Tag Archives: δημοψήφισμα 2015

Καταστρεφουν τις σχεσεις με τη Μοσχα, για να μπορουν να μας πανε σε πολεμο με Τουρκια και Ιραν!

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Η διπλωματική κρίση με τη Ρωσία (περίπου τη μόνη φιλική προς την Ελλάδα, από τις μεγάλες δυνάμεις), δεν θα μπορούσε να συμβεί σε χειρότερο χρονικό σημείο. Επιβαρύνει πολύ σημαντικά το περιβάλλον εθνικής ασφάλειας της χώρας, ιδιαίτερα στο Αιγαίο και την Κύπρο, ακόμα και την υπόθεση των δύο ελλήνων στρατιωτικών που κρατούνται και θέτει σε κίνδυνο τον ελληνικό λαό. (Χώρια ότι κινδυνεύει, αν αφεθεί να εξελιχθεί, να πλήξει τον τουρισμό μας και τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων. Αλλά και η Κύπρος, από τους Ρώσους ζει ακόμα).

Ίσως αυτός είναι ακριβώς και ο λόγος που προκλήθηκε αυτή η κρίση. Continue reading Καταστρεφουν τις σχεσεις με τη Μοσχα, για να μπορουν να μας πανε σε πολεμο με Τουρκια και Ιραν!

Μαρτυρία: Ο Μεϊμαρακης περιγραφει γελωντας πως παλαια κομματα και δηθεν “Αριστεροι” συνεργαστηκαν για να μας κοροϊδεψουν, να μας προδωσουν και να μας καταστρεψουν

Συνέντευξη του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, που δόθηκε στον Ν. Χατζηνικολάου στις 7 Ιουλίου 2016

Continue reading Μαρτυρία: Ο Μεϊμαρακης περιγραφει γελωντας πως παλαια κομματα και δηθεν “Αριστεροι” συνεργαστηκαν για να μας κοροϊδεψουν, να μας προδωσουν και να μας καταστρεψουν

Πως φτασαμε στην πανωλεθρια του 2015. Η αληθεια για την κατασταση της χωρας

30 Iουνίου 2018

”Ελλάδα Ώρα Μηδέν” Κώστας Ουίλς – Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος από 1.05′.13”

Ομιλια στη Λαμια: Απο την οικονομικη καταστροφη στο γεωπολιτικο μνημονιο

Εισήγηση σε συζήτηση που οργάνωσε Ο Παραδοσιακός Σύλλογος Φίλων Διατήρησης Ελληνικής Παράδοσης-Εθίμων και οι Εκδόσεις Ινφογνώμων στη Λαμία, στις 28.1.2018

Ολα στους Αμερικανους. Απο τα Μνημονια στην Κυπρο, τη Μακεδονια, το Αιγαιο και την Ακροπολη!

Ο Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος στην εκπομπή του Κώστα Ουίλς “Ελλάδα Ώρα Μηδέν” (27/1/2018)

Οι Ελληνες θελουν δημοψηφισμα, οι πολιτικοι τους οχι

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Πάνω από το 60% των Ελλήνων θέλουν να γίνει δημοψήφισμα για το θέμα του ονόματος της πΓΔΜ, σύμφωνα με τελευταίο γκάλοπ της Metron Analysis.

Η κυβέρνηση, ως έχει δικαίωμα, διαπραγματεύεται με την πΓΔΜ μια συμφωνία για το θέμα της αναγνώρισης της γειτονικής χώρας που αφορά το όνομά της και τα άλλα στοιχεία αλυτρωτισμού. Το θέμα αυτό συνιστά κρίσιμο εθνικό θέμα, εμπίπτει δηλαδή στα θέματα που μπορούν να τεθούν στην κρίση των πολιτών κατά το Σύνταγμα, ενώ διχάζει έντονα τον ελληνικό λαό.

Γι’ αυτό και, εφόσον καταλήξει σε συμφωνία, η δημοκρατική τάξη αλλά και λόγοι μείζονος εθνικού συμφέροντος, απαιτούν η κυβέρνηση να την υποβάλλει στην κρίση του ελληνικού λαού, προς έγκριση ή προς απόρριψη. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να προστατευθεί η εθνική και δημοκρατική συνοχή των Ελλήνων, η ουσία του δημοκρατικού πολιτεύματος και τα εθνικά συμφέροντα του ελληνικού λαού.

‘Όπως άλλωστε έχουμε επισημάνει και αλλού, μια λύση, για να είναι λύση και όχι εισαγωγή σε ένα νέο γύρο αντιπαραθέσεων, οφείλει να γίνεται αποδεκτή από την πλειοψηφία των δύο λαών και όχι να είναι ένα καπέλο που θα φορέσουν τρίτοι, εν προκειμένω οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ, στις δύο χώρες δια των πολιτικών τους και κόντρα στη θέληση των πολιτών.

Οι λαοί δεν συμφιλιώνονται στα ελβετικά θέρετρα όπου μαζεύονται οι Ύαινες του κόσμου μας να στραγγαλίσουν μικρές χώρες. ‘Όπως έγινε στο Νταβός τον Φεβρουάριο 2010, όπου φόρεσαν στον Γιώργο Παπανδρέου το ΔΝΤ και τον έβαλαν στον δρόμο της καταστροφής της χώρας του.

 

Μεταμοντέρνος σταλινισμός

Ωστόσο η κυβέρνηση επιμένει, άνευ επιχειρημάτων, στην κατηγορηματική άρνησή της να προκηρύξει δημοψήφισμα, παρόλο που ήταν η ίδια, μόλις προ δυόμισυ ετών, που προσέφυγε σε αυτό το μέσο. Σε ένα ντελίριο μάλιστα αντιδημοκρατικής νοοτροπίας, αποδοκίμασε και τα συλλαλητήρια, καταφεύγοντας στο σύνηθες ελληνικό σπορ να λούσει τους οργανωτές  με ένα σωρό επίθετα, αντί να χρησιμοποιεί επιχειρήματα για να πείσει τους ανθρώπους.

Μήπως να καταργηθεί αδέρφια, στην επόμενη συνταγματική αναθεώρηση, και το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και η πρόβλεψη για δημοψήφισμα;

Τα λέει μάλιστα αυτά ένα κόμμα που, πριν έρθει στην εξουσία, διαμαρτυρόταν για την ουσιαστική απαγόρευση των συγκεντρώσεων από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, δια της μαζικής, αναίτιας χρήσης δακρυγόνων. Τα λέει μια κυβέρνηση που ήρθε στην εξουσία με πρόγραμμα να ικανοποιήσει τα συνθήματα των διαδηλωτών, για να μη κάνει μετά τίποτα από όσα υποσχόταν. Μια κυβέρνηση που ισχυρίζεται ότι αντιπροσωπεύει τις αξίες και τις ιδέες της αριστεράς, της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού.

Οι κυβερνητικοί πιστεύουν κατά τα φαινόμενα ότι όλα είναι παιχνίδια μηχανισμών. Δεν έχει σημασία να πείσουν τους πολίτες συζητώντας μαζί τους, αλλά να πιάνουν τον προκαθήμενο της Εκκλησίας (την οποία έβριζε προ ημερών πατόκορφα το Υπουργείο Εξωτερικών!), νομίζοντας ότι το πλήρωμά της είναι πρόβατα, ιδιοκτησία του Αρχιεπισκόπου.

‘Όπως αυτή η κυβέρνηση δεν συνειδητοποίησε τη δύναμη του εθνικού και κοινωνικού αισθήματος που την έφερε στην εξουσία, έτσι δεν συνειδητοποιεί πάλι τη δύναμή του, τώρα, που εκδηλώνεται εναντίον της πολιτικής της. Φοβούμενοι μάλιστα ότι η συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης θα έχει πολύ μεγάλη επιτυχία, άρχισαν από τώρα να λένε δεξιά, αριστερά, ότι για να είναι επιτυχής, θα πρέπει να έχει τουλάχιστον ένα εκατομμύριο, όσο είχε δηλαδή αντίστοιχη το 1992. Μας κάνουν προφανώς πλάκα, μάλλον κάνουν στον εαυτό τους. Οι ίδιοι μπορούν σήμερα να κάνουν τις προεκλογικές συγκεντρώσεις που έκαναν το 1992;

Αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα. Προδίδουν την ολοκληρωτική αδυναμία της κυβέρνησης να αφουγκραστεί, και στο θέμα αυτό, τα βαθύτερα αισθήματα της κοινωνίας.

 

Έλλειμμα Δημοκρατικής Κουλτούρας

Προκαλεί όμως πολύ μεγάλη εντύπωση η αλλεργία και πολλών άλλων, πέραν της κυβέρνησης, στην ιδέα της διεξαγωγής δημοψηφίσματος, στην ιδέα δηλαδή ότι μπορεί ο ίδιος ο ελληνικός λαός να αποφασίσει για την τύχη του, για την ιστορία και για το μέλλον της χώρας του. Θεωρούν την άποψή τους αυτονόητη και επομένως περιττεύει να τεθεί στην κρίση του λαού.

Ακόμα κι όταν αυτό πρακτικά συνεπάγεται ότι θα αναθέσουμε τη λήψη τόσο κρίσιμων αποφάσεων σε ένα πολιτικό σύστημα που όλη η πολιτεία του κατατείνει στο ότι, τουλάχιστο σε κρίσιμα θέματα, τελεί συχνά υπό τον έλεγχο ξένων πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων!

Οι αντίπαλοι της ιδέας του δημοψηφίσματος θεωρούν πιο έξυπνους και πατριώτες από τον μέσο Έλληνα, τον κ. Τσίπρα, τον κ. Μητσοτάκη, την κ. Γεννηματά, πιο ικανούς από τον ελληνικό λαό να πάρουν τέτοιες αποφάσεις; Κι αν ναι, γιατί;

Η πρόβλεψη για δημοψήφισμα, πέραν του ότι είναι ο ορθός, βαθιά δημοκρατικός και εθνικός τρόπος να λυθεί ένα τέτοιο ζήτημα, συνεπάγεται και δύο πράγματα ακόμα. Πρώτον «υπευθυνοποιεί» εξ ανάγκης την κυβέρνηση (και τους πολίτες), γιατί, ακόμα κι αν καταφέρει να βρει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που χρειάζεται για μια συμφωνία, οφείλει να πείσει και τους ‘Ελληνες για την ορθότητά της. Δεύτερο ενισχύει τη διαπραγματευτική της δύναμη, αν θέλει όντως να διαπραγματευθεί.

Αυτή η αλλεργία προς τα δημοψηφίσματα είναι ενδεικτική της βαθειάς απουσίας δημοκρατικής κουλτούρας στη χώρα μας. Δηλαδή κακά οργανωμένη χώρα είναι η Ελβετία, όπου ο λαός αποφασίζει κάθε δύο και τρεις, για περισσότερο ή λιγότερο σημαντικά ζητήματα;

 

Τα δημοψηφίσματα στην ελληνική ιστορία

Με το δημοψήφισμα του 1950 στην Κύπρο υπέρ της αυτοδιάθεσης του κυπριακού λαού και της Ένωσης με την Ελλάδα, ξεκίνησε ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας των Κυπρίων, μια από τις σημαντικότερες αντιαποικιακές, αντιιμπεριαλιστικές επαναστάσεις του Εικοστού Αιώνα, ως αποτέλεσμα της οποίας υπάρχει σήμερα (τουλάχιστον ακόμα) κυπριακό κράτος.

Και τότε βεβαίως δυσανασχετούσαν οι πολιτικοί των Αθηνών γιατί, έλεγαν, η Ελλάδα αναπνέει με δύο πνεύμονες, έναν αγγλικό και έναν αμερικανικό, και θα πάθαινε ασφυξία χωρίς αυτούς. Έπαθε στο τέλος όντως ασφυξία, αλλά την έπαθε από τα ίδια τα δηλητήρια που την τροφοδοτούσαν οι «αναπνευστήρες» της. Έπαθε ασφυξία  όχι γιατί αντιστάθηκε, αλλά γιατί έκανε επανειλημμένως τα θελήματα των Αγγλοαμερικανών, και στη Διάσκεψη του Λονδίνου (1955), και στη Ζυρίχη και το Λονδίνο (1960) και το καλοκαίρι του 1974. Όπως χατήρια των Αμερικανών πάει τώρα να κάνει ο Τσίπρας στα Βαλκάνια και παντού αλλού.

Με το δημοψήφισμα του 1974 ήταν που ο ελληνικός λαός αποφάσισε να απαλλαγεί από τον ξενόφερτο θεσμό της Βασιλείας, που τόσο τον καταταλαιπώρησε με τις διαρκείς επεμβάσεις του επί δύο αιώνες υπέρ Ξένων Δυνάμεων, ακρωτηριάζοντας ευθύς εξ αρχής την ελληνική ανεξαρτησία και τη δημοκρατία.

Μπορεί κάποιος να φανταστεί τι θα γινόταν αν επεβίωνε αυτός ο θεσμός, ή αν καταργούνταν με κάποια συντακτική πράξη, που δεν θα επικυρωνόταν από τον λαό;

Χάρη στο δημοψήφισμα του 2004 στην Κύπρο διεσώθη η Κυπριακή Δημοκρατία, κι έτσι δεν χρειάζεται τώρα ο κ. Μουζάλας να ψάχνει σκηνές και για Ελληνοκύπριους πρόσφυγες.

Εμείς ίσως κάνουμε λάθος. Κάνουν άραγε και οι απέναντι; Γιατί λυσσάει ο Σόιμπλε και όλο το ευρωπαϊκό σκυλολόι, κάθε φορά που τα δημοψηφίσματα, αλλά και οι απλές εκλογές ακόμα, έρχονται να παρενοχλήσουν τα σχέδιά τους;

 

Το δημοψήφισμα του 2015

Εκεί που ο παραλογισμός και η ασυναρτησία φτάνουν στο απόγειο, είναι στην επίκληση του προηγούμενου του 2015, ως επιχειρήματος εναντίον των δημοψηφισμάτων. Είδατε τι έγινε, λένε, η κυβέρνηση δεν σεβάστηκε το αποτέλεσμα! Δηλαδή να μην κάνουμε δημοψηφίσματα, για να αποφύγουμε τον κίνδυνο να μην εφαρμόσουν το αποτέλεσμα οι κυβερνώντες!

Πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι. Επειδή θεωρούμε τους πολιτικούς μας ανάξιους να διαχειριστούν το αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος, καταργούμε τον θεσμό του δημοψηφίσματος, και αφήνουμε τους ίδιους, ανάξιους πολιτικούς, να παίρνουν τις τελικές αποφάσεις μόνοι τους, χωρίς «ενόχληση» από τη λαϊκή ψήφο.

Το λάθος δεν είναι ότι έγινε το δημοψήφισμα του 2015. Το λάθος είναι ότι δεν έγινε το 2010, όταν η κυβέρνηση Παπανδρέου έβαλε τη χώρα στα Μνημόνια και τις Δανειακές, πραγματοποιώντας κατ’ ουσίαν ένα πραξικόπημα εις βάρος της συνταγματικής τάξης, της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας και του δημοκρατικού πολιτεύματος, ως αποτέλεσμα του οποίου, σύμφωνα με τις στατιστικές, όχι με την άποψη του γράφοντος, η Ελλάδα υπέστη τη μεγαλύτερη καταστροφή στην ιστορία του καπιταλισμού.

Δεν μπορώ να ξέρω τι θα γινόταν αν είχε προβλεφθεί τέτοιο δημοψήφισμα το 2010. Το βέβαιο είναι ότι, ότι κι αν γινόταν, η χώρα δεν θα γνώριζε την τεράστια καταστροφή που γνώρισε ως αποτέλεσμα και της βαθειά αντιδημοκρατικής ψυχολογίας των πολιτικών που τη θεωρούν ιδιοκτησία τους, αλλά τη μεταχειρίζονται στην πραγματικότητα πολύ χειρότερα από την ιδιοκτησία τους.

Ειρήσθω εν παρόδω, η κυβέρνηση Παπανδρέου εξηρτάτο ασφυκτικά από τους Αμερικανούς, τους ίδιους δηλαδή που ανέσυραν το μακεδονικό από την αφάνεια και θέλουν με το ζόρι να το λύσουν εδώ και τώρα.

Ξαναγυρνώντας στο σήμερα, να υπενθυμίσουμε ότι δεν κόβουνε τις συντάξεις ή ξεπουλάνε όλη τη χώρα, από άκρη σε άκρη, γιατί έγινε το δημοψήφισμα του 2015, αλλά γιατί οι κυβερνώντες δεν σεβάστηκαν το αποτέλεσμά του και γιατί δεν είχαν κάνει και την παραμικρή σοβαρή προετοιμασία για να το εφαρμόσουν.

Το δημοψήφισμα του 2015 το προκήρυξαν άλλωστε γιατί τότε, όπως και τώρα, αφενός έχουν οργανική αδυναμία να αφουγκραστούν τον κόσμο, αφετέρου γιατί δεν φαίνεται να διαθέτουν κάποια στρατηγική σκέψη.

Δηλαδή τι θα γινόταν αν δεν είχε προκηρυχθεί το δημοψήφισμα, ή, πολύ περισσότερο, αν είχαμε ψηφίσει ναι; Θα εφαρμοζόταν η ίδια πολιτική, αλλά θα έλεγαν όλοι ότι αυτή την πολιτική τη θέλουν οι Έλληνες. Είτε γιατί ψηφίζουν τα κόμματα που την υποστηρίζουν, είτε, στην περίπτωση που γινόταν δημοψήφισμα και έβγαινε το Ναι, γιατί οι ίδιοι θα την είχαμε επιδοκιμάσει άμεσα.

Φαντάζεστε τι θα γινόταν αν είχαμε ψηφίσει Ναι στο δημοψήφισμα; Θα μας έκοβαν τη σύνταξη, θα πουλούσαν όλα τα δημόσια νοσοκομεία (όπως λέγεται ότι ετοιμάζονται να κάνουν, μου λένε οι κακές γλώσσες, ελπίζω να μην είναι αλήθεια) και θα τους λέγαμε Ευχαριστώ Αφέντη.

Ο βαθύτερος λόγος που τόσοι μισούν το δημοψήφισμα του 2015, είναι άλλος στην πραγματικότητα. Τους ανάγκασε να πάρουν θέση. Τους ανάγκασε να αντιμετωπίσουν τις ευθύνες τους. Ο μόνος που πέρασε αξιοπρεπώς τη δοκιμασία ήταν ο τότε Πρόεδρος της ΝΔ που παραιτήθηκε αναγνωρίζοντας την αποδοκιμασία. Οι άλλοι, βοηθούντος και του ΣΥΡΙΖΑ, τα βάζουνε τώρα με το δημοψήφισμα. Αν μπορούσαν (αν μπορέσουν), θα απαγόρευαν εντελώς τα δημοψηφίσματα, αν δεν καταργούσαν στο τέλος και τις εκλογές, που έχουν άλλωστε ήδη εν πολλοίς καταφέρει να αχρηστεύσουν, ως εργαλείο έκφρασης πολιτικής βούλησης.

Τα αποτελέσματα δημοψηφισμάτων δεν αλλάζουν νομίμως παρά με νέα δημοψηφίσματα. ‘Ότι και να ψηφίζει έκτοτε ο ελληνικός λαός στις εκλογές, η ψήφος της 5ης Ιουλίου 2015 συνιστά μια ιστορική παρακαταθήκη του ελληνικού έθνους, την απόδειξη ότι οι πολιτικές που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα είναι αντίθετες με τη θέληση του ελληνικού λαού, με τη δημοκρατία και με την ευρωπαϊκή έννομη τάξη, ένα σπουδαίο πολιτικό και νομικό όπλο.

Η ύπαρξη βέβαια τέτοιων όπλων έχει σημασία όταν μια κοινωνία έχει και τα πολιτικά και κοινωνικά εργαλεία που χρειάζεται για να παλέψουν να υλοποιήσουν τη βούλησή της.

Αυτό είναι το πραγματικό μάθημα του 2015 για τη χώρα που ο εθνικός της ποιητής, ο Διονύσιος Σολωμός, συμπύκνωσε την τραγωδία της με την ιστορική φράση του στην προς Επτανησίους επιστολή του:

«Λαέ μου ευκολόπιστε και πάντα προδομένε».

 

Δείτε ακόμα

ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΣΗ

Μια έκκληση του Μίκη Θεοδωράκη και προσωπικοτήτων για το δημοψήφισμα του 2015

Το μονο εξυπνο πραγμα που μπορει να κανει ο Τσιπρας στο Μακεδονικο

«Στα 1914 και στα 1918, είδαμε πως πάρθηκαν οι ιστορικές
αποφάσεις για τον πόλεμο και την ειρήνη, όχι σύμφωνα με τη
λογική κι απ’ τους υπεύθυνους, αλλά από άτομα που τα
κάλυπτε η σκιά, από άτομα με τον πιο αμφίβολο χαρακτήρα,
και με πολύ περιορισμένη διανοητικότητα. Κάθε μέρα
διαπιστώνουμε ακόμα πως, στο διφορούμενο και συχνά
εγκληματικό παιχνίδι της πολιτικής, όπου οι λαοί εμπιστεύονται,
εύπιστα πάντα, τα παιδιά τους και το μέλλον τους, δεν
υπερισχύουν οι άνθρωποι με τις πλατιές και ηθικές ιδέες, αλλά
αυτοί οι επαγγελματίες παίκτες, που τους αποκαλούμε
διπλωμάτες – αυτοί οι καλλιτέχνες με τα γρήγορα χέρια, με τα
κούφια λόγια και με τα ψυχρά νεύρα».
Στέφαν Τσβάιχ, «Ιωσήφ Φουσέ»

 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

To πιο έξυπνο πράγμα και το καλύτερο για τη χώρα (και για την ίδια) που θα μπορούσε να κάνει αυτή τη στιγμή, όπως διαμορφώνεται η κατάσταση, η ελληνική κυβέρνηση θα ήταν να βρει έναν κομψό τρόπο να «προσγειώσει» το μακεδονικό που, ανοήτως και ιδιοτελώς άνοιξε, για να ικανοποιήσει τους Αμερικανούς, νομίζοντας ότι αυτό θα της αποφέρει πολιτικά οφέλη. ‘Όχι γιατί θα ήταν άσχημα να βρεθεί μια ικανοποιητική λύση σε αυτό το ζήτημα, αλλά γιατί δεν φαίνεται να υπάρχουν ούτε οι αντικειμενικές, ούτε οι υποκειμενικές δυνατότητες να λυθεί τώρα. Αντίθετα, με τον τρόπο που το χειρίζεται η κυβέρνηση κινδυνεύει να οδηγήσει, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, αφενός σε μια εθνική ήττα, που θα έρθει μάλιστα να προστεθεί στην ήττα του 2015, αφετέρου σε ευρύτερη αποσταθεροποίηση.

Είναι πάρα πολύ μεγάλες οι παγίδες που κρύβει η υπόθεση του μακεδονικού, και για μας, και για την όλη κατάσταση στα Βαλκάνια, ακόμα και για τη σταθερότητα του γειτονικού κράτους, παγίδες που μόνο μερικές μπορούμε τώρα να φανταστούμε, και που υπερβαίνουν στην πραγματικότητα τις δυνατότητες του ελληνικού πολιτικού και κρατικού συστήματος να τις διαχειρισθεί. Η κατάσταση στα Βαλκάνια εμπλέκεται άμεσα με μία βαρειά αυτοκρατορική στρατηγική, την περικύκλωση της Ρωσίας, αλλά επίσης επηρεάζει την κρίση της ΕΕ, ενώ δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί στον άγριο εμφύλιο που έχει ξεκινήσει στο εσωτερικό του Imperium, μεταξύ του κόμματος των παγκοσμιοποιητών τύπου Φουκουγιάμα και των οπαδών του Διαρκούς Πολέμου και Χάους τύπου Χάντιγκτον.

Εκτός βεβαίως αν η κυβέρνηση μπορεί,  πρώτον, να φέρει πραγματικά μια λύση που να ακυρώνει τον σλαβομακεδονικό αλυτρωτισμό στην πραγματικότητα, στη γραμμή δηλαδή του Βουκουρεστίου του 2008, όχι μια «λύση-φερετζέ», όπως αυτή που οι πληροφορίες τη φέρουν να διαπραγματεύεται. Και δεύτερον αν μπορεί να πείσει τον ελληνικό λαό για την ορθότητά της. Γιατί το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε τώρα είναι μια νέα εθνική ήττα, ή ακόμα και η αίσθηση μιας τέτοιας ήττας. Και τρίτον, αν μπορούν και τα Σκόπια να δεχθούν μια τέτοια λύση, χωρίς να διαλυθούν στα εξ ων συνετέθησαν.

Τίποτα δεν δείχνει ότι έχει γίνει η προετοιμασία για κάτι τέτοιο ή ότι είναι σε θέση να το φέρει σε πέρας η ελληνική κυβέρνηση. Ενώ και τα ίδια τα Σκόπια παραμένουν βαθύτατα διχασμένα.

 

Όταν ο Βούτσης γίνεται οπαδός του Πάγκαλου!

Φαίνεται όμως ότι μάλλον και η ίδια η κυβέρνηση δεν πολυπιστεύει ότι θα βρει ικανοποιητική λύση, για την οποία μάλιστα θα μπορέσει να πείσει τον ελληνικό λαό. Γι’ αυτό και επαναλαμβάνει διαρκώς την αντίθεσή της σε δημοψήφισμα, την ανάγκη του οποίου επιβάλουν και θεμελιώδεις λόγοι δημοκρατίας, αλλά και η ανάγκη να πάρει μια τόσο κρίσιμη απόφαση ο ελληνικός λαός, που θα υποστεί τις συνέπειές της και όχι πολιτικοί που δεν φαίνεται να διαθέτουν μεγάλη ικανότητα να λένε ‘Όχι προς το εξωτερικό.

Και ο μεν κ. Πάγκαλος που δεν έχει κόμπλεξ να εκφράζει την βαθύτατη περιφρόνησή του προς τους άλλους ανθρώπους και τον ελληνικό λαό είναι συνεπής να απορρίπτει το δημοψήφισμα. Ο κ. Βούτσης όμως, που το κόμμα του προκήρυξε δημοψήφισμα πριν δυόμισυ χρόνια; Γιατί δεν θέλει να αποφασίσει ο ελληνικός λαός με δημοψήφισμα για τη χώρα του, για την ιστορία της, για το μέλλον της; ‘Όχι, μας λέει, θα αποφασίσει ο ίδιος, ο κ. Αλέξης, ο κ. Κυριάκος και η κ. Φώφη. Θα αποφασίσουν οι βουλευτές των οποίων προεδρεύει και οι οποίοι ψηφίζουν, χωρίς να ντρέπονται, χιλιάδες σελίδες πρόχειρα μεταφρασμένων κειμένων από τα αγγλικά, τα οποία δεν έχουν διαβάσει, στον μεγαλύτερο εξευτελισμό της έννοιας της δημοκρατίας που έχει σημειωθεί ποτέ παγκοσμίως.

Δεν είναι λίγοι οι φίλοι που έχουν επιφυλάξεις και για τον πολιτικό λόγο που εκφέρουν οι διαμαρτυρόμενοι για την κυβερνητική πολιτική, και για ορισμένους από τους «παράγοντες» που έχουν εμφυλλοχωρήσει στις κινητοποιήσεις για το θέμα του ονόματος. Αντιλαμβανόμαστε τις επιφυλάξεις τους και ορισμένες τις συμμεριζόμαστε. Αλλά κρίνουμε ως κατ’ αρχήν πολύ θετικό το ότι μια σημαντική μερίδα του ελληνικού λαού διαθέτει εθνικά αντανακλαστικά και δεν θέλει να αφήσει τις πολιτικές ηγεσίες να δράσουν όπως αυτές νομίζουν, αδιαφορώντας για τη γνώμη των πολιτών. Αν ο ελληνικός λαός αφήσει τους πολιτικούς να καθορίσουν μόνοι τους τη μοίρα της χώρας και του έθνους, μάλλον θα εκλείψουν αμφότερα, όπως πάμε. Πιστεύουμε ότι η Θεσσαλονίκη θα θυμήσει μεθαύριο, με τη δύναμη της διαμαρτυρίας της, στην ελληνική πολιτική τάξη ότι υπάρχει ακόμα ο ελληνικός λαός και πρέπει να τον παίρνει υπόψιν της.

Ελπίζουμε ταυτόχρονα ότι το κίνημα που τώρα αναπτύσσεται θα αποφύγει τις μαξιμαλιστικές ρητορείες χωρίς σκέψη και θα διακριθεί για τη σοβαρότητα και τον ορθολογισμό των επιλογών του. Οι Μιλόσεβιτς, οι Κάρατζιτς, οι Μλάντιτς, μπορεί μεν να είναι συμπαθείς σε ορισμένους, για την αποφασιστικότητα και την πίστη στο έθνος τους, αλλά το κατέστρεψαν, όχι γιατί αντιστάθηκαν, αλλά λόγω του τρόπου που το έκαναν.

Ελπίζουμε επίσης ότι δεν θα επιτρέψει να το εκμεταλλευθούν διάφορες δυνάμεις για αλλότριους σκοπούς και δεν θα εμφανίσει τις παθολογίες και τα εκφυλιστικά φαινόμενα που οδήγησαν τελικά, εκεί που οδήγησαν, το αντιμνημονιακό κίνημα. Ο πατριωτισμός είναι πολύ σοβαρή υπόθεση όπως και η σοβαρότητα και συνέπεια το πιο ουσιώδες εν ανεπαρκεία σε αυτή τη χώρα. Δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να χρησιμοποιείται ως «πλυντήριο» ανθρώπων που υποστήριξαν αυταρχικά και αντεθνικά καθεστώτα. Ούτε είναι δυνατόν να εκδηλώνεται αλά καρτ. Δεν μπορείς π.χ. να λες ναι σε όλα στους πιστωτές που καταστρέφουν και λεηλατούν την χώρα σου, αλλά να κάνεις εθνική αντίσταση προς τους … Σλαβομακεδόνες!

 

Να λυθεί η διαφορά, αλλά πως;

Φυσικά θα ήταν ευχής έργο από μία άποψη να λυθεί πραγματικά η διαφορά με τα Σκόπια, με ειλικρίνεια και με σεβασμό στα δικαιώματα όλων και στην ιστορική αλήθεια, και να ανοίξουν νέοι δρόμοι στη συνεργασία μας με τη γειτονική χώρα, που αν κάποιος την απειλεί, μάλλον δεν είναι οι ‘Ελληνες, αλλά Αλβανοί και Βούλγαροι και, κυρίως, οι υπερατλαντικοί «ειρηνοποιοί». Η πΓΔΜ θα μπορούσε να παίξει σπουδαίο ρόλο ως γέφυρα Ελλάδας και Σερβίας.

Αλλά πρέπει να μπορεί να γίνει, να μπορεί να υπάρξει μια δίκαιη και σταθερή λύση. Αλλοιώς θα εξυπηρετήσουμε τους (πολύ κακούς παρεπιπτόντως) σκοπούς των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, αλλά θα χαλάσουμε μεν ακόμα περισσότερο τελικά τις σχέσεις μας και θα αποσταθεροποιήσουμε την κατάσταση και στα Βαλκάνια, αλλά και στο εσωτερικό της Ελλάδας, πολύ περισσότερο η λύση βιωθεί ως μία ακόμα εθνική ήττα ή εθνική προδοσία για τον ελληνικό λαό.

Αρνούμενοι το δημοψήφισμα, οι κυβερνώντες θέλουν να απαλλαγούν και από την ανάγκη να αγωνιστούν πολιτικά για να πείσουν  τους ανθρώπους για την ορθότητα της πολιτικής τους κι από την ευθύνη τους γι’ αυτά που κάνουν και λένε. Στερούνται επίσης, με τον τρόπο αυτό, ενός πολύ ισχυρού διαπραγματευτικού όπλου.

Φοβούμεθα ότι η Αθήνα ήδη ολισθαίνει, σύμφωνα τουλάχιστο με όλες τις διαθέσιμες ενδείξεις, σε ένα διπλωματικό Βατερλώ, του οποίου μάλιστα δεν συνειδητοποιεί τις συνέπειες ούτε καν για την ίδια, συζητώντας ένα όνομα (Νέα Μακεδονία) που, αντί να τον ακυρώνει, συνιστά όχημα του σλαβομακεδονικού αλυτρωτισμού, ενώ μοιάζει να έχει αποδεχθεί τη διπλή ονομασία (άλλη στο σύνταγμα, άλλη διεθνώς) και τη χρήση για την εθνότητα, την υπηκοότητα και τη γλώσσα της λέξης «μακεδονική». Μακάρι φυσικά να μας διαψεύσει, είμαστε οι πρώτοι που θα τη χειροκροτήσουμε, αλλά η πολιτεία της σε όλα τα θέματα μέχρι τώρα δικαιολογεί πολύ μεγάλες επιφυλάξεις.

Ακόμα όμως κι αν στο τέλος δεν φτάσει μέχρις εκεί και αναγκαστεί να κάνει πίσω, κινδυνεύει να προκαλέσει μια απολύτως αχρείαστη κρίση με τα Σκόπια ή να συμβάλλει στην αποσταθεροποίησή τους με όλη αυτή την υπόθεση.

Ο γράφων δεν πιστεύει ότι η απόρριψη της σύνθετης ονομασίας είναι σωστή, γιατί μια τέτοια θέση δεν είναι διεθνώς υπερασπίσιμη, απομονώνει και δεν προωθεί τα συμφέροντα της χώρας. Συχνά στην Ελλάδα, ο φραστικός μαξιμαλισμός προετοιμάζει τελικά  τις εθνικές όπως και τις κοινωνικές ήττες. Για να είναι όμως μια σύνθετη ονομασία λύση, πρέπει να αντανακλά την ιστορική πραγματικότητα, που είναι ότι η πΓΔΜ συνιστά τμήμα και όχι το σύνολο μιας κατεξοχήν πολυεθνικής περιοχής που αποκαλείται εδώ και πολλούς αιώνες Μακεδονία, ευρύτερης από την αρχαία Μακεδονία, τμήματα της οποίας βρίσκονται σήμερα στην Ελλάδα, την πΔΓΜ και τη Βουλγαρία. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με διπλή ονομασία, με άλλα να ορίζει το σύνταγμα και άλλα η διμερής συμφωνία, με απερίγραπτες θεωρίες που διαστρεβλώνουν την ιστορία, όπως ότι οι Σλαβομακεδόνες είναι απόγονοι του Μεγαλέξανδρου, όταν ο άνθρωπος πέθανε 900 χρόνια προτού εμφανισθούν σλαβικά φύλα στη Βαλκανική  κλπ. κλπ. Γιατί τότε θα πρόκειται για έναν κάλπικο, δήθεν συμβιβασμό που θα καταρρεύσει την επόμενη μέρα της εισόδου των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ.

Επιπλέον, η λύση δεν αρκεί να είναι διπλωματικά σωστή, πρέπει να γίνεται και κατανοητή και αποδεκτή από τους λαούς των δύο χωρών, αν είναι να λύσουμε και όχι να δημιουργήσουμε προβλήματα, και αν είναι να διατηρήσουμε και όχι να πλήξουμε τη δική μας εθνική συνοχή. Αυτός είναι επίσης ένας επιπλέον λόγος που ο γράφων υπεστήριξε ότι τα δημοψηφίσματα επιβάλλονται σε ένα τέτοιο θέμα.

 

Λύση ερήμην των κοινωνιών

Πάει υποτίθεται να λυθεί ένα ζήτημα για το οποίο δύο χώρες και οι λαοί τους αντιπαρατίθενται επί ένα τέταρτο αιώνα, και που εμπλέκει τα πιο βαθιά στρώματα της εθνικής τους συνείδησης όπως είναι διαμορφωμένη, πως όμως πάει να λυθεί; ‘Εγινε καμιά κουβέντα εντός των δύο κοινωνιών και μεταξύ τους; Τίποτα. Το μόνο που γίνεται είναι (όπως και στην Κύπρο) μια κουβέντα στο παρασκήνιο της διεθνούς πολιτικής, με σκοπό να βρεθεί μια λύση-καπέλο, που θα φορέσουν στις δύο χώρες διάφοροι διεθνείς αξιωματούχοι.

Αυτοί, δεν ενδιαφέρονται για τη λύση των προβλημάτων της Βαλκανικής, αλλά για τη διαιώνισή τους με άλλες μορφές, ώστε να μπορούν οι τρίτοι, επιδέξιοι εμπρηστές, να επεμβαίνουν μετά, υποδυόμενοι τους πυροσβέστες. Θέλουν να επιβάλλουν λύσεις που αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση συμφερόντων τρίτων δυνάμεων, δυνάμεων που, αντίθετα από ότι λένε, χρειάζονται απελπιστικά την αστάθεια, όχι τη σταθερότητα. (Γι’ αυτό σε κάθε φάση της γιουγκοσλαβικής διάλυσης δεν προτίμησαν τις αμιγείς λύσεις, αλλά άφηναν πάντα μια εστία αστάθειας, ανά πάσα στιγμή να μπορούν να βάλουν φωτιά, για να έρθουν μετά δήθεν να τη σβήσουν! Π.χ. έσπρωξαν στην ανεξαρτησία του Κοσόβου από τη Σερβία, αρνούνται όμως ταυτόχρονα να επιτρέψουν την ένωση της αμιγώς σερβικής Μιτρόβιτσα με τη Σερβία. ‘Οποτε γουστάρουν είναι με τα «καταπιεσμένα» έθνη, όποτε γουστάρουν γίνονται «πολυεθνικοί»).

 

Οπορτουνισμός και ασυναρτησία

Ούτε καν μεταξύ μας οι ‘Ελληνες δεν έχουμε κουβεντιάσει σε βάθος το θέμα, βασικές πτυχές του οποίου αγνοεί ο ελληνικός λαός, που επιπλέον βομβαρδίζεται από τους πολιτικούς του και τα μέσα, κανονικά και σόσιαλ, με ανακρίβειες και ανοησίες. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός πήγε στο Βελιγράδι και μας τρέλλανε όλους, λέγοντας ότι οι Σλαβομακεδόνες δεν πρέπει να διεκδικούν το μονοπώλιο της κληρονομιάς του Μεγάλου Αλεξάνδρου! Μα δεν ξέρει ότι ο Μέγας Αλέξανδρος πέθανε τουλάχιστο 900 χρόνια προτού έρθουν οι Σλάβοι στα Βαλκάνια; Και ακόμα κι αν δεν το ξέρει, δεν υπάρχει κανείς γύρω του να του το πει; Βγαίνει κατόπιν ο Πρωθυπουργός της πΓΔΜ και δηλώνει ότι ο Μέγας Αλέξανδρος και η κληρονομιά του ενώνουν τους δύο λαούς.

Πάμε δηλαδή να λύσουμε υποτίθεται ένα θέμα, πάμε να βασίσουμε μια ειρήνη πάνω στη διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας. Ποτέ μια τέτοια διαστρέβλωση δεν μπορεί να οδηγήσει σε σταθερή, δίκαιη, ειλικρινή λύση, προδίδει στην πραγματικότητα το κάλπικο μιας υποτιθέμενης συνεννόησης, που δεν την πιστεύουν τα δύο μέρη, αλλά τους την επιβάλλει με το ζόρι κάποιος τρίτος και που θα είναι έτοιμοι να την ανατρέψουν, στην πρώτη ευκαιρία που θα τους δοθεί.

Αλλά και στην εσωτερική συζήτηση για το μακεδονικό αυτό που έχει κυριαρχήσει είναι  ο πολιτικός οπορτουνισμός, η δημαγωγία, η ασυναρτησία και οι βρισιές, με το ένα «στρατόπεδο» να κατηγορεί το άλλο για «εθνικισμό», «πρωτογονισμό» και «χρυσαυγιτισμό», και το άλλο να απαντά με κατηγορίες για εθνική προδοσία, έστω και αν, το δεύτερο αυτό «στρατόπεδο», διαθέτει τουλάχιστο κάποια ενστικτώδη εθνικά αντανακλαστικά. Βρίζουμε ο ένας τον άλλο, κάτι πολύ πιο εύκολο από το να προσπαθούμε να αναιρέσουμε τα επιχειρήματά του με τα δικά μας.

Ο κίνδυνος από το άνοιγμα του μακεδονικού τώρα, με αυτούς τους όρους και από αυτή την κυβέρνηση, είναι ότι απειλεί την εθνική συνοχή και το φρόνημα του ελληνικού λαού, την ίδια την ιδέα που έχει για το έθνος του και το κράτος του. Και στο σημείο που έχουν φτάσει τα πράγματα η διατήρηση της εθνικής και κοινωνικής συνοχής του ελληνικού λαού είναι όρος για την επιβίωσή του. Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει τόσο από «ακρωτηριασμό», να χάσει εδάφη, όσο κι αν δεν μπορεί κανείς να παίρνει αψήφιστα ένα τέτοιο ενδεχόμενο, καθώς μάλιστα η κοπτοραπτική εθνών και κρατών έχει γίνει παγκόσμια μόδα στις μέρες μας.

Κυρίως όμως οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό πόλεμο είναι που δέχεται από το 2009-10, όχι στρατιωτική εισβολή, πόλεμο που αποβλέπει στην αποσύνθεση, την καταστροφή και αρπαγή τελικά του κράτους της (όπως και του κυπριακού). Εξακολουθεί ασφαλώς να υπάρχει η σκιά των επεκτατισμών του εξ ανατολών γείτονα, κυρίως είναι όμως η εσωτερική αποσάθρωση από την οποία κινδυνεύει το ελληνικό κράτος-έθνος, στόχος προτεραιότητας των Αγορών και του γεωπολιτικού και πολιτιστικού νέο-ιμπεριαλισμού.

Αλλά και από τη γενικότερη τάση σε μια Ευρώπη όπου τα έθνη κράτη επιχειρείται να πιαστούν σάντουιτς, ανάμεσα στην παγκοσμιοποίηση και την ΕΕ, τη δικτατορία του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου από τη μια, και την Ευρώπη των περιφερειών από την άλλη. ‘Όχι βέβαια για σκοπούς προόδου, ειρήνης και δημοκρατίας, αλλά για να διαλυθούν και τα τελευταία επίπεδα όπου οι λαοί μπορούν να οργανώσουν τον αγώνα τους για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, για νάχουν μια επιρροή στις αποφάσεις και τη διεκδίκηση ενός κοινωνικού κράτους. Να μας κάνουν δηλαδή ανήμπορα και απρόσωπα νομαδικά ζώα, όπως τους πρόσφυγες που βλέπουμε να θαλασσοπνίγονται. Γι’ αυτό και είναι εθνικά επικίνδυνη,  απολύτως ανεύθυνη αλλά και χαρακτηριστική των κινδύνων που συνεπιφέρει η άσκεφτη έγερση του μακεδονικού, η ξαφνική συζήτηση για «Λίγκα του Βορρά».

‘Ένα κράτος και ένα έθνος δεν είναι μόνο μια θεσμική και μια υλική πραγματικότητα. Είναι και η ιδέα του. Έχουμε ένα σωρό προβλήματα ως χώρα, δεν ξέρουμε αν θα υπάρχει αύριο η ΕΕ και αν εμείς θα είμαστε μέλη της, έχουμε ένα σωρό παράξενους γείτονες και επιπλέον ζούμε σε μια εποχή τεκτονικών, παγκόσμιων αναταράξεων. Δεν κυττάμε καλύτερα να διατηρήσουμε το μόντους βιβέντι, τα σύνορά μας, αυτά που τώρα έχουμε, αντί να αναλαμβάνουμε σε τόσο επικίνδυνες εποχές φιλόδοξα ανόητες πρωτοβουλίες;

 

Οι επικίνδυνες κυβερνητικές πρωτοβουλίες

‘Όλα λοιπόν κατατείνουν ότι δεν υπάρχουν σήμερα οι προϋποθέσεις να λυθεί με τρόπο αξιοπρεπή και αξιόπιστο το θέμα του ονόματος και, πάντως, δεν φαίνεται από τη μέχρι τώρα πορεία της η κυβέρνηση αυτή να είναι σε θέση να το κάνει (1). Ακόμα δε κι αν μπορούσε να βρει αξιοπρεπή λύση, δεν έχει έως τώρα δείξει να διαθέτει τις πολιτικές ικανότητες, την κατανόηση σε βάθος του πως είναι συγκροτημένη η εθνική συνείδηση και το εθνικό συλλογικό ασυνείδητο, ούτε έχει το κύρος που θα απαιτούνταν, για να περάσει μια λύση στο εσωτερικό της χώρας, χωρίς να διχάσει τον ελληνικό λαό και χωρίς να δημιουργήσει, στα καλά καθούμενα, μια ακόμα απειλή για την δημοκρατική και εθνική μας συνοχή. Αν επιμείνει, αρνούμενη μάλιστα να προσφύγει στην λαϊκή ετυμηγορία, κινδυνεύει είτε να προκαλέσει πολύ έντονες αντιδράσεις, είτε να χαρίσει στον ελληνικό λαό την αίσθηση μιας ακόμα μεγάλης ήττας, που θα αποδιαλύσει το φρόνημα και το ηθικό του.

Μεγάλο μέρος του πληθυσμού, αν πιστέψουμε τα γκάλοπ, είναι στη γραμμή «ούτε Μακεδονία, ούτε παράγωγα», δηλαδή σε γραμμή αντίθετη με τα βασικά κόμματα της χώρας, που άλλωστε, ενσάρκωση του καιροσκοπισμού, δεν επεχείρησαν ποτέ να εξηγήσουν στον ελληνικό λαό ποια ακριβώς είναι η θέση ενός εκάστου και γιατί την υποστηρίζουν. Ακόμα και σήμερα παίζουν διαρκώς και όλα τον παπά, παίζουν με τις λέξεις και με τη νοημοσύνη μας. Αν είναι ακόμα πολιτικά κόμματα κι αν πιστεύουν ότι έχουν δίκηο, πρώτον ας πούνε με σαφήνεια τι νομίζουν, δεύτερο ας αγωνιστούν να αλλάξουν τα μυαλά των Ελλήνων και να τους πείσουν για το δίκηο τους.

Πάντως δεν γίνεται να κάνει μια χώρα εξωτερική πολιτική με πολύ μεγάλα ποσοστά του λαού έντονα αντίθετα στη γραμμή της. Δεν είναι οι χώρες ιδιοκτησία των πολιτικών τους. Είναι τόσο δύσκολο να αντιληφθούν αυτή την απλή αλήθεια οι πολιτικοί μας; ‘Όπως πάμε στο τέλος, ακόμα κι αν δεν «λυθεί» το θέμα με την πΓΔΜ, θα καταφέρουμε να προκαλέσουμε μια απολύτως αχρείαστη κρίση με τον βόρειο γείτονά μας, αλλά και στο εσωτερικό μας.

 

Το πολιτικό συμφέρον του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ

Τον αρθρογράφο τον ενδιαφέρει η χώρα του, όχι το μέλλον του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ. Θέλουμε εντούτοις, μπας και φανεί χρήσιμο, να επισημάνουμε σε αυτό το σημείο ότι η πολιτική αυτή εγκυμονεί πολύ μεγάλους κινδύνους για τον ίδιο και το κόμμα του.

Τσίπρας και ΣΥΡΙΖΑ τη γλύτωσαν πολύ φτηνά (μέχρι τώρα τουλάχιστο) από το πρωτοφανές κάζο της πανωλεθρίας και άνευ όρων συνθηκολόγησης του 2015. Υπό τις συνθήκες, είναι όντως κατόρθωμα ότι κατάφεραν, αν είναι σωστά τα γκάλοπ, να διατηρήσουν τη μισή εκλογική τους βάση (2).

Μόνο που η στάμνα πάει πολλές φορές στο πηγάδι, κάποια στιγμή όμως σπάει. Κι αυτό θα συμβεί στο τέλος, αν ο Υπουργός των Εξωτερικών του κ. Τσίπρα συνεχίσει τις προσπάθειες να λύσει το μακεδονικό, το κυπριακό, τα ελληνοτουρκικά και να ικανοποιεί εν γένει όλα όσα του ζητάει ο άξονας Τραμπ-Νετανιάχου, στα πλαίσια ενός ολοκληρωμένου «γεωπολιτικού μνημονίου» που αποβλέπει να αφαιρέσει από τον ελληνικό λαό, και στην Ελλάδα και στην Κύπρο, τα τελευταία χαρτιά, τα τελευταία στοιχεία εθνικής ισχύος, που του έχουν απομείνει και που αφορούν την τεράστια γεωπολιτική σημασία του χώρου που κατοικεί και του οποίου διαθέτει και τους τίτλους ιδιοκτησίας και το πολιτιστικό «στρατηγικό βάθος» του, την ήπια ισχύ των Ελλήνων, ως φορέα μιας από τις σημαντικότερες παραδόσεις στην  ιστορία του ανθρώπινου Γένους.

 

ΣΥΡΙΖΑ και εξωτερική πολιτική

Πολύ περισσότερο, με δεδομένο ότι και το κυβερνών κόμμα και η κυβέρνηση δυστυχώς έχουν κυριολεκτικά «μαύρα μεσάνυχτα» από εξωτερική, αμυντική και διεθνή πολιτική, γεγονός που τους καθιστά και ευκολότατα χειραγωγήσιμους, από όποιον θέλει και μπορεί να το κάνει, για τις δικές του επιδιώξεις. (Λυπούμαστε πολύ που χρησιμοποιούμε τέτοιους, βαρείς χαρακτηρισμούς, αλλά φοβόμαστε ότι δεν μας επιτρέπεται να ωραιοποιούμε καταστάσεις, σε τόσο κρίσιμα ζητήματα. Είμαστε έτοιμοι να τους τεκμηριώσουμε πλήρως αν κάποιος θέλει να τους αμφισβητήσει).

Τίποτα δεν δείχνει να υπάρχει σπουδαία αντικειμενική, ή υποκειμενική δυνατότητα να λυθούν σήμερα κάπως αξιοπρεπώς, στην κατάσταση που είναι η Ελλάδα και τα διεθνή πράγματα, προβλήματα όπως το μακεδονικό, τα ελληνοτουρκικά ή το κυπριακό, πολύ περισσότερο από μια κυβέρνηση όπως η σημερινή. Προβλήματα που δεν μπόρεσαν άλλωστε να λύσουν πρωθυπουργοί της εμβέλειας ενός Κωνσταντίνου Καραμανλή ή ενός Ανδρέα Παπανδρέου, ούτε και κανείς άλλος, σε συνθήκες πολύ καλύτερες και ευνοϊκότερες από σήμερα και με διαπραγματευτές απείρως σοβαρότερους, από την κυβέρνηση που έκανε τις διαπραγματεύσεις με τους Πιστωτές το 2015. Δεν θέλω ούτε να φανταστώ τι θα γίνει με την παρούσα κυβέρνηση, και στην αδυναμία που βρίσκεται η χώρα, ίσως στο χειρότερο σημείο της εθνικής της ύπαρξης δύο αιώνων, αν διαπραγματευθεί στα σοβαρά, υπό τις παρούσες συνθήκες, με την Τουρκία, το ΝΑΤΟ, τους Αμερικανούς κλπ.

Είναι καλό στη ζωή να ξέρει κανείς τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει.

Όποιος λέει το αντίθετο στον Πρωθυπουργό, ότι δηλαδή μπορεί να καταγάγει θριάμβους  στην εξωτερική πολιτική, το πιθανότερο τον κοροϊδεύει και προσπαθεί να τον χειραγωγήσει επιδέξια, εκμεταλλευόμενος την κατανοητή ανάγκη του να παρουσιάσει κάποια μεγάλη επιτυχία και την παντελή άγνοιά του για τα θέματα αυτά.

Αλλά δις εξ αμαρτείν, ουκ ανδρός σοφού. Ο κ. Τσίπρας ξέρει (ή τουλάχιστον θάπρεπε να ξέρει) τι αξίζουν οι συμβουλές και οι πληροφορίες που τούδωσαν αυτοί που νόμιζε δικούς του και αξιόπιστους ανθρώπους, στον δρόμο που τον οδήγησε στο Τρίτο Μνημόνιο.  Αφού δεν φρόντισε και δεν θέλησε να φτιάξει έναν πολιτικό οργανισμό, που να μπορέσει να δώσει μάχη για την απαλλαγή της χώρας από το νεοαποικιακό καθεστώς, τουλάχιστο ας κυττάξει να τα κάνει όσο καλύτερα μπορεί στο εσωτερικό της χώρας στις δεδομένες συνθήκες, μπας και πετύχει μια κάπως αξιοπρεπή παρουσία στις επόμενες εκλογές, ας δει μην του δώσουνε και τίποτα για το χρέος (που πολύ αμφιβάλλουμε). Γιατί με τα άλλα που του προτείνουν στην εξωτερική πολιτική θα την πληρώσει πολύ άσχημα η χώρα, αυτό που κυρίως ενδιαφέρει εμάς, αλλά θα το φάει στο τέλος και το δικό του το κεφάλι.

Πριν από αυτόν και πολλοί άλλοι πίστεψαν ότι θα ωφεληθούν πολιτικά οι ίδιοι στηρίζοντας τις επιλογές των Αμερικανών. Τελευταίο παράδειγμα ο Γιώργος Παπανσδρέου, πολλοί συνεργάτες του οποίου είναι τώρα και συνεργάτες του Τσίπρα. Τι απέγινε αυτός ο πολιτικός;

Μέχρι στιγμής, η «τουρκική αδιαλλαξία» έχει σώσει από την καταστροφή την Κυπριακή Δημοκρατία. Μακάρι να το κάνει έστω ο σλαβομακεδόνικος εθνικισμός στο θέμα που μας προέκυψε ξαφνικά με το όνομα της πΓΔΜ. Αλλά δεν μπορεί η Ελλάδα να συνεχίζει επ’  άπειρον να είναι τυχερή. Θα γίνει στο τέλος κάπου το κακό.

 

Παίζοντας με τον ελληνικό εθνισμό

Στην καλύτερη για τον ίδιο περίπτωση, ο Τσίπρας, με τέτοιες «πρωτοβουλίες», θα στρέψει εναντίον του την εναπομένουσα δύναμη του ελληνικού εθνισμού (3). Θα φτιάξει δηλαδή μια «Εναλλακτική για την Ελλάδα», μια «Λίγκα του Βορρά» ή μια πιο ευπαρουσίαστη Χρυσή Αυγή, που θα αντλήσει δύναμη από τα ορφανά του 2015, που δεν είναι και λίγα και από τα κατεστραμμένα κοινωνικά στρώματα της χώρας, που κάπου πρέπει στο τέλος να διοχετεύσουν την οργή τους (και προς τον ΣΥΡΙΖΑ). Θα φτιάξει δηλαδή μόνος του την αντιπολίτευση που δεν έχει σήμερα!!!

Το αστείο μάλιστα, αν επιτρέπεται  να το λέμε έτσι, είναι ότι οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους, που πασχίζει να ικανοποιήσει, θα είναι, το πιθανότερο, παρασκηνιακά πίσω και από το νέο πολιτικό μόρφωμα! Γιατί οι φίλοι μας της Αυτοκρατορίας δεν παίζουν ποτέ με ένα μόνο άλογο, δεν έχουν ποτέ ένα μόνο σχέδιο.

Στη χειρότερη περίπτωση, ο Τσίπρας θα προκαλέσει, με την εξωτερική πολιτική του, και άμεσα εθνική, μετά την κοινωνική καταστροφή, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για «ένα 1974 από την ανάποδη».

Το 1974 η δικτατορία προκάλεσε μια εθνική καταστροφή, ακολουθώντας τις υποδείξεις των Αμερικανών και των συμμάχων τους, ως αποτέλεσμα της οποίας κατέρρευσε το δικτατορικό καθεστώς και εμπεδώθηκε η ηγεμονία της Κεντροαριστεράς στην Ελλάδα.

Αν τώρα, μια ψευδώνυμη, τυχοδιωκτική και κυνική, δήθεν «Αριστερά» πρωταγωνιστήσει, όπως της ζητάνε οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους να κάνει, στην επίθεση κατά των εναπομενόντων στοιχείων κρατικής ισχύος και κυριαρχίας του ελληνικού λαού στο ανατολικό Αιγαίο, στη Βόρειο Ελλάδα, στην Κρήτη, στην Κύπρο, τότε θα καταστραφεί μεν ολοσχερώς η ίδια, αλλά θα συμπαρασυρθεί πιθανώς και ότι έχει εναπομείνει από στοιχεία δημοκρατικού καθεστώτος στην Ελλάδα, γράφοντας έτσι το Ρέκβιεμ για το σχέδιο ενός ελληνικού κράτους, όπως το οραματίστηκαν οι Φιλικοί, ο Ρήγας και ο Κολοκοτρώνης.

 

Σημειώσεις

  1. Χώρια που, αντίθετα με τη μαζική και απολύτως ψευδή προπαγάνδα των κυρίαρχων Μέσων,  δεν είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας, της ΕΕ, της σταθερότητας στα Βαλκάνια και της ειρήνης στην Ευρώπη, ούτε η ένταξη άλλων βαλκανικών χωρών στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, ούτε η αποβολή οποιασδήποτε ρωσικής επιρροής από τη χερσόνησο. Αλλά δεν είναι αυτός ο κύριος λόγος για τον οποίο εμείς υποστηρίζουμε ότι είναι εσφαλμένη η σπουδή της Αθήνας στο μακεδονικό, όπως και στο κυπριακό.
  2. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πλήρωσε το αναμενόμενο από πολλούς τίμημα τον Σεπτέμβριο του 2015, για πολύ συγκεκριμένους, μη επαναλήψιμους λόγους. Δεν το πλήρωσε πρώτον, γιατί ο ελληνικός λαός, υπό το σοκ όσων συνέβησαν τον Ιούλιο και στερούμενος ενημέρωσης, δεν είχε καν καταλάβει τον Σεπτέμβριο 2015 τι ακριβώς είχε υπογράψει ο ΣΥΡΙΖΑ. Δεύτερο, γιατί δεν ήθελε να παραδεχτεί την έκταση που εξαπατήθηκε, προτιμούσε να πιστεύει ότι ο Τσίπρας έκανε ότι μπορούσε και συνάντησε ανυπέρβλητες δυσκολίες. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν μπορούσε τίποτα και δεν μπορούσε τίποτα γιατί δεν έκανε απολύτως τίποτα για να ετοιμαστεί για τη μάχη που έπρεπε να δώσει και που δεν είχε καμία διάθεση να δώσει. Οι Έλληνες δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι, αντί να προετοιμάσει τη μάχη, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ στηρίχτηκε, όπως και τόσοι άλλοι πριν από αυτή, στις καλές υπηρεσίες των γνωστών διεθνών Νταβατζήδων, που διαφεντεύουν αυτή τη χώρα, να της βρουν λύση. Τρίτο, γιατί δεν υπήρχε στον ορίζοντα κανείς άλλος να αναλάβει την «εργολαβία» που παράτησε ο ΣΥΡΙΖΑ στη μέση, ούτε ο ηττημένος λαός και το ηττημένο έθνος είχαν το παραμικρό κουράγιο να αρχίσουν ξανά από την αρχή, αφού δέχτηκαν ένα τόσο συντριπτικό ηθικο-ψυχολογικό χτύπημα. Τέταρτο, γιατί ο ελληνικός λαός δεν έβλεπε τον λόγο να επιστρέψει στα ίδια κόμματα που είχαν ήδη χρεωκοπήσει στη συνείδησή του, όντας υπεύθυνα για την κρίση και για τον ερχομό και την εφαρμογή των Μνημονίων και Δανειακών που κατέστρεψαν και υποδούλωσαν την Ελλάδα. Παραμένει σήμερα σε κατάσταση πρωτοφανούς απάθειας και μαζικής κατάθλιψης γιατί νοιώθει ότι είναι παγιδευμένος, ότι δεν έχει λύση.
  3. Ο ίδιος ο Τσίπρας και το κόμμα του δεν ξέρουν πως ήρθαν στην εξουσία, ότι δηλαδή τους οδήγησε εκεί η δύναμη του ελληνικού εθνισμού και η ανάγκη να βρει ο ελληνικός λαός μια διέξοδο, χρησιμοποιώντας το μόνο εργαλείο που, στις συνθήκες, του φαινόταν διαθέσιμο. Νομίζουν ότι τους είδαν κάποια στιγμή στο δρόμο και είπαν «τι σπουδαίος κύριος είναι αυτός ο Μπαλτάς, ο Φλαμπουράρης, ο Παπάς, ο Τσακαλώτος, τι ωραία τα λένε, πως και δεν τους πήραμε πρέφα ως τα σήμερα» και αποφάσισαν οι άνθρωποι να τους ψηφίσουν. Εξεπλάγησαν κάπως και οι ίδιοι με το γεγονός, γιατί ούτε καν αυτοί δεν είχαν ποτέ σε τέτοια εκτίμηση τον εαυτό τους, αλλά δεν είπαν όχι σε αυτό το απρόσμενο δώρο και αποφάσισαν να συμπεράνουν ότι οφείλεται στα κρυφά μέχρι τότε χαρίσματά τους.

Είναι σαν κάποιος να κερδίζει ξαφνικά τον πρώτο λαχνό και να γίνεται εκατομμυριούχος. Οι γύρω του του λένε τι σπουδαίος είναι, τι ωραία τα λέει, πόσο όμορφος είναι. ‘Εχει δύο επιλογές. ‘Η να τους πιστέψει, ή να καταλάβει ότι δεν είναι τίποτα από όλα αυτά και απλώς τον δουλεύουν. Συνήθως οι άνθρωποι προτιμούν να αυταπατώνται.

Παρά την αλλεργία του μεγαλύτερου μέρους των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ προς τη λέξη Έθνος και «τα παράγωγά του», η πολύ επιτυχής και ευφυής αντιγραφή από τον Τσίπρα ιδεών που παρήχθησαν εκτός του κόμματός του και που εστίαζαν στον εθνικό χαρακτήρα της μνημονιακής καταστροφής ήταν που τον κατέστησε φαινομενικά, στη συνείδηση των Ελλήνων, αλλά όχι στην πραγματικότητα, εργαλείο «εθνικής απελευθέρωσης», που έγινε, στον καιρό των Μνημονίων, συνώνυμη της κοινωνικής σωτηρίας.

‘Όπως συνέβη, υπό πολύ διαφορετικές ασφαλώς συνθήκης, στη γερμανική κατοχή με το ΕΑΜ και με το ΠΑΣΟΚ πολύ αργότερα, η σύντηξη του εθνικού και του κοινωνικού στοιχείου έδωσε την ακαταμάχητη πολιτική δύναμη στον ΣΥΡΙΖΑ κατά την άνοδό του. Μόνο που ο ΣΥΡΙΖΑ έμεινε στις φτηνές ρητορείες και στις επικοινωνιακές εντυπώσεις. ‘Ετσι, στην πρώτη επαφή με την πραγματικότητα και χωρίς καν πολλές αντιδράσεις και αντιστάσεις, έπαθε melting down, μετετράπη στο αντίθετό του, από κόμμα της «ριζοσπαστικής αριστεράς» σε κόμμα του «ριζοσπαστικού νεοφιλελευθερισμού». Μεταμορφώθηκε σε ένα είδος κατσαρίδας, για να χρησιμοποιήσουμε τη μεταφορά του Φραντς Κάφκα στο μεγαλοφυιές ομώνυμο κείμενό του.

Σήμερα, μοιάζουν να ζουν στον δικό τους κόσμο, εκλαμβάνοντας την απάθεια των Ελλήνων, προϊόν του σοκ του 2015 και της συνείδησης ότι είναι παγιδευμένοι, χωρίς κανέναν να τους υπερασπιστεί, ως προσχώρηση στους ίδιους και πολιτική τους  επιτυχία. Ξεχνάνε όμως πόσο πονηρή είναι μερικές φορές η Ιστορία.

Δες επίσης

ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΣΗ

Ελλαδα/Κυπρος στη δινη πολεμικων προετοιμασιων: Το γεωπολιτικο Μνημονιο

Στην Εκπομπή “Επί του Πιεστηρίου” του Kontra Channel 5/1/2018

Τα δινουν ολα και στην εξωτερικη πολιτικη!

Μια συζήτηση με τον Κώστα Ουίλς 9-12-2017

ΠΡΟΔΟΜΕΝΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ

“Σας καλώ να αποφασίσετε κυρίαρχα και περήφανα, όπως η ιστορία των Ελλήνων προστάζει…Δεσμεύομαι προσωπικά ότι θα σεβαστώ το αποτέλεσμα της δημοκρατικής σας επιλογής, όποιο και αν είναι αυτό”
Αλέξης Τσίπρας, εξαγγέλλοντας την απόφαση για δημοψήφισμα, 26.6.2015

του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Κατά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015, πάνω από το 62% του ελληνικού λαού απέρριψε τις πολιτικές που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα από τη συμμαχία του παγκόσμιου Χρήματος και της γερμανικής κυβέρνησης, με τη βοήθεια των υπολοίπων ευρωπαϊκών ελίτ, πολιτικές που εφαρμόστηκαν μέσω των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, της ΕΕ και του ΔΝΤ.

Ψηφίζοντας όπως ψήφισαν, οι ‘Ελληνες έδωσαν στην κυβέρνησή τους αναμφισβήτητη εντολή να αντισταθεί, εκπλήσσοντας, με το ποσοστό του ‘Οχι, φίλους και εχθρούς, όπως έκαναν περισσότερες από μια φορά στη μακρά ιστορία τους.

Κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει – και κανένας δεν προέβλεψε – αυτό το αποτέλεσμα. Οι ‘Ελληνες ψήφισαν όπως ψήφισαν ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είχε ήδη αρχίσει να πραγματοποιεί τις απειλές της κλείνοντας τις τράπεζες της χώρας.

Το μήνυμα από το ευρωπαϊκό κατεστημένο και τις τράπεζες πίσω του ήταν σαφές. Σήμερα κλείνουμε τις τράπεζές σας, αύριο θα κλείσουμε τη χώρα σας, αν ψηφίσετε ‘Οχι!

Οι πολίτες καταλάβαιναν τη σημασία της απόφασής τους, που πιθανότατα θα τους έθετε σε τροχιά σύγκρουσης με τις πιο ισχυρές δυνάμεις στον πλανήτη.

Oι ‘Ελληνες ψήφισαν ‘Οχι παρά το γεγονός (ή και εξαιτίας του
σε μερικές περιπτώσεις) ότι όλα σχεδόν τα ΜΜΕ και το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο της χώρας έκαναν ότι μπορούσαν για τους τρομοκρατήσουν. ‘Ολοι οι πρώην Πρωθυπουργοί, η ηγεσία της Εκκλησίας, διεκεκριμένοι απόστρατοι Στρατηγοί, τα μεγάλα ονόματα της οικονομίας, προειδοποίησαν τους ‘Ελληνες για τις φοβερές συνέπειες που θα αντιμετώπιζαν αν ψήφιζαν ‘Οχι και τους κάλεσαν να ψηφίσουν Ναι. (Υποθέτει κανείς ότι αν όλες αυτές οι πιέσεις δεν είχαν ασκηθεί, το ποσοστό του ‘Οχι θα έφτανε το 80% ή το 90%).

Ούτε καν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έκανε σοβαρή εκστρατεία υπέρ του ‘Οχι. Τη Δευτέρα 29 Ιουνίου, είκοσι χιλιάδες οπαδοί του Ναι έκαναν συγκέντρωση στην Πλατεία Συντάγματος με σύνθημα “Μένουμε Ευρώπη”. Το βράδυ της ίδιας μέρας, μόλις τρεις μέρες μετά την εξαγγελία του δημοψηφίσματος, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης εμφανίστηκε στην ΕΡΤ για να πει ότι οι εναπομένουσες διαφορές με τους πιστωτές δεν είναι τόσο τραγικές, μην αποκλείοντας ακόμα και το ενδεχόμενο το ίδιο το δημοψήφισμα να ακυρωθεί! Ο Δραγασάκης πρόσθεσε ότι ο Τσίπρας είχε εκπληρώσει ήδη την αποστολή του κερδίζοντας τη θέση του στην ελληνική ιστορία, άφησε δηλαδή ανοιχτό το δρόμο για μια “τιμητική αποστρατεία” του Πρωθυπουργού. (Το ίδιο πρόσωπο, μια μέρα μετά την τελική συμφωνία της 13ης Ιουλίου με τους πιστωτές, ευχαρίστησε δημόσια την κυβέρνηση των ΗΠΑ για τη μεγάλη συμβολή της στην … συνθηκολόγηση!).

‘Ισως αυτή η συνέντευξη δεν πολυάρεσε στους συμβούλους του Τσίπρα. ‘Ισως, καθώς είχαν το μάτι τους καρφωμένο στις δημοσκοπήσεις, φοβήθηκαν ότι το Ναι πήγαινε για μεγάλη νίκη, που θα ερμηνευόταν ως μεγάλη δική τους ήττα και θα οδηγούσε στο να εκδιωχθούν από την εξουσία. ‘Οτι και νάταν, ο Τσίπρας παρενέβη ξανά την Τρίτη 30 Ιουνίου καλώντας τους ‘Ελληνες να ψηφίσουν ‘Οχι.

Κι ύστερα κάτι έγινε. Μεταξύ Τρίτης και Παρασκευής οι ‘Ελληνες πήραν την απόφασή τους, με έναν τρόπο που δεν θα μπορούσε να προβλέψει κανείς δημοσκόπος, κανείς πολιτικός και κανείς αναλυτής. ‘Ηταν ένα ζήτημα λογικής και ελπίδας. Οι ‘Ελληνες ήξεραν ότι δεν είχαν να περιμένουν παρά νέες καταστροφές από τους πιστωτές – η εμπειρία πέντε χρόνων το είχε ήδη αποδείξει ευρέως. Γιατί να μη δοκιμάσουν τον άλλο δρόμο, όπως τους πρότεινε η κυβέρνησή τους;

Αλλά αυτές οι λογικές σκέψεις δεν θα ήταν από μόνες τους αρκετές για να τους κάνουν να παραβλέψουν την ελάχιστα συγκαλυμμένη απειλή από τόσο ισχυρούς εχθρούς να καταστρέψουν τη χώρα τους, όπως τόκαναν τόσες φορές στο παρελθόν. Καταλάβαιναν ότι αντιμετώπιζαν πολύ σοβαρούς κινδύνους σε αυτή την υπόθεση.

‘Ηταν σε αυτό το σημείο που ενεργοποιήθηκε ο θεμελιώδης μηχανισμός που προκαλεί στην Ιστορία τις εξεγέρσεις, είτε αυτές είναι βίαιες, είτε ειρηνικές.

Το φοβερό δίλημμα που αντιμετώπιζαν ενεργοποίησε τα βαθύτερα στρώματα του ατομικού και συλλογικού υποσυνείδητου. Η Αξιοπρέπεια νίκησε τον Φόβο.

‘Αλλωστε, η Ελλάδα, ως έννοια και ως σχέδιο, ήταν ανέκαθεν οργανικά συνδεδεμένη με την αντίσταση στους ξένους εισβολείς, με τις έννοιες της ανθρώπινης ελευθερίας, του πολίτη, της δημοκρατίας. Αυτές οι έννοιες γεννήθηκαν εδώ, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία. Κι αυτές επέτρεψαν την νίκη των ελληνικών πόλεων επί της συντριπτικής ισχύος της δεσποτικής Αυτοκρατορίας των αρχαίων χρόνων. Από αυτή τη μάχη γεννήθηκε η ιδέα της Ευρώπης.

Στα νεώτερα χρόνια, για να δώσουμε ένα μόνο παράδειγμα, οι ‘Ελληνες συγκαταλέγονται στα ελάχιστα ευρωπαϊκά έθνη, όπως και οι Βρετανοί, που αντιστάθηκαν στον ανερχόμενο ολοκληρωτισμό του 1940-41, παρέχοντας στους Σοβιετικούς τον πολύτιμο χρόνο που χρειάζονταν για να αποφύγουν την κατάληψη της Μόσχας και να συντρίψουν τελικά το Τέρας.

Το δημοψήφισμα απέδειξε ότι τα βαθύτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής ταυτότητας δεν πέθαναν, όπως πολλοί είχαν νομίσει, αλλά παρέμεναν ζωντανά και ενεργοποιήθηκαν όταν οι ‘Ελληνες τα χρειάστηκαν.

Δυστυχώς, αυτό δεν είναι το μόνο σχεδόν μόνιμο χαρακτηριστικό της ελληνικής ιστορίας. ‘Ενα άλλο είναι οι επανειλημμένες προδοσίες των Ελλήνων από τους ηγέτες τους – η δυσκολία αυτού του έθνους να συγκροτήσει μια ηγεσία αντίστοιχη προς τον ηρωϊσμό που επιδεικνύει σε κρίσιμες στιγμές. Τη συνοψίζει ο ‘Ελληνας εθνικός ποιητής, ο Διονύσιος Σολωμός, που έγραψε τον ‘Υμνο προς την Ελευθερία, το ποίημα που διηγείται την Επανάσταση του 1821 και που έγινε ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας, με την ιστορική φράση του στην “Προς Επτανησίους” επιστολή του: “Λαέ μου πολυαγαπημένε, πάντα ευκολόπιστε και πάντα προδομένε”. ‘Η μήπως είναι αυτή η μοίρα των “ιδεαλιστών”, των “ουτοπιστών”, όσων αγαπούν την ελευθερία;

Την Παρασκευή 3 Ιουλίου, εκατοντάδες χιλιάδες Αθηναίοι, ίσως και περισσότεροι, συνέκλιναν στην Πλατεία Συντάγματος για να βροντοφωνάξουν το ‘Οχι στην Αυτοκρατορία του Χρήματος που κυβερνούσε και κατέστρεφε τη χώρα τους, σε μια από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στην ελληνική ιστορία.

Το βράδυ της Κυριακής 5ης Ιουλίου, η ετυμηγορία ήταν εκεί, αναμφισβήτητη, εις κοινή θέα. Η κυβέρνηση, χωρίς να το υποπτεύεται, χωρίς να το θέλει ή να τόχει προετοιμάσει, ξύπνησε τους Θεούς της Ιστορίας. Το φως του Απόλλωνα έλουσε για μια στιγμή και πάλι αυτή τη χώρα, καταυγάζοντας και το μεγαλείο των απλών ανθρώπων που φτιάχνουν πάντα την ιστορία και τη μικρότητα των υποτιθέμενων ηγετών της.

Δεν υπήρχε κανείς στην κυβέρνηση να πάρει το μήνυμα. Δεν υπήρχε κανείς διατεθειμένος ή προετοιμασμένος να δώσει τη μάχη στην οποία οι ίδιοι είχαν καλέσει τους ‘Ελληνες. Τρομοκρατημένοι από τις συνέπειες των ίδιων των αποφάσεων και πράξεων τους, παντελώς απροετοίμαστοι για οτιδήποτε άλλο εκτός από έναν συμβιβασμό που θα επέτρεπε την παραμονή τους στην εξουσία, πιθανότατα ελεγχόμενοι ή/και χειραγωγούμενοι από τους “’Αρχοντες του Κόσμου”, άρχισαν να ψάχνουν τρόπο να “συνθηκολογήσουν με αξιοπρέπεια”, αμέσως μόλις έκλεισαν οι κάλπες.

Κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο Τσίπρας απέλυσε τον Βαρουφάκη, που θάχε μεγάλες δυσκολίες να υπογράψει τη συνθηκολόγηση. Δευτέρα πρωί κάλεσε τους ηγέτες όλων των κομμάτων σε μια σύσκεψη υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αυτοί οι ηγέτες, έτσι κι αλλοιώς ασήμαντα πρόσωπα, πολύ περισσότερο την επαύριο της μαζικής αποδοκιμασίας από τους ψηφοφόρους, έφαγαν πολλές ώρες για να συντάξουν ένα ανακοινωθέν που “επανερμήνευε” το αποτέλεσμα και ισχυριζόταν ότι οι ‘Ελληνες ψήφισαν όπως ψήφισαν για να αποφύγουν την ρήξη με τους Πιστωτές και να μη φύγουν από την “Ευρώπη”. Υποστήριζε δηλαδή ότι οι ‘Ελληνες ψήφισαν ‘Οχι εννοώντας Ναι! Χρειάστηκαν μερικές μέρες ακόμα, ως τις 13 Ιουλίου, για να προσυπογράψει ο Τσίπρας τη συνθηκολόγηση και, μαζί, τον ηθικό του τουλάχιστον θάνατο.

Η ξαφνική στροφή 180 μοιρών της κυβέρνησης κατέφερε συντριπτικό πλήγμα στο ηθικό και την ψυχολογία του πληθυσμού, πολύ χειρότερο από αυτό που επιφέρει μια στρατιωτική ήττα. Είναι σχετικά “κανονικό” να ηττάσαι από έναν υπέρτερο εχθρό. Είναι πολύ διαφορετικό να σε καλεί ο Ηγέτης σου στη μάχη, για να αρχίσει, μερικές μέρες αργότερα, να εξηγεί τα ωφέλη της παράδοσης. Ο κόσμος φεύγει κάτω από τα πόδια σου, δεν ξέρεις ποιον και τι να πιστέψεις. Οι άνθρωποι “λάλησαν”, δεν μπορούσαν να κάνουν ή να πουν τίποτα, καταστράφηκαν στην ψυχή και στο πνεύμα τους. Αρκετοί αρρώστησαν και σωματικά.

Ακόμα και σήμερα, ένα χρόνο μετά, οι ‘Ελληνες δεν έχουν συνέλθει. Η πληγή είναι ακόμα πολύ ζεστή για να την αγγίξεις, αυτό που έγινε και το νόημά του πολύ βαθύ και απελπιστικό για να το σκεφτείς, να το νοιώσεις, να το χωνέψεις, ακόμα και να το πιστέψεις.

Παραδόξως, είναι ακριβώς το τρομερό του πραγματικού εφιάλτη των Ελλήνων και της Ελλάδας που κάνει τους ανθρώπους να μη θέλουν να σηκώσουν το κεφάλι και να δουν ή να νοιώσουν την πραγματικότητα, προτιμούν να μη σκέφτονται και να μην πιστεύουν τη σημασία όσων συνέβησαν, συμβαίνουν έκτοτε και έχουν προγραμματιστεί να συμβούν. Αυτόν τον παράγοντα ακριβώς χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν ακόμα για να επιβιώσουν οι επικοινωνιακοί “στρατηγοί” του ΣΥΡΙΖΑ, ή μάλλον αυτοί που τους καθοδηγούν.

Τώρα, στο αρχικό σοκ του 2015, έρχεται σιγά-σιγά να προστεθεί αναπόφευκτα η συνειδητοποίηση του τι σημαίνει η περσινή συνθηκολόγηση, που δεν έπεσε από τον ουρανό, αλλά ετοιμάστηκε, δια πράξεων, παραλείψεων και εξαρτήσεων της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, επί τρία ολόκληρα χρόνια. Οι ‘Ελληνες, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, βλέπουν την ατομική τους ζωή να καταστρέφεται, αργά αλλά σταθερά, καθώς η χώρα τους μετατρέπεται σε χρηματοπιστωτικό Νταχάου.

Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις τα συναισθήματα που κυριαρχούν τώρα στους ‘Ελληνες είναι

Θυμός, 57,3%
Ντροπή, 53,8%
Φόβος, 40,9%
Ελπίδα, 15%
Περηφάνεια, 3,5%
Σιγουριά, 3,1%

‘Ηταν αυτό ένα σχεδιασμένο αποτέλεσμα ή προέκυψε από έναν παράξενο συνδυασμό διαφόρων παραγόντων; Δεν μπορούμε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα με βεβαιότητα. Αντίθετα, είναι βέβαιο ότι ούτε η ελληνική, ούτε η ευρωπαϊκή Ιστορία σταμάτησαν στις 13 Ιουλίου 2015 (το απέδειξε άλλωστε το βρετανικό δημοψήφισμα, το αποτέλεσμα του οποίου δεν είναι καθόλου άσχετο με όσα συνέβησαν στην Ελλάδα). Η Ιστορία θα συνεχιστεί, παίρνοντας ίσως πιο βίαιες και επικίνδυνες μορφές, εμπλέκοντας πιθανώς και τον γεωπολιτικό παράγοντα, που μπήκε άλλωστε για τα καλά στην ευρωπαϊκή εξίσωση με την προσφυγική κρίση και τις τρομοκρατικές επιθέσεις κατά το μοιραίο 2015.

Αθήνα, 5 Ιουλίου 2016

To άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε, με ελάχιστες παραλλαγές, στα αγγλικά, στην ιστοσελίδα http://www.defenddemocracy.press/ στις 5.7.16