Tag Archives: διεθνισμός

Τα «εθνικιστικα» συλλαλητηρια και η «αστικη» αριστερα

Του Γιάννη Παπαμιχαήλ
11 Φεβρουαρίου 2018

Το συλλαλητήριο της Αθήνας για το Μακεδονικό ενόχλησε με τον όγκο του, εξόργισε με τις πολλές γαλανόλευκες σημαίες του και προβλημάτισε με τον πατριωτικό του παλμό όλους τους γνωστούς κύκλους του πολιτικά ορθού υποπατριωτισμού, οι περισσότεροι εκ των οποίων διαπλέκονται με τα φαντάσματα της πολιτικά εκφυλισμένης «αριστεράς».

Με πολύ λοιπόν δυσφορία, υπεροπτικά ξινό ύφος και μπόλικη «ορθολογικώς σκεπτόμενη» αγανάκτηση, διάφοροι, μάλλον φαιδροί πολιτικοί στοχαστές, συνήθεις παρατρεχάμενοι των δημοσιογράφων που πρόσκεινται στην κυβέρνηση του είκοσι τοις εκατό των ψηφοφόρων που εξακολουθεί εντούτοις να κυβερνά, συνεχίζουν ακούραστα να προβάλλουν τις ίδιες ενστάσεις για τα συλλαλητήρια. Το ίδιο καθώς και κάτι άλλα παλικάρια του αναρχοφιλελεύθερου συρμού που στελεχώνουν ή προπαγανδιστικούς μηχανισμούς ή ομάδες κρούσης.

Η πρώτη ένσταση, για την οποία ήδη μιλήσαμε σε προηγούμενες δημοσιεύσεις, είναι βέβαια εκείνη που υπογραμμίζει ότι οι μαζικές εκδηλώσεις για την προάσπιση των όποιων εθνικών δικαίων είναι εξ ορισμού πολιτικά ύποπτες για τις λαϊκίστικες ή εθνικιστικές ευαισθησίες των καταχθόνιων οργανωτών τους.

Η δεύτερη ένσταση, που ρητορικά εμφανίζεται ως μια αυτονόητα ρεαλιστική παρατήρηση, συμπυκνώνεται στο ότι «η εξωτερική πολιτική δεν γίνεται με συλλαλητήρια». Εξίσου αυτονόητο είναι εντούτοις και το άλλο ερώτημα που αποσιωπάται: πως ακριβώς σε μια δημοκρατική κοινωνία οι πολίτες θα μπορούσαν να εκδηλώσουν μαζικά τη δυσαρέσκειά τους ή τη διαφωνία τους με τον τρόπο που κάποια κυβέρνηση χειρίζεται ορισμένα σημαντικά ζητήματα εσωτερικής ή εξωτερική πολιτικής χωρίς συλλαλητήρια ή «λαοσυνάξεις», αλλά και χωρίς δημοψηφίσματα τα οποία η κυβέρνηση αποφεύγει με τρόπο απολύτως αυταρχικό;

Η τρίτη τέλος ένσταση, ίσως η πιο σοβαρή, είναι εκείνη που επισημαίνει ότι παρόμοιες μαζικές εκδηλώσεις είναι «δονκιχωτικές» και εκ των προτέρων καταδικασμένες στην αναποτελεσματικότητα, αφού ήδη 130 περίπου χώρες έχουν αναγνωρίσει τα Σκόπια με το όνομα «Μακεδονία».

H αγάπη για τη «Δουλτσινέα του Τοβόσου»

Σαν μια «ρομαντική» άρνηση των πραγμάτων, που σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή, είναι ή φαίνονται δεδομένα, μπορεί ίσως να επικαλεστεί κανείς ως απάντηση σε έναν τέτοιο πραγματισμό –ίσως και σε έναν τέτοιο δουλικό ρεαλισμό που αποδομεί εκ των προτέρων κάθε υπέρμετρο ενθουσιασμό και κάθε υπερβατική φιλοδοξία των ατομικών ή των συλλογικών υποκειμένων– την ανάγνωση της έννοιας του «δονκιχωτισμού» από τον Χάινε ήδη από το 1837:

«Νόμιζα τότε πως το γελοίο του δονκιχωτισμού συνίστατο στο ότι ο ευγενής ιππότης ήθελε να επαναφέρει στη ζωή ένα παρελθόν εξανεμισμένο πολύ καιρό πριν, και στο ότι τα φτωχά του μέλη, και προπαντός οι πλάτες του, έπεφταν σε επίπονες συγκρούσεις με την παρούσα πραγματικότητα. Αχ! Μετά έμαθα πως είναι τρέλλα εξίσου αχάριστη να θέλεις να εισαγάγεις με υπερβολική ανυπομονησία το μέλλον στο παρόν, όταν, σε παρόμοιο αγώνα ενάντια στα βαριά ενδιαφέροντα της μέρας, δεν έχουμε τίποτ’ άλλο από ένα κοκκαλιάρικο άλογο, μια κομματιασμένη πανοπλία κι ένα κορμί όχι λιγότερο εύθραυστο. Με αφορμή τούτο το δονκιχωτισμό, όπως και τον άλλο, ο σοφός κουνάει το στοχαστικό κεφάλι του. Αλλά η Δουλτσινέα του Τοβόσου είναι, παρ’ όλα αυτά, η ωραιότερη γυναίκα του σύμπαντος˙ κι ακόμα και να κείτομαι ελεεινά στη γη, ποτέ δεν θ’ αποσύρω τα λόγια μου, δεν μπορώ αλλιώς. Χτυπήστε με τα κοντάρια σας, ιππότες της Λευκής Σελήνης, μπαρμπέρηδες μεταμφιεσμένοι!»

Πέραν του Θεοδωράκη (που πρόδωσε τις διεθνιστικές αξίες της αριστεράς, όπως ισχυρίζονται χωρίς να γελούν, οι αντιλαϊκιστές κολαούζοι της καπιταλιστικής διεθνοποίησης), αυτό που ενοχλεί τους δήθεν ορθολογιστές της ψευδοκοσμοπολίτικης κουλτούρας στις λαϊκές εκδηλώσεις του πατριωτισμού, είναι η συναισθηματική φόρτιση. Η προσήλωση που υπάρχει σε κάθε συλλογικό εθνοτικό υποκείμενο για τη δική του «Δουλτσινέα του Τοβόσου». Δηλαδή η αγάπη των λαών για την πατρίδα τους, των απλών ανθρώπων για τον τόπο καταγωγή τους.

Είναι αυτό το συναίσθημα της σύνδεσης κάθε λαού με το έδαφος που ο σοσιαλκοσμοπολίτης αποκαλεί «εθνικισμό». Και όταν ένα λαϊκό συλλαλητήριο στιγματίζεται έτσι από κάποιον δήθεν αριστερό, τότε υποτίθεται ότι αυτός ο στιγματισμός έχει αυτομάτως ένα χαρακτήρα «προοδευτικό»: προέρχεται από έναν «σκεπτόμενο πολίτη, που τολμά μάλιστα να κινηθεί με θάρρος ενάντια στο ρεύμα, ακόμα και αν πρόκειται να πληρώσει ακριβά το τίμημα της γνώμης του»!

Η ανιστόρητη γενίκευση

Όμως, ο καθεστωτικά συμμορφωμένος και πολιτικά ορθός ψευτοδιανοούμενος «αριστερός-αντιλαϊκιστής» δεν μοιάζει καθόλου να παίρνει τέτοια ρίσκα. Συμβαίνει το αντίθετο μάλιστα. Απολαμβάνει της εκτίμησης του καθεστώτος. Άλλωστε, οι απόψεις του είναι συχνά «μορφωτικά κατοχυρωμένες» από διάφορους τίτλους σπουδών που επικαλείται ο «αριστερός κοσμοπολίτης» για να δικαιολογήσει τη στάση του και να τεκμηριώσει τον ορθολογικό χαρακτήρα των απόψεων του.

Και πως ακριβώς απολαμβάνει αυτή την εκτίμηση; Βρίσκεται σε αρμονία με την γελοία και παντελώς ανιστόρητη γενίκευση της μετανεωτερικής αντίληψης του κράτους που δημιουργεί εκ του μη όντος τα έθνη μόλις τον … 18ο αιώνα, λες και το σύνολο του κόσμου είχε την ιστορία της αποικιοκρατούμενης Αφρικής. Εκεί τα έθνη-κράτη επιβάλλονται από τους αποικιοκράτες, αντικαθιστώντας τις φυλετικού τύπου κοινωνικές και πολιτικές δομές.

Οι οργανικοί διανοούμενοι των φιλελεύθερων και κοσμοπολίτικων μεταεθνικών δομών πολιτικής εξουσίας, λοιπόν, παριστάνοντας τα «φωτισμένα» θύματα του «σκοταδιστικού εθνολαϊκισμού», επιθυμούν στην πραγματικότητα να επιβάλλουν από θέση ισχύος και εκ των άνω, την αποδόμηση των εθνικών ταυτοτήτων. Αγωνίζονται για την αντικατάστασή τους από το μεταεθνοτικό ιδεώδες της «παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών».

Η νεοελληνική παθογένεια στην ελληνική περίπτωση των κοσμοπολίτικων ιδεοληψιών είναι ότι εδώ, δεν έχουμε καν να κάνουμε με τους σοβαρούς φιλελεύθερους στοχαστές, ή τους νεοφιλελεύθερους ιδεολόγους της διεθνοποίησης της καπιταλιστικής αγοράς. Αυτοί γνωρίζουν βέβαια καλά ότι οι έννοιες της πατρίδας, του έθνους και του κράτους είναι οι τρεις διακριτές ιστορικές υποστάσεις μιας και μόνης συλλογικής πραγματικότητας: εκείνης του «λαού».

Η πατρίδα, σαν πιο συναισθηματικά φορτισμένη, υποδηλώνει την σχέση του λαού με τη γη, το έδαφος το οποίο θεωρεί ως κοινό, διαχρονικό συλλογικό του αγαθό. Το έθνος είναι η πολιτικοπολιτισμική έκφραση αυτού του λαού. Στο νεότερο κόσμο είναι ο φορέας της λαϊκής κυριαρχίας καθώς και των αγώνων για τον εκδημοκρατισμό. Το κράτος είναι ο λαός ως πολιτική βούληση που εκδηλώνεται εμπράκτως, αφού διαθέτει όχι μόνον το μονοπώλιο της νόμιμης βίας, αλλά και τη δυνατότητα να εργάζεται συμβολικά, δηλαδή να οικοδομεί (ή, σήμερα, να αποδομεί) τη συλλογική ταυτότητα του λαού.

Μιχαλης Ραπτης (Παμπλο): Η απειλη κατα της Ελλαδας – Εθνος και Αριστερα

Το κείμενο αποτελεί μέρος της εισήγησης του Μιχάλη Ράπτη σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1994 από τα περιοδικά Convoy, Mατσακόνι και τον όμιλο «Πρωταγόρας», στο Πολυτεχνείο.

 

Νομίζω ότι πράγματι είναι σωστό ότι η Ελλάδα σήμερα απειλείται. Ότι υπάρχει ένας κίνδυνος. Ότι υπάρχει ένα σχέδιο αναδόμησης των Βαλκανίων, στο οποίο κυριαρχικό ρόλο θα παίξει η Γερμανία, οι ΗΠΑ και η Τουρκία, χρησιμοποιώντας τις μουσουλμανικές μειονότητες από τη Βουλγαρία, τη Θράκη, τα Σκόπια, το Κοσσυφοπέδιο, την Αλβανία, τη Βοσνία. Όπου η Ελλάδα βρίσκεται ουσιαστικά απομονωμένη και δεν έχει ως σύμμαχο –από άποψη γεωπολιτική- παρά τους Σέρβους. Οι οποίοι Σέρβοι σε μια ορισμένη στιγμή είναι δυνατόν και αυτοί να υποταχθούν στην pax americana. Αντιστέκονται για την ώρα και η αντίστασή τους είναι θετική και εκμεταλλεύσιμη και από τη μεριά τη δική μας, αλλά όμως δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι και η Σερβία και η Ελλάδα τελικά με υποχωρήσεις δεν θα ενταχθούν σε μια pax americana κυριαρχούσα σ” ολόκληρα τα Βαλκάνια. Πρέπει αυτό να το έχουμε υπόψη μας και απέναντι σ” αυτό το πράγμα να υπάρχει μία αντίσταση.

Η μορφή αυτής της αντίστασης δεν μπορεί να πάρει δυστυχώς το χαρακτήρα άμεσης κοινωνικής επανάστασης, στηριζόμενης στις εργατικές μάζες της Ελλάδας, οι οποίες θα ανατρέψουν αυτή την κατάσταση. Παίρνει, για την ώρα, το χαρακτήρα ενός εθνισμού. Αφύπνισης του εθνισμού. Προσωπικά θεωρώ ότι είναι αναγκαία οι Έλληνες να αποκτήσουν μια συνείδηση του εθνισμού τους και να είναι έτοιμοι, όταν πρόκειται να γίνει μία περαιτέρω συρρίκνωση του λεγομένου εθνικού τους κορμού, να αντισταθούν. Να μην επαναλάβουν το έγκλημα, την αδυναμία, την προδοσία, τη δειλία που έδειξαν στο ζήτημα της Κύπρου. Δεν είμαι υπέρ μιας επανάληψης της Κύπρου και στην Ελλάδα. Δεν θεωρώ ότι είναι τίποτα το διεθνιστικό μία αδιαφορία πλήρης αν γίνει ή δεν γίνει και στην Ελλάδα κάτι παρόμοιο που έγινε στην Κύπρο. Μα με ποιο θάρρος μπορείς να λες ότι είσαι υπέρ των Κούρδων ή των Παλαιστινίων που ζητάνε μια πατρίδα κι όταν γίνει σ” ένα τμήμα δικό σου εισβολή, κατοχή, αλλαγή πληθυσμών και δημιουργείται δικό σου παλαιστινιακό ζήτημα, ποια στάση κρατάς απέναντι στην Κύπρο; Και ξεκινώντας απ” αυτά, ποια στάση πρόκειται να κρατήσεις αν συμβεί κάτι παρόμοιο στην Ελλάδα;

Είναι σωστό ότι ο εθνισμός που είναι απαραίτητος, δεν είναι σε καμία αντίθεση με το διεθνισμό. Ο κάθε διεθνιστής έχει και μια ιδιαίτερη πατρίδα και είναι φυσικό την πατρίδα αυτή να την αγαπάει όχι περισσότερο από τις άλλες, αλλά τουλάχιστον το ίδιο.

Είναι φυσικό επίσης να αισθάνεται ότι δεν μπορεί να έχει δράση επαναστατική, αν δεν δείχνει απέναντι στο λαό του μια συμπαράσταση. Σε ποιον κάτοικο της χώρας σου μπορείς να μιλήσεις και να πεις ότι σου είναι αδιάφορη η ιστορία της Κύπρου ή η επανάληψη της ιστορίας της Κύπρου αύριο και να νομίζεις ότι με τέτοια στάση μπορεί να χεις οποιοδήποτε δεσμό με το λαό σου για άλλες επιτεύξεις; Εάν δεν αφαιρέσεις από την αστική ηγεσία την υπεράσπιση του εθνισμού και την περάσεις στα χέρα της Αριστεράς, είσαι τελείως χαμένος σε οποιοδήποτε επαναστατικό σου παιχνίδι. Είναι εντελώς σωστό να λέμε αυτό: δεν διεκδικούμε απολύτως τίποτα.

Πράγματι δεν διεκδικούμε. Και οποιοσδήποτε πόλεμος επιθετικός και για πλιάτσικο είναι καταδικαστέος από εμάς. Οποιοδήποτε «γιουρούσι» που ορισμένοι σκέπτονται ακόμη στην Αλβανία για να ξαναπάρουμε τη Βόρεια Ήπειρο είναι λανθασμένο. Οποιοδήποτε γιουρούσι και πλιάτσικο, οποιοσδήποτε επιθετικός πόλεμος δεν είναι μόνο καταδικάσιμος, γιατί αλλάζει το χαρακτήρα της αντίστασης του λαού, αλλά είναι και εσφαλμένος μέσα στις τωρινές συνθήκες, θα καταλήξει σε μία γενικότερη σύρραξη από την οποία η Ελλάδα δεν πρόκειται να κερδίσει απολύτως τίποτα.

Αλλά, ενώ είναι τελείως σωστό να λέμε ότι δεν διεκδικούμε απολύτως τίποτα, να προσθέτουμε επίσης-διότι αυτό είναι ζήτημα που πρέπει να το εξετάσουμε σοβαρά- ότι είμαστε υπέρ της πληρότητας των δικαιωμάτων οποιασδήποτε εθνικής μειονότητας υπάρχει στην Ελλάδα και πρέπει να δούμε πού υπάρχουν συγκεκριμένα ζητήματα και εκεί που γίνονται αδικίες να επανορθωθούν έγκαιρα. Όχι όπως κάναμε με την τουρκική μειονότητα εν μέρει στην Κύπρο.

Λέγοντας αυτά, λέμε επίσης ότι όσο είμαστε εναντίον οποιουδήποτε επιθετικού πολέμου, όπως είμαστε βέβαια υπέρ της υπεράσπισης μειονοτήτων δικών μας στο εξωτερικό,έτσι δεν είμαστε διατεθειμένοι να παραχωρήσομε πια τίποτα από το συγκεκριμένο εθνικό κορμό που έχουμε. Κι όταν λέμε τίποτα αυτό το πράγμα πρέπει να είναι μια εντελώς διαφορετική, ιδεολογική και πρακτική προετοιμασία κυρίως της νεολαίας μας, η οποία εν μέρει έχει προσβληθεί από το μικρόβιο του ευρωπαϊσμού και της πολιτιστικής αμερικανοποίησης.

ΠΗΓΗ: https://tokoinonikoodofragma.wordpress.com/

 

* Ο Μιχάλης Ράπτης (Pablo), “μαθητής της σχολής του Λένιν και του Τρότσκι” και “επαναστάτης μαρξιστής”, όπως αυτοπροσδιοριζόταν, υπήρξε ηγετικό στέλεχος του ελληνικού και του παγκόσμιου τροτσκιστικού κινήματος με εξαιρετικά πλούσια δράση σχεδόν σε όλες τις ηπείρους, τρόπον τινά ενσάρκωση ο ίδιος της ιδέας του Διεθνισμού κατά τον Εικοστό Αιώνα. Φυλακίστηκε και εξορίστηκε στη διάρκεια της δικτατορίας Μεταξά. ‘Εφυγε στη Γαλλία, όπου συμμετείχε στην ιδρυτική Διάσκεψη της Δ’ Διεθνούς. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εργάστηκε για την ανασυγκρότηση του ευρωπαϊκού τροτσκιστικού κινήματος που αποδεκατίστηκε από την ταυτόχρονη ναζιστική και σταλινική τρομοκρατία και εξελέγη Γραμματέας της Δ’ Διεθνούς. Υποστήριξε τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο εναντίον του Στάλιν, και ιδίως το αυτοδιαχειριστικό της πείραμα οργανώνοντας διεθνείς ταξιαρχίες συμπαράστασης. Αργότερα, υπό την ηγεσία του, η Δ’ Διεθνής έγινε το κύριο στήριγμα διεθνώς της Αλγερίνικης Επανάστασης. Εργάστηκε ιδίως για τον εφοδιασμό της σε όπλα και για την εκτύπωση του παράνομου τύπου της στη Γαλλία. Για τη δράση του συνελήφθη και φυλακίστηκε στην Ολλανδία. ‘Οταν η Επανάσταση νίκησε στην Αλγερία, ανέλαβε να οργανώσει την αυτοδιαχείριση στα εγκαταλελειμμένα από τους Γάλλους γαιοκτήμονες κτήματα και είναι ο εμπνευστής των Διαταγμάτων του Αλγερίου για την αυτοδιαχείριση. Συνδέθηκε με στενή φιλία και συνεργάστηκε με ‘Αραβες επαναστάτες ηγέτες, όπως τον Μουαμάρ Καντάφι και τον Ζωρζ Χαμπάς, αλλά και άλλους όπως τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ο οποίος τον διόρισε επίτιμο πρόξενο στο Αλγέρι. Ο Πρόεδρος της Κύπρου του παρείχε πολύτιμες διεκυολύνσεις για δραστηριότητες υποστήριξης του παλαιστινιακού και ευρύτερου αραβικού αγώνα. Υπήρξε επίσης φίλος του Χιλιανού Προέδρου Σαλβαδόρ Αλιέντε, που του ενεχείρισε διπλωματικό διαβατήριο της Χιλής, αλλά και του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Ράπτης ανέπτυξε στενές σχέσεις με πολλά επαναστατικά κινήματα του Τρίτου Κόσμου. Οργάνωσε επίσης την πρακτική, παντοειδή υποστήριξη της αντίστασης στην ελληνική στρατιωτική δικτατορία και τη διαφυγή πολλών πολιτικών της αριστεράς, του κέντρου και της δεξιάς από τη χώρα.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΜΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ

Ο Ταγίπ Ερντογάν είναι αυτόν τον καιρό πολύ ασταθής και πολύ νευρικός. Είναι επικίνδυνος όσο και ένα πληγωμένο ζώο. ‘Εχει μεγάλη ανάγκη να δείξει ότι υπερασπίζεται σθεναρά το έθνος του, για να διατηρηθεί στην εξουσία και είναι εύκολα χειραγωγήσιμος από διεθνείς δυνάμεις. Μεταξύ των εξωφρενικών που ακούμε αυτές τις μέρες είναι ότι θέλει να παρενοχλήσει αεροπορικά την επίσκεψη Πούτιν στο ‘Αγιο ‘Ορος!

Η Ελλάδα βρίσκεται σε ακόμα χειρότερη κατάσταση από την Τουρκία. Διαλυμένη οικονομικά και κοινωνικά, με κράτος-μπάχαλο, με ασυνάρτητη ηγεσία, τόσο σε επίπεδο κυβέρνησης όσο και αντιπολίτευσης. Στην μνημονιακή καταστροφή και την δια του μνημονίου κατάλυση της λαϊκής, κρατικής και εθνικής της κυριαρχίας, ήρθε τώρα να προστεθεί το προσφυγικό-μεταναστευτικό, ενώ έρχονται μεγάλες και άμεσες γεωπολιτικές απειλές (και κίνδυνοι τρομοκρατίας, αληθινής ή φτιαχτής). Η κοινωνική, κρατική και εθνική υπόσταση του ελληνισμού, στην Ελλάδα και στην Κύπρο, αντιμετωπίζει απειλή που μπορεί να αποδειχθεί θανάσιμη. Σε όλα αυτά το τελευταίο βέβαια που χρειάζεται είναι και μια κρίση με την Τουρκία.

Το διεθνές περιβάλλον είναι πιο επικίνδυνο και ασταθές από ποτέ άλλοτε. Η ΕΕ που υπήρξε ο “πολικός αστέρας” της Ελλάδας μετά το 1974 απειλείται με διάλυση, προς ώφελος όχι αναγκαστικά μιας καλύτερης, αλλά ίσως και μιας πολύ χειρότερης ευρωπαϊκής τάξης. Αλλά και διατηρούμενη η ΕΕ, έχει ήδη μετατραπεί, με τη συγκατάθεση των ελληνικών “κυβερνήσεων” (!), σε μοχλό καταστροφής και υποδούλωσης της χώρας. Κάποιοι λένε να φύγουμε από κει μέσα, γιατί όμως να φύγουμε πριν χρηισμοποιήσουμε (σε λίγο βέβαια δεν θα υπάρχουν πια), τα πολιτικά και θεσμικά εργαλεία που μας προσφέρει; Πιθανώς πρέπει να φύγουμε, αλλά είναι απλοποίηση να νομίζουμε ότι έτσι θα λυθούν μαγικά τα προβλήματα ενός έθνους-κράτους που τρεκλίζει και απειλείται στην υπόστασή του.

Υπάρχουν βέβαια και σοβαρές πηγές ελπίδας, όπως η επανεμφάνιση της Ρωσίας ως γεωπολιτικού αντιβάρου, η τρομερή σύγκρουση στους κόλπους του αμερικανικού και εν μέρει και του ισραηλινού κατεστημένου, μεταξύ των “εξτρεμιστών” και των πιο “φυσιολογικών” ιμπεριαλιστών, η εμφάνιση ισχυρών λαϊκών σοσιαλιστικών ρευμάτων στις τελευταίες χώρες που θα περίμενε κανείς να τα δει, τις Ηνωμένες Πολιτείες (Σάντερς) και την Βρετανία (Κόρμπιν).

Αλλά ακόμα κι αυτές τις ελπιδοφόρες εξελίξεις πρέπει να υπάρχεις ως υποκείμενο για να τις εκμεταλλευθείς. Η προσχώρηση ΠΑΣΟΚ και δεξιάς στη μνημονιακή τάξη πραγμάτων και η συνθηκολόγηση και μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ έχουν τώρα αποκεφαλίσει την ελληνική κοινωνία, την στέρησαν από πολιτικά υποκείμενα.

Υπάρχουν και πολλοί άλλοι που θα ήθελαν να βάλουν “μπουρλότο”. Νεοσυντηρητικοί που θέλουν να ανατρέψουν τη συνεννόηση Ομπάμα-Πούτιν στη Μέση Ανατολή ή να σπρώξουν στη διάλυση της ΕΕ και να καθορίσουν τη “μεταφιλελεύθερη” πολιτικο-οικονομική τάξη στην Ευρώπη, χρησιμοποιώντας τις προσφυγικές κρίσεις, την τρομοκρατία, γιατί όχι και την ένταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Υπάρχουν επίσης οι ΝΑΤΟϊκοί κύκλοι που απεργάζονται τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο κατά της Ρωσίας (και χρειάζονται το ελληνικό στρατηγικό φιλέτο, το Αιγαίο, για τα σχέδιά τους).

Ενδοτικοί και εθναμύντορες

Στην Ελλάδα υπάρχουν δύο κατηγορίες “πολιτικών” και “αναλυτών”.

Οι μεν πιστεύουν ότι πρέπει να κάνουμε αύριο το πρωί πόλεμο με την Τουρκία. Οι δε ότι πρέπει να τα δώσουμε όλα στην Τουρκία για να μη γίνει πόλεμος! (1)

Φαίνονται τελείως διαφορετικές αυτές οι δύο “σχολές”. Μόνο φαινομενικά όμως. ‘Εχουν τρία κοινά χαρακτηριστικά. Πρώτον σκέπτονται ελάχιστα, αν δηλαδή σκέπτονται. Δεύτερον, βοηθούντος και του πρώτου χαρακτηριστικού, είναι σχετικά πανεύκολο να χειραγωγηθούν απ’ έξω. Τρίτον, υποτάσσουν τη στρατηγική σε μικρο-τακτικές πολιτικάντικες σκοπιμότητες. Βλάπτουν και οι δύο εξίσου τη Δανιμαρκία.

Συχνά άλλωστε πρόκειται για αντικειμενικό καταμερισμό εργασίας. Αυξάνουμε δραματικά την ένταση στα ‘Ιμια, για να είναι πιο μεγαλοπρεπές το ξεβράκωμα μετά. Φέρνουν οι μεν πανηγυρικά τον Οτσαλάν στην Ελλάδα και μετά το ελληνικό κράτος, με οδηγίες του πρέσβη των ΗΠΑ, τον παραδίδει στην Τουρκία. Δεν ξέρω πολλές χώρες που μπορούν να συμβούν αυτά τα πράγματα.

Τώρα η παρούσα κυβέρνηση κάνει κοινά Υπουργικά Συμβούλια με την Τουρκία (ενώ δεν κάνει με την Κύπρο), γιατί αυτό επιβάλλει η Ουάσιγκτων. Ανοίγει κεφάλαια της ευρωτουρκικής διαπραγμάτευσης, ως μη όφειλε, αφού η ‘Αγκυρα κατέχει στρατιωτικά έδαφος της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης και απειλεί στρατιωτικά την Ελλάδα! Αλλά ταυτόχρονα, ακούμε και διάφορα παράξενα για το πως πρέπει να απαντήσει η Αθήνα στην ‘Αγκυρα.

Αν η Ελλάδα θέλει να σταματήσει την τουρκική επιθετική δραστηριότητα έχει ένα ισχυρό χαρτί στο χέρι της. Να εξηγήσει στην τουρκική ηγεσία (και στον στρατό και την όλη πολιτική ελίτ της γείτονος) ότι μια ελληνοτουρκική ένταση θα βοηθήσει μόνο τρίτους. Αυτό είναι το καρότο. Το μπαστούνι είναι να απειλήσει και στη συνέχεια να το κάνει, αν η απειλή δεν φέρει αποτέλεσμα, ότι θα χρησιμοποιήσει όλες τις δυνατότητες που έχει για να αντικρούσει την τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο. Αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα χρησιμοποιήσει σε βάθος και το κουρδικό χαρτί. Δεν χρειάζεται να καταρρίψει κανένα αεροσκάφος.

Τώρα θα μου πείτε μπορεί να τα κάνει αυτά κανένας στην Αθήνα; Επ’ αυτού δεν έχω απάντηση

Σημείωση
(1) Ο Κώστας Σημίτης το διατύπωσε με το περίφημο δίλημμα που έθεσε μετά την κρίση των Ιμίων: “Πόλεμος ή Ειρήνη;”. Το καταπληκτικό μάλιστα είναι ότι τον κατακεραύνωσε τότε, από τις στήλες της εφημερίδας “Νέα”, ο πιο … διεθνιστής που θα μπορούσε να υπάρξει, ο αείμνηστος Μιχάλης Ράπτης (Pablo), διάδοχος του Τρότσκι στην ηγεσία της Δ’ Διεθνούς, που έφαγε όλη του τη ζωή στα “μέτωπα” της “παγκόσμιας επανάστασης”, από την Αλγερία στη Παλαιστίνη και από τη Γαλλία της αντίστασης στη Χιλή του Αλλιέντε! Δεν είναι τρόπος αυτός να τίθεται το ζήτημα, του απάντησε ο Πάμπλο, τονίζοντας, από τότε, στο τελευταίο κείμενο που έγραψε πριν φύγει, ότι χρειάζεται “ενιαίο εθνικό μέτωπο” για την υπεράσπιση της χώρας.

Δημοσιεύτηκε στο ”ΠΑΡΟΝ” της 17/4/16