια, αλλά και στο εσωτερικό της Ελλάδας, πολύ περισσότερο η λύση βιωθεί ως μία ακόμα εθνική ήττα ή εθνική προδοσία για τον ελληνικό λαό.

Αρνούμενοι το δημοψήφισμα, οι κυβερνώντες θέλουν να απαλλαγούν και από την ανάγκη να αγωνιστούν πολιτικά για να πείσουν  τους ανθρώπους για την ορθότητα της πολιτικής τους κι από την ευθύνη τους γι’ αυτά που κάνουν και λένε. Στερούνται επίσης, με τον τρόπο αυτό, ενός πολύ ισχυρού διαπραγματευτικού όπλου.

Φοβούμεθα ότι η Αθήνα ήδη ολισθαίνει, σύμφωνα τουλάχιστο με όλες τις διαθέσιμες ενδείξεις, σε ένα διπλωματικό Βατερλώ, του οποίου μάλιστα δεν συνειδητοποιεί τις συνέπειες ούτε καν για την ίδια, συζητώντας ένα όνομα (Νέα Μακεδονία) που, αντί να τον ακυρώνει, συνιστά όχημα του σλαβομακεδονικού αλυτρωτισμού, ενώ μοιάζει να έχει αποδεχθεί τη διπλή ονομασία (άλλη στο σύνταγμα, άλλη διεθνώς) και τη χρήση για την εθνότητα, την υπηκοότητα και τη γλώσσα της λέξης «μακεδονική». Μακάρι φυσικά να μας διαψεύσει, είμαστε οι πρώτοι που θα τη χειροκροτήσουμε, αλλά η πολιτεία της σε όλα τα θέματα μέχρι τώρα δικαιολογεί πολύ μεγάλες επιφυλάξεις.

Ακόμα όμως κι αν στο τέλος δεν φτάσει μέχρις εκεί και αναγκαστεί να κάνει πίσω, κινδυνεύει να προκαλέσει μια απολύτως αχρείαστη κρίση με τα Σκόπια ή να συμβάλλει στην αποσταθεροποίησή τους με όλη αυτή την υπόθεση.

Ο γράφων δεν πιστεύει ότι η απόρριψη της σύνθετης ονομασίας είναι σωστή, γιατί μια τέτοια θέση δεν είναι διεθνώς υπερασπίσιμη, απομονώνει και δεν προωθεί τα συμφέροντα της χώρας. Συχνά στην Ελλάδα, ο φραστικός μαξιμαλισμός προετοιμάζει τελικά  τις εθνικές όπως και τις κοινωνικές ήττες. Για να είναι όμως μια σύνθετη ονομασία λύση, πρέπει να αντανακλά την ιστορική πραγματικότητα, που είναι ότι η πΓΔΜ συνιστά τμήμα και όχι το σύνολο μιας κατεξοχήν πολυεθνικής περιοχής που αποκαλείται εδώ και πολλούς αιώνες Μακεδονία, ευρύτερης από την αρχαία Μακεδονία, τμήματα της οποίας βρίσκονται σήμερα στην Ελλάδα, την πΔΓΜ και τη Βουλγαρία. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με διπλή ονομασία, με άλλα να ορίζει το σύνταγμα και άλλα η διμερής συμφωνία, με απερίγραπτες θεωρίες που διαστρεβλώνουν την ιστορία, όπως ότι οι Σλαβομακεδόνες είναι απόγονοι του Μεγαλέξανδρου, όταν ο άνθρωπος πέθανε 900 χρόνια προτού εμφανισθούν σλαβικά φύλα στη Βαλκανική  κλπ. κλπ. Γιατί τότε θα πρόκειται για έναν κάλπικο, δήθεν συμβιβασμό που θα καταρρεύσει την επόμενη μέρα της εισόδου των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ.

Επιπλέον, η λύση δεν αρκεί να είναι διπλωματικά σωστή, πρέπει να γίνεται και κατανοητή και αποδεκτή από τους λαούς των δύο χωρών, αν είναι να λύσουμε και όχι να δημιουργήσουμε προβλήματα, και αν είναι να διατηρήσουμε και όχι να πλήξουμε τη δική μας εθνική συνοχή. Αυτός είναι επίσης ένας επιπλέον λόγος που ο γράφων υπεστήριξε ότι τα δημοψηφίσματα επιβάλλονται σε ένα τέτοιο θέμα.

 

Λύση ερήμην των κοινωνιών

Πάει υποτίθεται να λυθεί ένα ζήτημα για το οποίο δύο χώρες και οι λαοί τους αντιπαρατίθενται επί ένα τέταρτο αιώνα, και που εμπλέκει τα πιο βαθιά στρώματα της εθνικής τους συνείδησης όπως είναι διαμορφωμένη, πως όμως πάει να λυθεί; ‘Εγινε καμιά κουβέντα εντός των δύο κοινωνιών και μεταξύ τους; Τίποτα. Το μόνο που γίνεται είναι (όπως και στην Κύπρο) μια κουβέντα στο παρασκήνιο της διεθνούς πολιτικής, με σκοπό να βρεθεί μια λύση-καπέλο, που θα φορέσουν στις δύο χώρες διάφοροι διεθνείς αξιωματούχοι.

Αυτοί, δεν ενδιαφέρονται για τη λύση των προβλημάτων της Βαλκανικής, αλλά για τη διαιώνισή τους με άλλες μορφές, ώστε να μπορούν οι τρίτοι, επιδέξιοι εμπρηστές, να επεμβαίνουν μετά, υποδυόμενοι τους πυροσβέστες. Θέλουν να επιβάλλουν λύσεις που αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση συμφερόντων τρίτων δυνάμεων, δυνάμεων που, αντίθετα από ότι λένε, χρειάζονται απελπιστικά την αστάθεια, όχι τη σταθερότητα. (Γι’ αυτό σε κάθε φάση της γιουγκοσλαβικής διάλυσης δεν προτίμησαν τις αμιγείς λύσεις, αλλά άφηναν πάντα μια εστία αστάθειας, ανά πάσα στιγμή να μπορούν να βάλουν φωτιά, για να έρθουν μετά δήθεν να τη σβήσουν! Π.χ. έσπρωξαν στην ανεξαρτησία του Κοσόβου από τη Σερβία, αρνούνται όμως ταυτόχρονα να επιτρέψουν την ένωση της αμιγώς σερβικής Μιτρόβιτσα με τη Σερβία. ‘Οποτε γουστάρουν είναι με τα «καταπιεσμένα» έθνη, όποτε γουστάρουν γίνονται «πολυεθνικοί»).

 

Οπορτουνισμός και ασυναρτησία

Ούτε καν μεταξύ μας οι ‘Ελληνες δεν έχουμε κουβεντιάσει σε βάθος το θέμα, βασικές πτυχές του οποίου αγνοεί ο ελληνικός λαός, που επιπλέον βομβαρδίζεται από τους πολιτικούς του και τα μέσα, κανονικά και σόσιαλ, με ανακρίβειες και ανοησίες. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός πήγε στο Βελιγράδι και μας τρέλλανε όλους, λέγοντας ότι οι Σλαβομακεδόνες δεν πρέπει να διεκδικούν το μονοπώλιο της κληρονομιάς του Μεγάλου Αλεξάνδρου! Μα δεν ξέρει ότι ο Μέγας Αλέξανδρος πέθανε τουλάχιστο 900 χρόνια προτού έρθουν οι Σλάβοι στα Βαλκάνια; Και ακόμα κι αν δεν το ξέρει, δεν υπάρχει κανείς γύρω του να του το πει; Βγαίνει κατόπιν ο Πρωθυπουργός της πΓΔΜ και δηλώνει ότι ο Μέγας Αλέξανδρος και η κληρονομιά του ενώνουν τους δύο λαούς.

Πάμε δηλαδή να λύσουμε υποτίθεται ένα θέμα, πάμε να βασίσουμε μια ειρήνη πάνω στη διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας. Ποτέ μια τέτοια διαστρέβλωση δεν μπορεί να οδηγήσει σε σταθερή, δίκαιη, ειλικρινή λύση, προδίδει στην πραγματικότητα το κάλπικο μιας υποτιθέμενης συνεννόησης, που δεν την πιστεύουν τα δύο μέρη, αλλά τους την επιβάλλει με το ζόρι κάποιος τρίτος και που θα είναι έτοιμοι να την ανατρέψουν, στην πρώτη ευκαιρία που θα τους δοθεί.

Αλλά και στην εσωτερική συζήτηση για το μακεδονικό αυτό που έχει κυριαρχήσει είναι  ο πολιτικός οπορτουνισμός, η δημαγωγία, η ασυναρτησία και οι βρισιές, με το ένα «στρατόπεδο» να κατηγορεί το άλλο για «εθνικισμό», «πρωτογονισμό» και «χρυσαυγιτισμό», και το άλλο να απαντά με κατηγορίες για εθνική προδοσία, έστω και αν, το δεύτερο αυτό «στρατόπεδο», διαθέτει τουλάχιστο κάποια ενστικτώδη εθνικά αντανακλαστικά. Βρίζουμε ο ένας τον άλλο, κάτι πολύ πιο εύκολο από το να προσπαθούμε να αναιρέσουμε τα επιχειρήματά του με τα δικά μας.

Ο κίνδυνος από το άνοιγμα του μακεδονικού τώρα, με αυτούς τους όρους και από αυτή την κυβέρνηση, είναι ότι απειλεί την εθνική συνοχή και το φρόνημα του ελληνικού λαού, την ίδια την ιδέα που έχει για το έθνος του και το κράτος του. Και στο σημείο που έχουν φτάσει τα πράγματα η διατήρηση της εθνικής και κοινωνικής συνοχής του ελληνικού λαού είναι όρος για την επιβίωσή του. Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει τόσο από «ακρωτηριασμό», να χάσει εδάφη, όσο κι αν δεν μπορεί κανείς να παίρνει αψήφιστα ένα τέτοιο ενδεχόμενο, καθώς μάλιστα η κοπτοραπτική εθνών και κρατών έχει γίνει παγκόσμια μόδα στις μέρες μας.

Κυρίως όμως οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό πόλεμο είναι που δέχεται από το 2009-10, όχι στρατιωτική εισβολή, πόλεμο που αποβλέπει στην αποσύνθεση, την καταστροφή και αρπαγή τελικά του κράτους της (όπως και του κυπριακού). Εξακολουθεί ασφαλώς να υπάρχει η σκιά των επεκτατισμών του εξ ανατολών γείτονα, κυρίως είναι όμως η εσωτερική αποσάθρωση από την οποία κινδυνεύει το ελληνικό κράτος-έθνος, στόχος προτεραιότητας των Αγορών και του γεωπολιτικού και πολιτιστικού νέο-ιμπεριαλισμού.

Αλλά και από τη γενικότερη τάση σε μια Ευρώπη όπου τα έθνη κράτη επιχειρείται να πιαστούν σάντουιτς, ανάμεσα στην παγκοσμιοποίηση και την ΕΕ, τη δικτατορία του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου από τη μια, και την Ευρώπη των περιφερειών από την άλλη. ‘Όχι βέβαια για σκοπούς προόδου, ειρήνης και δημοκρατίας, αλλά για να διαλυθούν και τα τελευταία επίπεδα όπου οι λαοί μπορούν να οργανώσουν τον αγώνα τους για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, για νάχουν μια επιρροή στις αποφάσεις και τη διεκδίκηση ενός κοινωνικού κράτους. Να μας κάνουν δηλαδή ανήμπορα και απρόσωπα νομαδικά ζώα, όπως τους πρόσφυγες που βλέπουμε να θαλασσοπνίγονται. Γι’ αυτό και είναι εθνικά επικίνδυνη,  απολύτως ανεύθυνη αλλά και χαρακτηριστική των κινδύνων που συνεπιφέρει η άσκεφτη έγερση του μακεδονικού, η ξαφνική συζήτηση για «Λίγκα του Βορρά».

‘Ένα κράτος και ένα έθνος δεν είναι μόνο μια θεσμική και μια υλική πραγματικότητα. Είναι και η ιδέα του. Έχουμε ένα σωρό προβλήματα ως χώρα, δεν ξέρουμε αν θα υπάρχει αύριο η ΕΕ και αν εμείς θα είμαστε μέλη της, έχουμε ένα σωρό παράξενους γείτονες και επιπλέον ζούμε σε μια εποχή τεκτονικών, παγκόσμιων αναταράξεων. Δεν κυττάμε καλύτερα να διατηρήσουμε το μόντους βιβέντι, τα σύνορά μας, αυτά που τώρα έχουμε, αντί να αναλαμβάνουμε σε τόσο επικίνδυνες εποχές φιλόδοξα ανόητες πρωτοβουλίες;

 

Οι επικίνδυνες κυβερνητικές πρωτοβουλίες

‘Όλα λοιπόν κατατείνουν ότι δεν υπάρχουν σήμερα οι προϋποθέσεις να λυθεί με τρόπο αξιοπρεπή και αξιόπιστο το θέμα του ονόματος και, πάντως, δεν φαίνεται από τη μέχρι τώρα πορεία της η κυβέρνηση αυτή να είναι σε θέση να το κάνει (1). Ακόμα δε κι αν μπορούσε να βρει αξιοπρεπή λύση, δεν έχει έως τώρα δείξει να διαθέτει τις πολιτικές ικανότητες, την κατανόηση σε βάθος του πως είναι συγκροτημένη η εθνική συνείδηση και το εθνικό συλλογικό ασυνείδητο, ούτε έχει το κύρος που θα απαιτούνταν, για να περάσει μια λύση στο εσωτερικό της χώρας, χωρίς να διχάσει τον ελληνικό λαό και χωρίς να δημιουργήσει, στα καλά καθούμενα, μια ακόμα απειλή για την δημοκρατική και εθνική μας συνοχή. Αν επιμείνει, αρνούμενη μάλιστα να προσφύγει στην λαϊκή ετυμηγορία, κινδυνεύει είτε να προκαλέσει πολύ έντονες αντιδράσεις, είτε να χαρίσει στον ελληνικό λαό την αίσθηση μιας ακόμα μεγάλης ήττας, που θα αποδιαλύσει το φρόνημα και το ηθικό του.

Μεγάλο μέρος του πληθυσμού, αν πιστέψουμε τα γκάλοπ, είναι στη γραμμή «ούτε Μακεδονία, ούτε παράγωγα», δηλαδή σε γραμμή αντίθετη με τα βασικά κόμματα της χώρας, που άλλωστε, ενσάρκωση του καιροσκοπισμού, δεν επεχείρησαν ποτέ να εξηγήσουν στον ελληνικό λαό ποια ακριβώς είναι η θέση ενός εκάστου και γιατί την υποστηρίζουν. Ακόμα και σήμερα παίζουν διαρκώς και όλα τον παπά, παίζουν με τις λέξεις και με τη νοημοσύνη μας. Αν είναι ακόμα πολιτικά κόμματα κι αν πιστεύουν ότι έχουν δίκηο, πρώτον ας πούνε με σαφήνεια τι νομίζουν, δεύτερο ας αγωνιστούν να αλλάξουν τα μυαλά των Ελλήνων και να τους πείσουν για το δίκηο τους.

Πάντως δεν γίνεται να κάνει μια χώρα εξωτερική πολιτική με πολύ μεγάλα ποσοστά του λαού έντονα αντίθετα στη γραμμή της. Δεν είναι οι χώρες ιδιοκτησία των πολιτικών τους. Είναι τόσο δύσκολο να αντιληφθούν αυτή την απλή αλήθεια οι πολιτικοί μας; ‘Όπως πάμε στο τέλος, ακόμα κι αν δεν «λυθεί» το θέμα με την πΓΔΜ, θα καταφέρουμε να προκαλέσουμε μια απολύτως αχρείαστη κρίση με τον βόρειο γείτονά μας, αλλά και στο εσωτερικό μας.

 

Το πολιτικό συμφέρον του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ

Τον αρθρογράφο τον ενδιαφέρει η χώρα του, όχι το μέλλον του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ. Θέλουμε εντούτοις, μπας και φανεί χρήσιμο, να επισημάνουμε σε αυτό το σημείο ότι η πολιτική αυτή εγκυμονεί πολύ μεγάλους κινδύνους για τον ίδιο και το κόμμα του.

Τσίπρας και ΣΥΡΙΖΑ τη γλύτωσαν πολύ φτηνά (μέχρι τώρα τουλάχιστο) από το πρωτοφανές κάζο της πανωλεθρίας και άνευ όρων συνθηκολόγησης του 2015. Υπό τις συνθήκες, είναι όντως κατόρθωμα ότι κατάφεραν, αν είναι σωστά τα γκάλοπ, να διατηρήσουν τη μισή εκλογική τους βάση (2).

Μόνο που η στάμνα πάει πολλές φορές στο πηγάδι, κάποια στιγμή όμως σπάει. Κι αυτό θα συμβεί στο τέλος, αν ο Υπουργός των Εξωτερικών του κ. Τσίπρα συνεχίσει τις προσπάθειες να λύσει το μακεδονικό, το κυπριακό, τα ελληνοτουρκικά και να ικανοποιεί εν γένει όλα όσα του ζητάει ο άξονας Τραμπ-Νετανιάχου, στα πλαίσια ενός ολοκληρωμένου «γεωπολιτικού μνημονίου» που αποβλέπει να αφαιρέσει από τον ελληνικό λαό, και στην Ελλάδα και στην Κύπρο, τα τελευταία χαρτιά, τα τελευταία στοιχεία εθνικής ισχύος, που του έχουν απομείνει και που αφορούν την τεράστια γεωπολιτική σημασία του χώρου που κατοικεί και του οποίου διαθέτει και τους τίτλους ιδιοκτησίας και το πολιτιστικό «στρατηγικό βάθος» του, την ήπια ισχύ των Ελλήνων, ως φορέα μιας από τις σημαντικότερες παραδόσεις στην  ιστορία του ανθρώπινου Γένους.

 

ΣΥΡΙΖΑ και εξωτερική πολιτική

Πολύ περισσότερο, με δεδομένο ότι και το κυβερνών κόμμα και η κυβέρνηση δυστυχώς έχουν κυριολεκτικά «μαύρα μεσάνυχτα» από εξωτερική, αμυντική και διεθνή πολιτική, γεγονός που τους καθιστά και ευκολότατα χειραγωγήσιμους, από όποιον θέλει και μπορεί να το κάνει, για τις δικές του επιδιώξεις. (Λυπούμαστε πολύ που χρησιμοποιούμε τέτοιους, βαρείς χαρακτηρισμούς, αλλά φοβόμαστε ότι δεν μας επιτρέπεται να ωραιοποιούμε καταστάσεις, σε τόσο κρίσιμα ζητήματα. Είμαστε έτοιμοι να τους τεκμηριώσουμε πλήρως αν κάποιος θέλει να τους αμφισβητήσει).

Τίποτα δεν δείχνει να υπάρχει σπουδαία αντικειμενική, ή υποκειμενική δυνατότητα να λυθούν σήμερα κάπως αξιοπρεπώς, στην κατάσταση που είναι η Ελλάδα και τα διεθνή πράγματα, προβλήματα όπως το μακεδονικό, τα ελληνοτουρκικά ή το κυπριακό, πολύ περισσότερο από μια κυβέρνηση όπως η σημερινή. Προβλήματα που δεν μπόρεσαν άλλωστε να λύσουν πρωθυπουργοί της εμβέλειας ενός Κωνσταντίνου Καραμανλή ή ενός Ανδρέα Παπανδρέου, ούτε και κανείς άλλος, σε συνθήκες πολύ καλύτερες και ευνοϊκότερες από σήμερα και με διαπραγματευτές απείρως σοβαρότερους, από την κυβέρνηση που έκανε τις διαπραγματεύσεις με τους Πιστωτές το 2015. Δεν θέλω ούτε να φανταστώ τι θα γίνει με την παρούσα κυβέρνηση, και στην αδυναμία που βρίσκεται η χώρα, ίσως στο χειρότερο σημείο της εθνικής της ύπαρξης δύο αιώνων, αν διαπραγματευθεί στα σοβαρά, υπό τις παρούσες συνθήκες, με την Τουρκία, το ΝΑΤΟ, τους Αμερικανούς κλπ.

Είναι καλό στη ζωή να ξέρει κανείς τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει.

Όποιος λέει το αντίθετο στον Πρωθυπουργό, ότι δηλαδή μπορεί να καταγάγει θριάμβους  στην εξωτερική πολιτική, το πιθανότερο τον κοροϊδεύει και προσπαθεί να τον χειραγωγήσει επιδέξια, εκμεταλλευόμενος την κατανοητή ανάγκη του να παρουσιάσει κάποια μεγάλη επιτυχία και την παντελή άγνοιά του για τα θέματα αυτά.

Αλλά δις εξ αμαρτείν, ουκ ανδρός σοφού. Ο κ. Τσίπρας ξέρει (ή τουλάχιστον θάπρεπε να ξέρει) τι αξίζουν οι συμβουλές και οι πληροφορίες που τούδωσαν αυτοί που νόμιζε δικούς του και αξιόπιστους ανθρώπους, στον δρόμο που τον οδήγησε στο Τρίτο Μνημόνιο.  Αφού δεν φρόντισε και δεν θέλησε να φτιάξει έναν πολιτικό οργανισμό, που να μπορέσει να δώσει μάχη για την απαλλαγή της χώρας από το νεοαποικιακό καθεστώς, τουλάχιστο ας κυττάξει να τα κάνει όσο καλύτερα μπορεί στο εσωτερικό της χώρας στις δεδομένες συνθήκες, μπας και πετύχει μια κάπως αξιοπρεπή παρουσία στις επόμενες εκλογές, ας δει μην του δώσουνε και τίποτα για το χρέος (που πολύ αμφιβάλλουμε). Γιατί με τα άλλα που του προτείνουν στην εξωτερική πολιτική θα την πληρώσει πολύ άσχημα η χώρα, αυτό που κυρίως ενδιαφέρει εμάς, αλλά θα το φάει στο τέλος και το δικό του το κεφάλι.

Πριν από αυτόν και πολλοί άλλοι πίστεψαν ότι θα ωφεληθούν πολιτικά οι ίδιοι στηρίζοντας τις επιλογές των Αμερικανών. Τελευταίο παράδειγμα ο Γιώργος Παπανσδρέου, πολλοί συνεργάτες του οποίου είναι τώρα και συνεργάτες του Τσίπρα. Τι απέγινε αυτός ο πολιτικός;

Μέχρι στιγμής, η «τουρκική αδιαλλαξία» έχει σώσει από την καταστροφή την Κυπριακή Δημοκρατία. Μακάρι να το κάνει έστω ο σλαβομακεδόνικος εθνικισμός στο θέμα που μας προέκυψε ξαφνικά με το όνομα της πΓΔΜ. Αλλά δεν μπορεί η Ελλάδα να συνεχίζει επ’  άπειρον να είναι τυχερή. Θα γίνει στο τέλος κάπου το κακό.

 

Παίζοντας με τον ελληνικό εθνισμό

Στην καλύτερη για τον ίδιο περίπτωση, ο Τσίπρας, με τέτοιες «πρωτοβουλίες», θα στρέψει εναντίον του την εναπομένουσα δύναμη του ελληνικού εθνισμού (3). Θα φτιάξει δηλαδή μια «Εναλλακτική για την Ελλάδα», μια «Λίγκα του Βορρά» ή μια πιο ευπαρουσίαστη Χρυσή Αυγή, που θα αντλήσει δύναμη από τα ορφανά του 2015, που δεν είναι και λίγα και από τα κατεστραμμένα κοινωνικά στρώματα της χώρας, που κάπου πρέπει στο τέλος να διοχετεύσουν την οργή τους (και προς τον ΣΥΡΙΖΑ). Θα φτιάξει δηλαδή μόνος του την αντιπολίτευση που δεν έχει σήμερα!!!

Το αστείο μάλιστα, αν επιτρέπεται  να το λέμε έτσι, είναι ότι οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους, που πασχίζει να ικανοποιήσει, θα είναι, το πιθανότερο, παρασκηνιακά πίσω και από το νέο πολιτικό μόρφωμα! Γιατί οι φίλοι μας της Αυτοκρατορίας δεν παίζουν ποτέ με ένα μόνο άλογο, δεν έχουν ποτέ ένα μόνο σχέδιο.

Στη χειρότερη περίπτωση, ο Τσίπρας θα προκαλέσει, με την εξωτερική πολιτική του, και άμεσα εθνική, μετά την κοινωνική καταστροφή, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για «ένα 1974 από την ανάποδη».

Το 1974 η δικτατορία προκάλεσε μια εθνική καταστροφή, ακολουθώντας τις υποδείξεις των Αμερικανών και των συμμάχων τους, ως αποτέλεσμα της οποίας κατέρρευσε το δικτατορικό καθεστώς και εμπεδώθηκε η ηγεμονία της Κεντροαριστεράς στην Ελλάδα.

Αν τώρα, μια ψευδώνυμη, τυχοδιωκτική και κυνική, δήθεν «Αριστερά» πρωταγωνιστήσει, όπως της ζητάνε οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους να κάνει, στην επίθεση κατά των εναπομενόντων στοιχείων κρατικής ισχύος και κυριαρχίας του ελληνικού λαού στο ανατολικό Αιγαίο, στη Βόρειο Ελλάδα, στην Κρήτη, στην Κύπρο, τότε θα καταστραφεί μεν ολοσχερώς η ίδια, αλλά θα συμπαρασυρθεί πιθανώς και ότι έχει εναπομείνει από στοιχεία δημοκρατικού καθεστώτος στην Ελλάδα, γράφοντας έτσι το Ρέκβιεμ για το σχέδιο ενός ελληνικού κράτους, όπως το οραματίστηκαν οι Φιλικοί, ο Ρήγας και ο Κολοκοτρώνης.

 

Σημειώσεις

  1. Χώρια που, αντίθετα με τη μαζική και απολύτως ψευδή προπαγάνδα των κυρίαρχων Μέσων,  δεν είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας, της ΕΕ, της σταθερότητας στα Βαλκάνια και της ειρήνης στην Ευρώπη, ούτε η ένταξη άλλων βαλκανικών χωρών στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, ούτε η αποβολή οποιασδήποτε ρωσικής επιρροής από τη χερσόνησο. Αλλά δεν είναι αυτός ο κύριος λόγος για τον οποίο εμείς υποστηρίζουμε ότι είναι εσφαλμένη η σπουδή της Αθήνας στο μακεδονικό, όπως και στο κυπριακό.
  2. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πλήρωσε το αναμενόμενο από πολλούς τίμημα τον Σεπτέμβριο του 2015, για πολύ συγκεκριμένους, μη επαναλήψιμους λόγους. Δεν το πλήρωσε πρώτον, γιατί ο ελληνικός λαός, υπό το σοκ όσων συνέβησαν τον Ιούλιο και στερούμενος ενημέρωσης, δεν είχε καν καταλάβει τον Σεπτέμβριο 2015 τι ακριβώς είχε υπογράψει ο ΣΥΡΙΖΑ. Δεύτερο, γιατί δεν ήθελε να παραδεχτεί την έκταση που εξαπατήθηκε, προτιμούσε να πιστεύει ότι ο Τσίπρας έκανε ότι μπορούσε και συνάντησε ανυπέρβλητες δυσκολίες. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν μπορούσε τίποτα και δεν μπορούσε τίποτα γιατί δεν έκανε απολύτως τίποτα για να ετοιμαστεί για τη μάχη που έπρεπε να δώσει και που δεν είχε καμία διάθεση να δώσει. Οι Έλληνες δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι, αντί να προετοιμάσει τη μάχη, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ στηρίχτηκε, όπως και τόσοι άλλοι πριν από αυτή, στις καλές υπηρεσίες των γνωστών διεθνών Νταβατζήδων, που διαφεντεύουν αυτή τη χώρα, να της βρουν λύση. Τρίτο, γιατί δεν υπήρχε στον ορίζοντα κανείς άλλος να αναλάβει την «εργολαβία» που παράτησε ο ΣΥΡΙΖΑ στη μέση, ούτε ο ηττημένος λαός και το ηττημένο έθνος είχαν το παραμικρό κουράγιο να αρχίσουν ξανά από την αρχή, αφού δέχτηκαν ένα τόσο συντριπτικό ηθικο-ψυχολογικό χτύπημα. Τέταρτο, γιατί ο ελληνικός λαός δεν έβλεπε τον λόγο να επιστρέψει στα ίδια κόμματα που είχαν ήδη χρεωκοπήσει στη συνείδησή του, όντας υπεύθυνα για την κρίση και για τον ερχομό και την εφαρμογή των Μνημονίων και Δανειακών που κατέστρεψαν και υποδούλωσαν την Ελλάδα. Παραμένει σήμερα σε κατάσταση πρωτοφανούς απάθειας και μαζικής κατάθλιψης γιατί νοιώθει ότι είναι παγιδευμένος, ότι δεν έχει λύση.
  3. Ο ίδιος ο Τσίπρας και το κόμμα του δεν ξέρουν πως ήρθαν στην εξουσία, ότι δηλαδή τους οδήγησε εκεί η δύναμη του ελληνικού εθνισμού και η ανάγκη να βρει ο ελληνικός λαός μια διέξοδο, χρησιμοποιώντας το μόνο εργαλείο που, στις συνθήκες, του φαινόταν διαθέσιμο. Νομίζουν ότι τους είδαν κάποια στιγμή στο δρόμο και είπαν «τι σπουδαίος κύριος είναι αυτός ο Μπαλτάς, ο Φλαμπουράρης, ο Παπάς, ο Τσακαλώτος, τι ωραία τα λένε, πως και δεν τους πήραμε πρέφα ως τα σήμερα» και αποφάσισαν οι άνθρωποι να τους ψηφίσουν. Εξεπλάγησαν κάπως και οι ίδιοι με το γεγονός, γιατί ούτε καν αυτοί δεν είχαν ποτέ σε τέτοια εκτίμηση τον εαυτό τους, αλλά δεν είπαν όχι σε αυτό το απρόσμενο δώρο και αποφάσισαν να συμπεράνουν ότι οφείλεται στα κρυφά μέχρι τότε χαρίσματά τους.

Είναι σαν κάποιος να κερδίζει ξαφνικά τον πρώτο λαχνό και να γίνεται εκατομμυριούχος. Οι γύρω του του λένε τι σπουδαίος είναι, τι ωραία τα λέει, πόσο όμορφος είναι. ‘Εχει δύο επιλογές. ‘Η να τους πιστέψει, ή να καταλάβει ότι δεν είναι τίποτα από όλα αυτά και απλώς τον δουλεύουν. Συνήθως οι άνθρωποι προτιμούν να αυταπατώνται.

Παρά την αλλεργία του μεγαλύτερου μέρους των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ προς τη λέξη Έθνος και «τα παράγωγά του», η πολύ επιτυχής και ευφυής αντιγραφή από τον Τσίπρα ιδεών που παρήχθησαν εκτός του κόμματός του και που εστίαζαν στον εθνικό χαρακτήρα της μνημονιακής καταστροφής ήταν που τον κατέστησε φαινομενικά, στη συνείδηση των Ελλήνων, αλλά όχι στην πραγματικότητα, εργαλείο «εθνικής απελευθέρωσης», που έγινε, στον καιρό των Μνημονίων, συνώνυμη της κοινωνικής σωτηρίας.

‘Όπως συνέβη, υπό πολύ διαφορετικές ασφαλώς συνθήκης, στη γερμανική κατοχή με το ΕΑΜ και με το ΠΑΣΟΚ πολύ αργότερα, η σύντηξη του εθνικού και του κοινωνικού στοιχείου έδωσε την ακαταμάχητη πολιτική δύναμη στον ΣΥΡΙΖΑ κατά την άνοδό του. Μόνο που ο ΣΥΡΙΖΑ έμεινε στις φτηνές ρητορείες και στις επικοινωνιακές εντυπώσεις. ‘Ετσι, στην πρώτη επαφή με την πραγματικότητα και χωρίς καν πολλές αντιδράσεις και αντιστάσεις, έπαθε melting down, μετετράπη στο αντίθετό του, από κόμμα της «ριζοσπαστικής αριστεράς» σε κόμμα του «ριζοσπαστικού νεοφιλελευθερισμού». Μεταμορφώθηκε σε ένα είδος κατσαρίδας, για να χρησιμοποιήσουμε τη μεταφορά του Φραντς Κάφκα στο μεγαλοφυιές ομώνυμο κείμενό του.

Σήμερα, μοιάζουν να ζουν στον δικό τους κόσμο, εκλαμβάνοντας την απάθεια των Ελλήνων, προϊόν του σοκ του 2015 και της συνείδησης ότι είναι παγιδευμένοι, χωρίς κανέναν να τους υπερασπιστεί, ως προσχώρηση στους ίδιους και πολιτική τους  επιτυχία. Ξεχνάνε όμως πόσο πονηρή είναι μερικές φορές η Ιστορία.

Δες επίσης

ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΣΗ

Aπο την Καλυψω στον Προκρουστη (κι απο τη Νεα Σμυρνη στη Νεα Μακεδονια)

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Θα (ξανα)παλαβώσει ο ελληνικός λαός με τη διαρκή εκπομπή ανοησιών και ανακριβειών από τους πολιτικούς και τις τηλεοράσεις του, αυτή τη φορά για το όνομα της πΓΔΜ.

Ακούω αίφνης από ορισμένους φίλους της «αριστεράς», ότι τα ονόματα δεν έχουν σημασία. Αλήθεια; Τότε γιατί η ελληνική κομμουνιστογενής αριστερά διεξήγαγε έναν δεκαετή άγριο εμφύλιο για τη χρήση των ονομάτων ΚΚΕ, ΚΚΕ Εξωτερικού και ΚΚΕ Εσωτερικού, μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968;

Μεσούσης της δικτατορίας, στελέχη της Αριστεράς που είναι και σήμερα ανώτερα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, αφιέρωναν όλη τους την ενέργεια στη μάχη για το όνομα, συχνά χρησιμοποιώντας και μεθόδους που δεν θέλω τώρα να αναφέρω.

Ο Γιάνης Βαρουφάκης από την πλευρά του μας εξηγεί πολλά και διάφορα, με αφορμή το μακεδονικό, στην «Εφημερίδα των Συντακτών», καταλήγοντας με ένα γράμμα του Τάκη Μίχα, κατά τον οποίο… η ισπανική κυριαρχία στη Λατινική Αμερική ήταν πολύ χειρότερη από την Οθωμανική κυριαρχία στην Ελλάδα! Τώρα τι να πω εγώ; Με έχουν απλώς προ πολλού υπερβεί αυτά που ακούω και διαβάζω.

Στην Οξφόρδη, υπάρχει η Καλυψώ Νικολαϊδου που έχει βαλθεί κι αυτή να λύσει τα προβλήματα της Κύπρου και της Μακεδονίας, κάνει κατά καιρούς σεμινάρια στα οποία έχει συμμετάσχει και ο δικός μας ο κ. Κοτζιάς, του οποίου πάντως οι τόσοι πολλοί όψιμοι θαυμαστές δεν ενδιαφέρονται να μάθουν τι ακριβώς έχει υποστηρίξει εις τας Ευρώπας.

Εγώ την Καλυψώ δεν τη ξέρω, ούτε έχω άποψη για τη δουλειά της. Το μόνο που θα της έλεγα είναι ότι «εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε». Αλλιώτικα μοιάζουνε τα προβλήματα όταν περπατάς και φιλοσοφείς εν ασφαλεία, στο κέντρο της πάλαι ποτέ Βρετανικής Αυτοκρατορίας (που ματοκύλησε τον κόσμο, μη το ξεχνάμε, μέχρι και στους Κινέζους έκαναν πόλεμο για να τους υποχρεώσουν να καταναλώνουν όπιο), κάπου μεταξύ Κέιμπριτζ και Οξφόρδης, κι άλλο να ζεις στα κατεστραμμένα από 25 χρόνια νεοαποικιακών επεμβάσεων Βαλκάνια.

Λέει σε ένα άρθρο της η Καλυψώ, γιατί όχι Νέα Μακεδονία. Πειράζει κανέναν η Νέα Υόρκη; Φοβούμεθα ότι μας κάνει πλάκα, μπορεί και στον εαυτό της. Όλο το πρόβλημα με το όνομα είναι ότι μπορεί να γίνει φορέας επεκτατικών βλέψεων και αλυτρωτικών ιδεολογημάτων τα οποία δεν τα φανταζόμαστε εμείς, έχουν διατυπωθεί. Δεν ξέρουμε αντίθετα κανέναν από τη Νέα Υόρκη που να είχε επεκτατικές βλέψεις στην Υόρκη!

Το χειρότερο είναι ότι αυτά συμβαίνουν ενώ το σύνολο της ευρύτερης περιοχής στην οποία ανήκουμε, προς όλες τις κατευθύνσεις, επιδίδεται σε αιματηρές κοπτοραπτικές εθνών και κρατών (από την Ισπανία στην Ουκρανία, από τη Γιουγκοσλαβία μέχρι την Τουρκία και το Ιράκ). Δεν αφήνουμε τα πειράματα αδέρφια, ή μήπως δεν έχουμε άλλα προβλήματα να αντιμετωπίσουμε τώρα;

Η Καλυψώ δεν θέλει να λύσει το πρόβλημα, δηλαδή να πείσει τους Σλαβομακεδόνες για το άδικο των επεκτατικών βλέψεων και αλυτρωτικών σχημάτων, που αυτοί θεωρούν απαραίτητα για την επιβίωση του μικροσκοπικού και απειλούμενου κρατιδίου που τους άφησε παρακαταθήκη η εγκληματική διάλυση της πολυεθνικής Γιουγκοσλαβίας. Προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα πείθοντας τους Έλληνες ότι δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν από το Νέα Μακεδονία, γιατί μπορεί να είναι όσο ανώδυνη είναι και η Νέα Υόρκη.

Μόνο που κανείς δεν θα εμποδίσει τους Σλαβομακεδόνες να συνεχίσουν να υποστηρίζουν ότι η Νέα Μακεδονία είναι η συνέχεια της παλαιάς από την οποία εξεδιώχθησαν και της οποίας είναι οι νόμιμοι κάτοικοι, η γηγενής εθνότης (όπως η Νέα Σμύρνη φτιάχτηκε για να θυμίζει την ελληνική Σμύρνη).

Βεβαίως και η Καλυψώ τη δουλειά της κάνει. Αφού καταστρέψαμε την πολυεθνική Γιουγκοσλαβία και καταλύσαμε την έκρηξη των εθνικισμών, τώρα παραπονιόμαστε δήθεν με το αποτέλεσμα όταν δεν μας βολεύει, αλλά το υποδαυλίζουμε όταν το θεωρούμε χρήσιμο. Χρησιμοποιήσαμε τους εθνισμούς και τους εθνικισμούς των μεν εναντίον των εθνισμών και των εθνικισμών των δε (Κροάτες, Σλοβένοι, Βοσνιο-Μουσουλμάνοι, Αλβανοί εναντίον Σέρβων) για να καταστρέψουμε και να αποικιοποιήσουμε τη Γιουγκοσλαβία, τώρα που το πετύχαμε θέλουμε να ξεχάσουν όλοι όσους εθνικισμούς, και εθνισμούς ακόμα δεν εξυπηρετούν το Imperium, και τη συνεχιζόμενη πολιτική διάλυσης των εθνών και αρπαγής των κρατών, αλλά να συνεχίσουν να θυμούνται όσους την εξυπηρετούν, ώστε όλη η περιοχή να γεμίσει μικροσκοπικές αποικίες, προτεκτοράτα του ΝΑΤΟ και της Δύσης. Μιλάμε για τον «εθνικισμό» των Σέρβων, των Ελλήνων, των Ρώσων, όχι όμως για τον εθνικισμό των Κροατών, των Αλβανών και των Γερμανών. Όσο για τους Εγγλέζους, τους Αμερικανούς και άλλους, δεν υφίσταται καν η έννοια, όχι η κατηγορία του εθνικισμού. Αυτοί θεωρούν όλο τον πλανήτη ως δική τους χώρα. Επεμβαίνουν παντού για να μας σώσουν, έχουν γκρεμίσει τη μισή Μέση Ανατολή και απειλούν ακόμα και με πυρηνικούς πολέμους. Εδώ, υποτίθεται ότι λύνουν τώρα τις διαφορές Αθηνών και Σκοπίων.

Για να τα κάνει αυτά η Καλυψώ είναι, από τη φύση του έργου που έχει αναλάβει, υποχρεωμένη, ανεξαρτήτως προθέσεων, να αρχίσει να μεταβάλλεται σε Προκρούστη και να μιλάει περί Νέας Υόρκης, Νέας Ζηλανδίας και Νέας Καληδονίας. Γιατί βεβαίως δεν θέλει να θίξει το «αρχικό αίτιο», τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας για σκοπούς μιας αποικιοποίησης της περιοχής που η Δύση θέλει να συνεχίσει τώρα, και με τον τρόπο που επιδιώκει να «λύσει» το μακεδονικό. Όπως και στην Κύπρο, που επίσης ενδιαφέρει την Καλυψώ, όπου, αφού δημιούργησε με τις δικές της επεμβάσεις (Ζυρίχη, πραξικόπημα και εισβολή 1974) το πρόβλημα, γιατί δεν δεχόταν την αυτοδιάθεση των Κυπρίων, τώρα θέλει να το «λύσει» παίρνοντας όλο το νησί και όχι μόνο τον Βορρά του από την κυριαρχία του κυπριακού λαού. Άλλοι μάλιστα, εξ Εσπερίας κινούμενοι και χρηματοδοτούμενοι, προχωράνε περισσότερο από την Καλυψώ και προσπαθούν να κάνουν ψυχανάλυση και ενοχοποίηση των θυμάτων του ιμπεριαλισμού, εισάγουν κατηγορίες «Εγώ» και «άλλος» στη γεωπολιτική κλπ. και βγάζοντας ένα σκασμό λεφτά με όλα αυτά.

Στην κατάσταση που είναι η Ελλάδα και η πΓΔΜ, το τελευταίο πρόβλημα που ενδιαφέρει τους πολίτες των δύο χωρών είναι να λύσουν το πρόβλημα του ονόματος, που δεν δημιουργεί άλλωστε κανένα ζωτικό πρόβλημα για τις διμερείς σχέσεις. Σχεδόν όλες οι βαλκανικές χώρες (της Ελλάδος περιλαμβανομένης και επίσης της Μολδαβίας και της Ουκρανίας) είναι σήμερα προτεκτοράτα (μερική εξαίρεση η Σερβία), οι φτωχότερες και πιο λεηλατημένες από τους Δυτικούς σε όλη την Ευρώπη. Αυτό είναι το πρόβλημα που θα έπρεπε να απασχολεί τους πολιτικούς της περιοχής, και πως θα συνεργασθούν για να το αντιμετωπίσουν, όχι η άρση των εμποδίων στην επέκταση του ΝΑΤΟ και τον πόλεμο με τη Ρωσία.

Η λύση του προβλήματος του ονόματος ενδιαφέρει μόνον τους αξιωματούχους των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ που θέλουν να ελέγξουν πλήρως όποιους εναπομείναντες θύλακες κρατικής κυριαρχίας στα Βαλκάνια, να στραγγαλίσουν τη Σερβία, να αποβάλλουν κάθε ρωσική επιρροή από τη χερσόνησο και να την κάνουν ολόκληρη βάση περικύκλωσης και πολέμου με τη Μόσχα.

Ο Τραμπ (και πριν από αυτόν ο Ομπάμα) δεν κάνει τίποτα άλλο από αυτό που έκανε ο Χίτλερ, με πολύ διαφορετικά μέσα, προτού επιτεθεί στη σοβιετική Ρωσία το 1941, ακριβώς για να μπορέσει να της επιτεθεί απερίσπαστος. Κατέλαβε δηλαδή την Σερβία και την Ελλάδα, χάνοντας μάλιστα πολύτιμο χρόνο και δυνάμεις σε αυτή την επιχείρηση. Τι είχα Παντελάκη μου, τι είχα Παντελή μου. Η γεωγραφία δεν αλλάζει και συμβάλλει συχνά στην επανάληψη, με άλλη μορφή, και της ιστορίας.

Αυτωνών το πρόβλημα θέλει να λύσει και η Καλυψώ και, δυστυχώς, και ο κ. Κοτζιάς, τη συνέχιση δηλαδή της αποικιοποίησης των Βαλκανίων (που επεκτάθηκε τώρα και στα παλαιά μέλη της ΕΕ όπως η Ελλάδα) και γι’ αυτό κινδυνεύουν να οδηγηθούν στη διατήρηση, έστω συγκαλυμμένη, κάτω από το «Νέα Μακεδονία», των αλυτρωτικών βλέψεων και την παραίτηση των Ελλήνων από τη θεμιτή αξίωσή τους να μην υπάρχουν κρυμμένες στο όνομα αυτές οι βλέψεις.

Ορισμένοι έχουν την άποψη ότι δεν έχει σημασία το όνομα που θα αναγνωρισθεί τελικά η πΓΔΜ και άρα μπορεί να αναγνωρισθεί με το όνομα που επιθυμεί η ίδια. Όποιος έχει αυτή την άποψη είναι τουλάχιστο ειλικρινής και συνεπής προς τον εαυτό του.

Όποιος όμως προτείνει σύνθετη ονομασία, όπως εν προκειμένω η κυβέρνηση και τα βασικά κόμματα της χώρας, αναγνωρίζει ότι υφίσταται κάποιο πρόβλημα με την ονομασία, γι’ αυτό και κάνει διαπραγματεύσεις. Αλλιώς θα αναγνώριζε τα Σκόπια ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Αλλά τότε πρέπει να προτείνει όνομα που να αναιρεί τις επεκτατικές βλέψεις και να ικανοποιεί τις θεμιτές ανησυχίες του ελληνικού λαού. Και το όνομα αυτό πρέπει να αναγραφεί και στο σύνταγμα της γειτονικής χώρας, γιατί αλλιώς απλά δουλευόμαστε όλοι μαζί. Αν θέλουμε στα σοβαρά να λύσουμε το πρόβλημα, αυτό σημαίνει όχι λύση-φερετζέ. Και, φυσικά, σημαίνει λύση αποδεκτή από τους δύο λαούς.

Για να βρεθεί μια σταθερή λύση στη διαφορά Ελλάδας-πΓΔΜ πρέπει να είναι δίκαιη και για να είναι δίκαιη πρέπει να αναγνωρίζει και να μην παραποιεί την ιστορική πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι ότι η αρχαία Μακεδονία ταυτίζεται περίπου με την σημερινή ελληνική Μακεδονία. Εδώ και μια χιλιετία τουλάχιστο,, η μεσαιωνική Μακεδονία, όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται διεθνώς, είναι μια πολυεθνική περιοχή που περιλαμβάνει την ελληνική Μακεδονία, τη σημερινή πΓΔΜ και τη βουλγαρική Μακεδονία του Πιρίν. Οι Σλαβομακεδόνες και το κράτος τους (πΓΔΜ) ανήκουν στην ευρύτερη αυτή Μακεδονία, δεν μπορούν όμως να την οικειοποιούνται στο σύνολό της.

Το όνομα Νέα Μακεδονία συντηρεί, δεν καταργεί τις επεκτατικές βλέψεις και τον αλυτρωτισμό. Όνομα εξάλλου που δεν αναφέρεται στο Σύνταγμα της γειτονικής χώρας δεν είναι παρά μια απάτη, προορισμένη να τροφοδοτήσει νέες συγκρούσεις. Και φυσικά, τα παράγωγα της ονομασίας της χώρας (γλώσσα, εθνότητα, υπηκοότητα) οφείλουν να προκύπτουν από τη μία και μοναδική ονομασία της. Αλλοιώς δεν λύνουμε προβλήματα, δημιουργούμε.

Διαβάστε επίσης:
Γιατί το δημοψήφισμα για το όνομα είναι η μόνη δημοκρατική και εθνική λύση