Tag Archives: Γεωπολιτικό Μνημόνιο

Το Γεωπολιτικο Μνημονιο (Μακεδονια, Αιγαιο, Κυπρος κλπ.)

Το Σάββατο 27 Ιανουαρίου στις 7.00 το απόγευμα, στο ΤΥΠΕΤ, συζητήσαμε με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Δημήτρη Κωνσταντακόπουλο για «To Γεωπολιτικό Μνημόνιο (Μακεδονία, Κύπρος, Αιγαίο κλπ.)» με στόχο τον κοινό προβληματισμό και το άνοιγμα μιας ακόμη συζήτησης στην πόλη μας, μάλιστα σε μια περίοδο που τα ζητήματα αυτά κυριάρχησαν (και θα κυριαρχήσουν και πάλι), στην ειδησιογραφία και την πολιτική σκηνή της χώρας.

Η συζήτηση αποδείχθηκε εξαιρετικά γόνιμη, συμπεριέλαβε μια συνολική ιστορική ανάλυση και ερμηνεία για τα γεωπολιτικά γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών, με άξονα την Κύπρο, το Αιγαίο και το Μακεδονικό και την πολιτική των «μεγάλων δυνάμεων», αλλά στη συνέχεια, ιδίως κατά τη διάρκεια της συζήτησης, επεκτάθηκε και σε όλα τα ανοιχτά ζητήματα της χώρας των τελευταίων χρόνων. (μνημόνια, έθνος – κράτος, αμερικάνικη πολιτική, ευρωζώνη, αριστερά και κυβέρνηση, εθνισμός κα).

Υπενθυμίζουμε, για την κατανόηση του κλίματος της συζήτησης, ότι αυτή χρονικά πραγματοποιήθηκε μεταξύ του συλλαλητηρίου της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας για το Μακεδονικό.

Ομιλια στη Λαμια: Απο την οικονομικη καταστροφη στο γεωπολιτικο μνημονιο

Εισήγηση σε συζήτηση που οργάνωσε Ο Παραδοσιακός Σύλλογος Φίλων Διατήρησης Ελληνικής Παράδοσης-Εθίμων και οι Εκδόσεις Ινφογνώμων στη Λαμία, στις 28.1.2018

Το μονο εξυπνο πραγμα που μπορει να κανει ο Τσιπρας στο Μακεδονικο

«Στα 1914 και στα 1918, είδαμε πως πάρθηκαν οι ιστορικές
αποφάσεις για τον πόλεμο και την ειρήνη, όχι σύμφωνα με τη
λογική κι απ’ τους υπεύθυνους, αλλά από άτομα που τα
κάλυπτε η σκιά, από άτομα με τον πιο αμφίβολο χαρακτήρα,
και με πολύ περιορισμένη διανοητικότητα. Κάθε μέρα
διαπιστώνουμε ακόμα πως, στο διφορούμενο και συχνά
εγκληματικό παιχνίδι της πολιτικής, όπου οι λαοί εμπιστεύονται,
εύπιστα πάντα, τα παιδιά τους και το μέλλον τους, δεν
υπερισχύουν οι άνθρωποι με τις πλατιές και ηθικές ιδέες, αλλά
αυτοί οι επαγγελματίες παίκτες, που τους αποκαλούμε
διπλωμάτες – αυτοί οι καλλιτέχνες με τα γρήγορα χέρια, με τα
κούφια λόγια και με τα ψυχρά νεύρα».
Στέφαν Τσβάιχ, «Ιωσήφ Φουσέ»

 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

To πιο έξυπνο πράγμα και το καλύτερο για τη χώρα (και για την ίδια) που θα μπορούσε να κάνει αυτή τη στιγμή, όπως διαμορφώνεται η κατάσταση, η ελληνική κυβέρνηση θα ήταν να βρει έναν κομψό τρόπο να «προσγειώσει» το μακεδονικό που, ανοήτως και ιδιοτελώς άνοιξε, για να ικανοποιήσει τους Αμερικανούς, νομίζοντας ότι αυτό θα της αποφέρει πολιτικά οφέλη. ‘Όχι γιατί θα ήταν άσχημα να βρεθεί μια ικανοποιητική λύση σε αυτό το ζήτημα, αλλά γιατί δεν φαίνεται να υπάρχουν ούτε οι αντικειμενικές, ούτε οι υποκειμενικές δυνατότητες να λυθεί τώρα. Αντίθετα, με τον τρόπο που το χειρίζεται η κυβέρνηση κινδυνεύει να οδηγήσει, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, αφενός σε μια εθνική ήττα, που θα έρθει μάλιστα να προστεθεί στην ήττα του 2015, αφετέρου σε ευρύτερη αποσταθεροποίηση.

Είναι πάρα πολύ μεγάλες οι παγίδες που κρύβει η υπόθεση του μακεδονικού, και για μας, και για την όλη κατάσταση στα Βαλκάνια, ακόμα και για τη σταθερότητα του γειτονικού κράτους, παγίδες που μόνο μερικές μπορούμε τώρα να φανταστούμε, και που υπερβαίνουν στην πραγματικότητα τις δυνατότητες του ελληνικού πολιτικού και κρατικού συστήματος να τις διαχειρισθεί. Η κατάσταση στα Βαλκάνια εμπλέκεται άμεσα με μία βαρειά αυτοκρατορική στρατηγική, την περικύκλωση της Ρωσίας, αλλά επίσης επηρεάζει την κρίση της ΕΕ, ενώ δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί στον άγριο εμφύλιο που έχει ξεκινήσει στο εσωτερικό του Imperium, μεταξύ του κόμματος των παγκοσμιοποιητών τύπου Φουκουγιάμα και των οπαδών του Διαρκούς Πολέμου και Χάους τύπου Χάντιγκτον.

Εκτός βεβαίως αν η κυβέρνηση μπορεί,  πρώτον, να φέρει πραγματικά μια λύση που να ακυρώνει τον σλαβομακεδονικό αλυτρωτισμό στην πραγματικότητα, στη γραμμή δηλαδή του Βουκουρεστίου του 2008, όχι μια «λύση-φερετζέ», όπως αυτή που οι πληροφορίες τη φέρουν να διαπραγματεύεται. Και δεύτερον αν μπορεί να πείσει τον ελληνικό λαό για την ορθότητά της. Γιατί το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε τώρα είναι μια νέα εθνική ήττα, ή ακόμα και η αίσθηση μιας τέτοιας ήττας. Και τρίτον, αν μπορούν και τα Σκόπια να δεχθούν μια τέτοια λύση, χωρίς να διαλυθούν στα εξ ων συνετέθησαν.

Τίποτα δεν δείχνει ότι έχει γίνει η προετοιμασία για κάτι τέτοιο ή ότι είναι σε θέση να το φέρει σε πέρας η ελληνική κυβέρνηση. Ενώ και τα ίδια τα Σκόπια παραμένουν βαθύτατα διχασμένα.

 

Όταν ο Βούτσης γίνεται οπαδός του Πάγκαλου!

Φαίνεται όμως ότι μάλλον και η ίδια η κυβέρνηση δεν πολυπιστεύει ότι θα βρει ικανοποιητική λύση, για την οποία μάλιστα θα μπορέσει να πείσει τον ελληνικό λαό. Γι’ αυτό και επαναλαμβάνει διαρκώς την αντίθεσή της σε δημοψήφισμα, την ανάγκη του οποίου επιβάλουν και θεμελιώδεις λόγοι δημοκρατίας, αλλά και η ανάγκη να πάρει μια τόσο κρίσιμη απόφαση ο ελληνικός λαός, που θα υποστεί τις συνέπειές της και όχι πολιτικοί που δεν φαίνεται να διαθέτουν μεγάλη ικανότητα να λένε ‘Όχι προς το εξωτερικό.

Και ο μεν κ. Πάγκαλος που δεν έχει κόμπλεξ να εκφράζει την βαθύτατη περιφρόνησή του προς τους άλλους ανθρώπους και τον ελληνικό λαό είναι συνεπής να απορρίπτει το δημοψήφισμα. Ο κ. Βούτσης όμως, που το κόμμα του προκήρυξε δημοψήφισμα πριν δυόμισυ χρόνια; Γιατί δεν θέλει να αποφασίσει ο ελληνικός λαός με δημοψήφισμα για τη χώρα του, για την ιστορία της, για το μέλλον της; ‘Όχι, μας λέει, θα αποφασίσει ο ίδιος, ο κ. Αλέξης, ο κ. Κυριάκος και η κ. Φώφη. Θα αποφασίσουν οι βουλευτές των οποίων προεδρεύει και οι οποίοι ψηφίζουν, χωρίς να ντρέπονται, χιλιάδες σελίδες πρόχειρα μεταφρασμένων κειμένων από τα αγγλικά, τα οποία δεν έχουν διαβάσει, στον μεγαλύτερο εξευτελισμό της έννοιας της δημοκρατίας που έχει σημειωθεί ποτέ παγκοσμίως.

Δεν είναι λίγοι οι φίλοι που έχουν επιφυλάξεις και για τον πολιτικό λόγο που εκφέρουν οι διαμαρτυρόμενοι για την κυβερνητική πολιτική, και για ορισμένους από τους «παράγοντες» που έχουν εμφυλλοχωρήσει στις κινητοποιήσεις για το θέμα του ονόματος. Αντιλαμβανόμαστε τις επιφυλάξεις τους και ορισμένες τις συμμεριζόμαστε. Αλλά κρίνουμε ως κατ’ αρχήν πολύ θετικό το ότι μια σημαντική μερίδα του ελληνικού λαού διαθέτει εθνικά αντανακλαστικά και δεν θέλει να αφήσει τις πολιτικές ηγεσίες να δράσουν όπως αυτές νομίζουν, αδιαφορώντας για τη γνώμη των πολιτών. Αν ο ελληνικός λαός αφήσει τους πολιτικούς να καθορίσουν μόνοι τους τη μοίρα της χώρας και του έθνους, μάλλον θα εκλείψουν αμφότερα, όπως πάμε. Πιστεύουμε ότι η Θεσσαλονίκη θα θυμήσει μεθαύριο, με τη δύναμη της διαμαρτυρίας της, στην ελληνική πολιτική τάξη ότι υπάρχει ακόμα ο ελληνικός λαός και πρέπει να τον παίρνει υπόψιν της.

Ελπίζουμε ταυτόχρονα ότι το κίνημα που τώρα αναπτύσσεται θα αποφύγει τις μαξιμαλιστικές ρητορείες χωρίς σκέψη και θα διακριθεί για τη σοβαρότητα και τον ορθολογισμό των επιλογών του. Οι Μιλόσεβιτς, οι Κάρατζιτς, οι Μλάντιτς, μπορεί μεν να είναι συμπαθείς σε ορισμένους, για την αποφασιστικότητα και την πίστη στο έθνος τους, αλλά το κατέστρεψαν, όχι γιατί αντιστάθηκαν, αλλά λόγω του τρόπου που το έκαναν.

Ελπίζουμε επίσης ότι δεν θα επιτρέψει να το εκμεταλλευθούν διάφορες δυνάμεις για αλλότριους σκοπούς και δεν θα εμφανίσει τις παθολογίες και τα εκφυλιστικά φαινόμενα που οδήγησαν τελικά, εκεί που οδήγησαν, το αντιμνημονιακό κίνημα. Ο πατριωτισμός είναι πολύ σοβαρή υπόθεση όπως και η σοβαρότητα και συνέπεια το πιο ουσιώδες εν ανεπαρκεία σε αυτή τη χώρα. Δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να χρησιμοποιείται ως «πλυντήριο» ανθρώπων που υποστήριξαν αυταρχικά και αντεθνικά καθεστώτα. Ούτε είναι δυνατόν να εκδηλώνεται αλά καρτ. Δεν μπορείς π.χ. να λες ναι σε όλα στους πιστωτές που καταστρέφουν και λεηλατούν την χώρα σου, αλλά να κάνεις εθνική αντίσταση προς τους … Σλαβομακεδόνες!

 

Να λυθεί η διαφορά, αλλά πως;

Φυσικά θα ήταν ευχής έργο από μία άποψη να λυθεί πραγματικά η διαφορά με τα Σκόπια, με ειλικρίνεια και με σεβασμό στα δικαιώματα όλων και στην ιστορική αλήθεια, και να ανοίξουν νέοι δρόμοι στη συνεργασία μας με τη γειτονική χώρα, που αν κάποιος την απειλεί, μάλλον δεν είναι οι ‘Ελληνες, αλλά Αλβανοί και Βούλγαροι και, κυρίως, οι υπερατλαντικοί «ειρηνοποιοί». Η πΓΔΜ θα μπορούσε να παίξει σπουδαίο ρόλο ως γέφυρα Ελλάδας και Σερβίας.

Αλλά πρέπει να μπορεί να γίνει, να μπορεί να υπάρξει μια δίκαιη και σταθερή λύση. Αλλοιώς θα εξυπηρετήσουμε τους (πολύ κακούς παρεπιπτόντως) σκοπούς των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, αλλά θα χαλάσουμε μεν ακόμα περισσότερο τελικά τις σχέσεις μας και θα αποσταθεροποιήσουμε την κατάσταση και στα Βαλκάνια, αλλά και στο εσωτερικό της Ελλάδας, πολύ περισσότερο η λύση βιωθεί ως μία ακόμα εθνική ήττα ή εθνική προδοσία για τον ελληνικό λαό.

Αρνούμενοι το δημοψήφισμα, οι κυβερνώντες θέλουν να απαλλαγούν και από την ανάγκη να αγωνιστούν πολιτικά για να πείσουν  τους ανθρώπους για την ορθότητα της πολιτικής τους κι από την ευθύνη τους γι’ αυτά που κάνουν και λένε. Στερούνται επίσης, με τον τρόπο αυτό, ενός πολύ ισχυρού διαπραγματευτικού όπλου.

Φοβούμεθα ότι η Αθήνα ήδη ολισθαίνει, σύμφωνα τουλάχιστο με όλες τις διαθέσιμες ενδείξεις, σε ένα διπλωματικό Βατερλώ, του οποίου μάλιστα δεν συνειδητοποιεί τις συνέπειες ούτε καν για την ίδια, συζητώντας ένα όνομα (Νέα Μακεδονία) που, αντί να τον ακυρώνει, συνιστά όχημα του σλαβομακεδονικού αλυτρωτισμού, ενώ μοιάζει να έχει αποδεχθεί τη διπλή ονομασία (άλλη στο σύνταγμα, άλλη διεθνώς) και τη χρήση για την εθνότητα, την υπηκοότητα και τη γλώσσα της λέξης «μακεδονική». Μακάρι φυσικά να μας διαψεύσει, είμαστε οι πρώτοι που θα τη χειροκροτήσουμε, αλλά η πολιτεία της σε όλα τα θέματα μέχρι τώρα δικαιολογεί πολύ μεγάλες επιφυλάξεις.

Ακόμα όμως κι αν στο τέλος δεν φτάσει μέχρις εκεί και αναγκαστεί να κάνει πίσω, κινδυνεύει να προκαλέσει μια απολύτως αχρείαστη κρίση με τα Σκόπια ή να συμβάλλει στην αποσταθεροποίησή τους με όλη αυτή την υπόθεση.

Ο γράφων δεν πιστεύει ότι η απόρριψη της σύνθετης ονομασίας είναι σωστή, γιατί μια τέτοια θέση δεν είναι διεθνώς υπερασπίσιμη, απομονώνει και δεν προωθεί τα συμφέροντα της χώρας. Συχνά στην Ελλάδα, ο φραστικός μαξιμαλισμός προετοιμάζει τελικά  τις εθνικές όπως και τις κοινωνικές ήττες. Για να είναι όμως μια σύνθετη ονομασία λύση, πρέπει να αντανακλά την ιστορική πραγματικότητα, που είναι ότι η πΓΔΜ συνιστά τμήμα και όχι το σύνολο μιας κατεξοχήν πολυεθνικής περιοχής που αποκαλείται εδώ και πολλούς αιώνες Μακεδονία, ευρύτερης από την αρχαία Μακεδονία, τμήματα της οποίας βρίσκονται σήμερα στην Ελλάδα, την πΔΓΜ και τη Βουλγαρία. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με διπλή ονομασία, με άλλα να ορίζει το σύνταγμα και άλλα η διμερής συμφωνία, με απερίγραπτες θεωρίες που διαστρεβλώνουν την ιστορία, όπως ότι οι Σλαβομακεδόνες είναι απόγονοι του Μεγαλέξανδρου, όταν ο άνθρωπος πέθανε 900 χρόνια προτού εμφανισθούν σλαβικά φύλα στη Βαλκανική  κλπ. κλπ. Γιατί τότε θα πρόκειται για έναν κάλπικο, δήθεν συμβιβασμό που θα καταρρεύσει την επόμενη μέρα της εισόδου των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ.

Επιπλέον, η λύση δεν αρκεί να είναι διπλωματικά σωστή, πρέπει να γίνεται και κατανοητή και αποδεκτή από τους λαούς των δύο χωρών, αν είναι να λύσουμε και όχι να δημιουργήσουμε προβλήματα, και αν είναι να διατηρήσουμε και όχι να πλήξουμε τη δική μας εθνική συνοχή. Αυτός είναι επίσης ένας επιπλέον λόγος που ο γράφων υπεστήριξε ότι τα δημοψηφίσματα επιβάλλονται σε ένα τέτοιο θέμα.

 

Λύση ερήμην των κοινωνιών

Πάει υποτίθεται να λυθεί ένα ζήτημα για το οποίο δύο χώρες και οι λαοί τους αντιπαρατίθενται επί ένα τέταρτο αιώνα, και που εμπλέκει τα πιο βαθιά στρώματα της εθνικής τους συνείδησης όπως είναι διαμορφωμένη, πως όμως πάει να λυθεί; ‘Εγινε καμιά κουβέντα εντός των δύο κοινωνιών και μεταξύ τους; Τίποτα. Το μόνο που γίνεται είναι (όπως και στην Κύπρο) μια κουβέντα στο παρασκήνιο της διεθνούς πολιτικής, με σκοπό να βρεθεί μια λύση-καπέλο, που θα φορέσουν στις δύο χώρες διάφοροι διεθνείς αξιωματούχοι.

Αυτοί, δεν ενδιαφέρονται για τη λύση των προβλημάτων της Βαλκανικής, αλλά για τη διαιώνισή τους με άλλες μορφές, ώστε να μπορούν οι τρίτοι, επιδέξιοι εμπρηστές, να επεμβαίνουν μετά, υποδυόμενοι τους πυροσβέστες. Θέλουν να επιβάλλουν λύσεις που αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση συμφερόντων τρίτων δυνάμεων, δυνάμεων που, αντίθετα από ότι λένε, χρειάζονται απελπιστικά την αστάθεια, όχι τη σταθερότητα. (Γι’ αυτό σε κάθε φάση της γιουγκοσλαβικής διάλυσης δεν προτίμησαν τις αμιγείς λύσεις, αλλά άφηναν πάντα μια εστία αστάθειας, ανά πάσα στιγμή να μπορούν να βάλουν φωτιά, για να έρθουν μετά δήθεν να τη σβήσουν! Π.χ. έσπρωξαν στην ανεξαρτησία του Κοσόβου από τη Σερβία, αρνούνται όμως ταυτόχρονα να επιτρέψουν την ένωση της αμιγώς σερβικής Μιτρόβιτσα με τη Σερβία. ‘Οποτε γουστάρουν είναι με τα «καταπιεσμένα» έθνη, όποτε γουστάρουν γίνονται «πολυεθνικοί»).

 

Οπορτουνισμός και ασυναρτησία

Ούτε καν μεταξύ μας οι ‘Ελληνες δεν έχουμε κουβεντιάσει σε βάθος το θέμα, βασικές πτυχές του οποίου αγνοεί ο ελληνικός λαός, που επιπλέον βομβαρδίζεται από τους πολιτικούς του και τα μέσα, κανονικά και σόσιαλ, με ανακρίβειες και ανοησίες. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός πήγε στο Βελιγράδι και μας τρέλλανε όλους, λέγοντας ότι οι Σλαβομακεδόνες δεν πρέπει να διεκδικούν το μονοπώλιο της κληρονομιάς του Μεγάλου Αλεξάνδρου! Μα δεν ξέρει ότι ο Μέγας Αλέξανδρος πέθανε τουλάχιστο 900 χρόνια προτού έρθουν οι Σλάβοι στα Βαλκάνια; Και ακόμα κι αν δεν το ξέρει, δεν υπάρχει κανείς γύρω του να του το πει; Βγαίνει κατόπιν ο Πρωθυπουργός της πΓΔΜ και δηλώνει ότι ο Μέγας Αλέξανδρος και η κληρονομιά του ενώνουν τους δύο λαούς.

Πάμε δηλαδή να λύσουμε υποτίθεται ένα θέμα, πάμε να βασίσουμε μια ειρήνη πάνω στη διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας. Ποτέ μια τέτοια διαστρέβλωση δεν μπορεί να οδηγήσει σε σταθερή, δίκαιη, ειλικρινή λύση, προδίδει στην πραγματικότητα το κάλπικο μιας υποτιθέμενης συνεννόησης, που δεν την πιστεύουν τα δύο μέρη, αλλά τους την επιβάλλει με το ζόρι κάποιος τρίτος και που θα είναι έτοιμοι να την ανατρέψουν, στην πρώτη ευκαιρία που θα τους δοθεί.

Αλλά και στην εσωτερική συζήτηση για το μακεδονικό αυτό που έχει κυριαρχήσει είναι  ο πολιτικός οπορτουνισμός, η δημαγωγία, η ασυναρτησία και οι βρισιές, με το ένα «στρατόπεδο» να κατηγορεί το άλλο για «εθνικισμό», «πρωτογονισμό» και «χρυσαυγιτισμό», και το άλλο να απαντά με κατηγορίες για εθνική προδοσία, έστω και αν, το δεύτερο αυτό «στρατόπεδο», διαθέτει τουλάχιστο κάποια ενστικτώδη εθνικά αντανακλαστικά. Βρίζουμε ο ένας τον άλλο, κάτι πολύ πιο εύκολο από το να προσπαθούμε να αναιρέσουμε τα επιχειρήματά του με τα δικά μας.

Ο κίνδυνος από το άνοιγμα του μακεδονικού τώρα, με αυτούς τους όρους και από αυτή την κυβέρνηση, είναι ότι απειλεί την εθνική συνοχή και το φρόνημα του ελληνικού λαού, την ίδια την ιδέα που έχει για το έθνος του και το κράτος του. Και στο σημείο που έχουν φτάσει τα πράγματα η διατήρηση της εθνικής και κοινωνικής συνοχής του ελληνικού λαού είναι όρος για την επιβίωσή του. Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει τόσο από «ακρωτηριασμό», να χάσει εδάφη, όσο κι αν δεν μπορεί κανείς να παίρνει αψήφιστα ένα τέτοιο ενδεχόμενο, καθώς μάλιστα η κοπτοραπτική εθνών και κρατών έχει γίνει παγκόσμια μόδα στις μέρες μας.

Κυρίως όμως οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό πόλεμο είναι που δέχεται από το 2009-10, όχι στρατιωτική εισβολή, πόλεμο που αποβλέπει στην αποσύνθεση, την καταστροφή και αρπαγή τελικά του κράτους της (όπως και του κυπριακού). Εξακολουθεί ασφαλώς να υπάρχει η σκιά των επεκτατισμών του εξ ανατολών γείτονα, κυρίως είναι όμως η εσωτερική αποσάθρωση από την οποία κινδυνεύει το ελληνικό κράτος-έθνος, στόχος προτεραιότητας των Αγορών και του γεωπολιτικού και πολιτιστικού νέο-ιμπεριαλισμού.

Αλλά και από τη γενικότερη τάση σε μια Ευρώπη όπου τα έθνη κράτη επιχειρείται να πιαστούν σάντουιτς, ανάμεσα στην παγκοσμιοποίηση και την ΕΕ, τη δικτατορία του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου από τη μια, και την Ευρώπη των περιφερειών από την άλλη. ‘Όχι βέβαια για σκοπούς προόδου, ειρήνης και δημοκρατίας, αλλά για να διαλυθούν και τα τελευταία επίπεδα όπου οι λαοί μπορούν να οργανώσουν τον αγώνα τους για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, για νάχουν μια επιρροή στις αποφάσεις και τη διεκδίκηση ενός κοινωνικού κράτους. Να μας κάνουν δηλαδή ανήμπορα και απρόσωπα νομαδικά ζώα, όπως τους πρόσφυγες που βλέπουμε να θαλασσοπνίγονται. Γι’ αυτό και είναι εθνικά επικίνδυνη,  απολύτως ανεύθυνη αλλά και χαρακτηριστική των κινδύνων που συνεπιφέρει η άσκεφτη έγερση του μακεδονικού, η ξαφνική συζήτηση για «Λίγκα του Βορρά».

‘Ένα κράτος και ένα έθνος δεν είναι μόνο μια θεσμική και μια υλική πραγματικότητα. Είναι και η ιδέα του. Έχουμε ένα σωρό προβλήματα ως χώρα, δεν ξέρουμε αν θα υπάρχει αύριο η ΕΕ και αν εμείς θα είμαστε μέλη της, έχουμε ένα σωρό παράξενους γείτονες και επιπλέον ζούμε σε μια εποχή τεκτονικών, παγκόσμιων αναταράξεων. Δεν κυττάμε καλύτερα να διατηρήσουμε το μόντους βιβέντι, τα σύνορά μας, αυτά που τώρα έχουμε, αντί να αναλαμβάνουμε σε τόσο επικίνδυνες εποχές φιλόδοξα ανόητες πρωτοβουλίες;

 

Οι επικίνδυνες κυβερνητικές πρωτοβουλίες

‘Όλα λοιπόν κατατείνουν ότι δεν υπάρχουν σήμερα οι προϋποθέσεις να λυθεί με τρόπο αξιοπρεπή και αξιόπιστο το θέμα του ονόματος και, πάντως, δεν φαίνεται από τη μέχρι τώρα πορεία της η κυβέρνηση αυτή να είναι σε θέση να το κάνει (1). Ακόμα δε κι αν μπορούσε να βρει αξιοπρεπή λύση, δεν έχει έως τώρα δείξει να διαθέτει τις πολιτικές ικανότητες, την κατανόηση σε βάθος του πως είναι συγκροτημένη η εθνική συνείδηση και το εθνικό συλλογικό ασυνείδητο, ούτε έχει το κύρος που θα απαιτούνταν, για να περάσει μια λύση στο εσωτερικό της χώρας, χωρίς να διχάσει τον ελληνικό λαό και χωρίς να δημιουργήσει, στα καλά καθούμενα, μια ακόμα απειλή για την δημοκρατική και εθνική μας συνοχή. Αν επιμείνει, αρνούμενη μάλιστα να προσφύγει στην λαϊκή ετυμηγορία, κινδυνεύει είτε να προκαλέσει πολύ έντονες αντιδράσεις, είτε να χαρίσει στον ελληνικό λαό την αίσθηση μιας ακόμα μεγάλης ήττας, που θα αποδιαλύσει το φρόνημα και το ηθικό του.

Μεγάλο μέρος του πληθυσμού, αν πιστέψουμε τα γκάλοπ, είναι στη γραμμή «ούτε Μακεδονία, ούτε παράγωγα», δηλαδή σε γραμμή αντίθετη με τα βασικά κόμματα της χώρας, που άλλωστε, ενσάρκωση του καιροσκοπισμού, δεν επεχείρησαν ποτέ να εξηγήσουν στον ελληνικό λαό ποια ακριβώς είναι η θέση ενός εκάστου και γιατί την υποστηρίζουν. Ακόμα και σήμερα παίζουν διαρκώς και όλα τον παπά, παίζουν με τις λέξεις και με τη νοημοσύνη μας. Αν είναι ακόμα πολιτικά κόμματα κι αν πιστεύουν ότι έχουν δίκηο, πρώτον ας πούνε με σαφήνεια τι νομίζουν, δεύτερο ας αγωνιστούν να αλλάξουν τα μυαλά των Ελλήνων και να τους πείσουν για το δίκηο τους.

Πάντως δεν γίνεται να κάνει μια χώρα εξωτερική πολιτική με πολύ μεγάλα ποσοστά του λαού έντονα αντίθετα στη γραμμή της. Δεν είναι οι χώρες ιδιοκτησία των πολιτικών τους. Είναι τόσο δύσκολο να αντιληφθούν αυτή την απλή αλήθεια οι πολιτικοί μας; ‘Όπως πάμε στο τέλος, ακόμα κι αν δεν «λυθεί» το θέμα με την πΓΔΜ, θα καταφέρουμε να προκαλέσουμε μια απολύτως αχρείαστη κρίση με τον βόρειο γείτονά μας, αλλά και στο εσωτερικό μας.

 

Το πολιτικό συμφέρον του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ

Τον αρθρογράφο τον ενδιαφέρει η χώρα του, όχι το μέλλον του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ. Θέλουμε εντούτοις, μπας και φανεί χρήσιμο, να επισημάνουμε σε αυτό το σημείο ότι η πολιτική αυτή εγκυμονεί πολύ μεγάλους κινδύνους για τον ίδιο και το κόμμα του.

Τσίπρας και ΣΥΡΙΖΑ τη γλύτωσαν πολύ φτηνά (μέχρι τώρα τουλάχιστο) από το πρωτοφανές κάζο της πανωλεθρίας και άνευ όρων συνθηκολόγησης του 2015. Υπό τις συνθήκες, είναι όντως κατόρθωμα ότι κατάφεραν, αν είναι σωστά τα γκάλοπ, να διατηρήσουν τη μισή εκλογική τους βάση (2).

Μόνο που η στάμνα πάει πολλές φορές στο πηγάδι, κάποια στιγμή όμως σπάει. Κι αυτό θα συμβεί στο τέλος, αν ο Υπουργός των Εξωτερικών του κ. Τσίπρα συνεχίσει τις προσπάθειες να λύσει το μακεδονικό, το κυπριακό, τα ελληνοτουρκικά και να ικανοποιεί εν γένει όλα όσα του ζητάει ο άξονας Τραμπ-Νετανιάχου, στα πλαίσια ενός ολοκληρωμένου «γεωπολιτικού μνημονίου» που αποβλέπει να αφαιρέσει από τον ελληνικό λαό, και στην Ελλάδα και στην Κύπρο, τα τελευταία χαρτιά, τα τελευταία στοιχεία εθνικής ισχύος, που του έχουν απομείνει και που αφορούν την τεράστια γεωπολιτική σημασία του χώρου που κατοικεί και του οποίου διαθέτει και τους τίτλους ιδιοκτησίας και το πολιτιστικό «στρατηγικό βάθος» του, την ήπια ισχύ των Ελλήνων, ως φορέα μιας από τις σημαντικότερες παραδόσεις στην  ιστορία του ανθρώπινου Γένους.

 

ΣΥΡΙΖΑ και εξωτερική πολιτική

Πολύ περισσότερο, με δεδομένο ότι και το κυβερνών κόμμα και η κυβέρνηση δυστυχώς έχουν κυριολεκτικά «μαύρα μεσάνυχτα» από εξωτερική, αμυντική και διεθνή πολιτική, γεγονός που τους καθιστά και ευκολότατα χειραγωγήσιμους, από όποιον θέλει και μπορεί να το κάνει, για τις δικές του επιδιώξεις. (Λυπούμαστε πολύ που χρησιμοποιούμε τέτοιους, βαρείς χαρακτηρισμούς, αλλά φοβόμαστε ότι δεν μας επιτρέπεται να ωραιοποιούμε καταστάσεις, σε τόσο κρίσιμα ζητήματα. Είμαστε έτοιμοι να τους τεκμηριώσουμε πλήρως αν κάποιος θέλει να τους αμφισβητήσει).

Τίποτα δεν δείχνει να υπάρχει σπουδαία αντικειμενική, ή υποκειμενική δυνατότητα να λυθούν σήμερα κάπως αξιοπρεπώς, στην κατάσταση που είναι η Ελλάδα και τα διεθνή πράγματα, προβλήματα όπως το μακεδονικό, τα ελληνοτουρκικά ή το κυπριακό, πολύ περισσότερο από μια κυβέρνηση όπως η σημερινή. Προβλήματα που δεν μπόρεσαν άλλωστε να λύσουν πρωθυπουργοί της εμβέλειας ενός Κωνσταντίνου Καραμανλή ή ενός Ανδρέα Παπανδρέου, ούτε και κανείς άλλος, σε συνθήκες πολύ καλύτερες και ευνοϊκότερες από σήμερα και με διαπραγματευτές απείρως σοβαρότερους, από την κυβέρνηση που έκανε τις διαπραγματεύσεις με τους Πιστωτές το 2015. Δεν θέλω ούτε να φανταστώ τι θα γίνει με την παρούσα κυβέρνηση, και στην αδυναμία που βρίσκεται η χώρα, ίσως στο χειρότερο σημείο της εθνικής της ύπαρξης δύο αιώνων, αν διαπραγματευθεί στα σοβαρά, υπό τις παρούσες συνθήκες, με την Τουρκία, το ΝΑΤΟ, τους Αμερικανούς κλπ.

Είναι καλό στη ζωή να ξέρει κανείς τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει.

Όποιος λέει το αντίθετο στον Πρωθυπουργό, ότι δηλαδή μπορεί να καταγάγει θριάμβους  στην εξωτερική πολιτική, το πιθανότερο τον κοροϊδεύει και προσπαθεί να τον χειραγωγήσει επιδέξια, εκμεταλλευόμενος την κατανοητή ανάγκη του να παρουσιάσει κάποια μεγάλη επιτυχία και την παντελή άγνοιά του για τα θέματα αυτά.

Αλλά δις εξ αμαρτείν, ουκ ανδρός σοφού. Ο κ. Τσίπρας ξέρει (ή τουλάχιστον θάπρεπε να ξέρει) τι αξίζουν οι συμβουλές και οι πληροφορίες που τούδωσαν αυτοί που νόμιζε δικούς του και αξιόπιστους ανθρώπους, στον δρόμο που τον οδήγησε στο Τρίτο Μνημόνιο.  Αφού δεν φρόντισε και δεν θέλησε να φτιάξει έναν πολιτικό οργανισμό, που να μπορέσει να δώσει μάχη για την απαλλαγή της χώρας από το νεοαποικιακό καθεστώς, τουλάχιστο ας κυττάξει να τα κάνει όσο καλύτερα μπορεί στο εσωτερικό της χώρας στις δεδομένες συνθήκες, μπας και πετύχει μια κάπως αξιοπρεπή παρουσία στις επόμενες εκλογές, ας δει μην του δώσουνε και τίποτα για το χρέος (που πολύ αμφιβάλλουμε). Γιατί με τα άλλα που του προτείνουν στην εξωτερική πολιτική θα την πληρώσει πολύ άσχημα η χώρα, αυτό που κυρίως ενδιαφέρει εμάς, αλλά θα το φάει στο τέλος και το δικό του το κεφάλι.

Πριν από αυτόν και πολλοί άλλοι πίστεψαν ότι θα ωφεληθούν πολιτικά οι ίδιοι στηρίζοντας τις επιλογές των Αμερικανών. Τελευταίο παράδειγμα ο Γιώργος Παπανσδρέου, πολλοί συνεργάτες του οποίου είναι τώρα και συνεργάτες του Τσίπρα. Τι απέγινε αυτός ο πολιτικός;

Μέχρι στιγμής, η «τουρκική αδιαλλαξία» έχει σώσει από την καταστροφή την Κυπριακή Δημοκρατία. Μακάρι να το κάνει έστω ο σλαβομακεδόνικος εθνικισμός στο θέμα που μας προέκυψε ξαφνικά με το όνομα της πΓΔΜ. Αλλά δεν μπορεί η Ελλάδα να συνεχίζει επ’  άπειρον να είναι τυχερή. Θα γίνει στο τέλος κάπου το κακό.

 

Παίζοντας με τον ελληνικό εθνισμό

Στην καλύτερη για τον ίδιο περίπτωση, ο Τσίπρας, με τέτοιες «πρωτοβουλίες», θα στρέψει εναντίον του την εναπομένουσα δύναμη του ελληνικού εθνισμού (3). Θα φτιάξει δηλαδή μια «Εναλλακτική για την Ελλάδα», μια «Λίγκα του Βορρά» ή μια πιο ευπαρουσίαστη Χρυσή Αυγή, που θα αντλήσει δύναμη από τα ορφανά του 2015, που δεν είναι και λίγα και από τα κατεστραμμένα κοινωνικά στρώματα της χώρας, που κάπου πρέπει στο τέλος να διοχετεύσουν την οργή τους (και προς τον ΣΥΡΙΖΑ). Θα φτιάξει δηλαδή μόνος του την αντιπολίτευση που δεν έχει σήμερα!!!

Το αστείο μάλιστα, αν επιτρέπεται  να το λέμε έτσι, είναι ότι οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους, που πασχίζει να ικανοποιήσει, θα είναι, το πιθανότερο, παρασκηνιακά πίσω και από το νέο πολιτικό μόρφωμα! Γιατί οι φίλοι μας της Αυτοκρατορίας δεν παίζουν ποτέ με ένα μόνο άλογο, δεν έχουν ποτέ ένα μόνο σχέδιο.

Στη χειρότερη περίπτωση, ο Τσίπρας θα προκαλέσει, με την εξωτερική πολιτική του, και άμεσα εθνική, μετά την κοινωνική καταστροφή, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για «ένα 1974 από την ανάποδη».

Το 1974 η δικτατορία προκάλεσε μια εθνική καταστροφή, ακολουθώντας τις υποδείξεις των Αμερικανών και των συμμάχων τους, ως αποτέλεσμα της οποίας κατέρρευσε το δικτατορικό καθεστώς και εμπεδώθηκε η ηγεμονία της Κεντροαριστεράς στην Ελλάδα.

Αν τώρα, μια ψευδώνυμη, τυχοδιωκτική και κυνική, δήθεν «Αριστερά» πρωταγωνιστήσει, όπως της ζητάνε οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους να κάνει, στην επίθεση κατά των εναπομενόντων στοιχείων κρατικής ισχύος και κυριαρχίας του ελληνικού λαού στο ανατολικό Αιγαίο, στη Βόρειο Ελλάδα, στην Κρήτη, στην Κύπρο, τότε θα καταστραφεί μεν ολοσχερώς η ίδια, αλλά θα συμπαρασυρθεί πιθανώς και ότι έχει εναπομείνει από στοιχεία δημοκρατικού καθεστώτος στην Ελλάδα, γράφοντας έτσι το Ρέκβιεμ για το σχέδιο ενός ελληνικού κράτους, όπως το οραματίστηκαν οι Φιλικοί, ο Ρήγας και ο Κολοκοτρώνης.

 

Σημειώσεις

  1. Χώρια που, αντίθετα με τη μαζική και απολύτως ψευδή προπαγάνδα των κυρίαρχων Μέσων,  δεν είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας, της ΕΕ, της σταθερότητας στα Βαλκάνια και της ειρήνης στην Ευρώπη, ούτε η ένταξη άλλων βαλκανικών χωρών στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, ούτε η αποβολή οποιασδήποτε ρωσικής επιρροής από τη χερσόνησο. Αλλά δεν είναι αυτός ο κύριος λόγος για τον οποίο εμείς υποστηρίζουμε ότι είναι εσφαλμένη η σπουδή της Αθήνας στο μακεδονικό, όπως και στο κυπριακό.
  2. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πλήρωσε το αναμενόμενο από πολλούς τίμημα τον Σεπτέμβριο του 2015, για πολύ συγκεκριμένους, μη επαναλήψιμους λόγους. Δεν το πλήρωσε πρώτον, γιατί ο ελληνικός λαός, υπό το σοκ όσων συνέβησαν τον Ιούλιο και στερούμενος ενημέρωσης, δεν είχε καν καταλάβει τον Σεπτέμβριο 2015 τι ακριβώς είχε υπογράψει ο ΣΥΡΙΖΑ. Δεύτερο, γιατί δεν ήθελε να παραδεχτεί την έκταση που εξαπατήθηκε, προτιμούσε να πιστεύει ότι ο Τσίπρας έκανε ότι μπορούσε και συνάντησε ανυπέρβλητες δυσκολίες. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν μπορούσε τίποτα και δεν μπορούσε τίποτα γιατί δεν έκανε απολύτως τίποτα για να ετοιμαστεί για τη μάχη που έπρεπε να δώσει και που δεν είχε καμία διάθεση να δώσει. Οι Έλληνες δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι, αντί να προετοιμάσει τη μάχη, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ στηρίχτηκε, όπως και τόσοι άλλοι πριν από αυτή, στις καλές υπηρεσίες των γνωστών διεθνών Νταβατζήδων, που διαφεντεύουν αυτή τη χώρα, να της βρουν λύση. Τρίτο, γιατί δεν υπήρχε στον ορίζοντα κανείς άλλος να αναλάβει την «εργολαβία» που παράτησε ο ΣΥΡΙΖΑ στη μέση, ούτε ο ηττημένος λαός και το ηττημένο έθνος είχαν το παραμικρό κουράγιο να αρχίσουν ξανά από την αρχή, αφού δέχτηκαν ένα τόσο συντριπτικό ηθικο-ψυχολογικό χτύπημα. Τέταρτο, γιατί ο ελληνικός λαός δεν έβλεπε τον λόγο να επιστρέψει στα ίδια κόμματα που είχαν ήδη χρεωκοπήσει στη συνείδησή του, όντας υπεύθυνα για την κρίση και για τον ερχομό και την εφαρμογή των Μνημονίων και Δανειακών που κατέστρεψαν και υποδούλωσαν την Ελλάδα. Παραμένει σήμερα σε κατάσταση πρωτοφανούς απάθειας και μαζικής κατάθλιψης γιατί νοιώθει ότι είναι παγιδευμένος, ότι δεν έχει λύση.
  3. Ο ίδιος ο Τσίπρας και το κόμμα του δεν ξέρουν πως ήρθαν στην εξουσία, ότι δηλαδή τους οδήγησε εκεί η δύναμη του ελληνικού εθνισμού και η ανάγκη να βρει ο ελληνικός λαός μια διέξοδο, χρησιμοποιώντας το μόνο εργαλείο που, στις συνθήκες, του φαινόταν διαθέσιμο. Νομίζουν ότι τους είδαν κάποια στιγμή στο δρόμο και είπαν «τι σπουδαίος κύριος είναι αυτός ο Μπαλτάς, ο Φλαμπουράρης, ο Παπάς, ο Τσακαλώτος, τι ωραία τα λένε, πως και δεν τους πήραμε πρέφα ως τα σήμερα» και αποφάσισαν οι άνθρωποι να τους ψηφίσουν. Εξεπλάγησαν κάπως και οι ίδιοι με το γεγονός, γιατί ούτε καν αυτοί δεν είχαν ποτέ σε τέτοια εκτίμηση τον εαυτό τους, αλλά δεν είπαν όχι σε αυτό το απρόσμενο δώρο και αποφάσισαν να συμπεράνουν ότι οφείλεται στα κρυφά μέχρι τότε χαρίσματά τους.

Είναι σαν κάποιος να κερδίζει ξαφνικά τον πρώτο λαχνό και να γίνεται εκατομμυριούχος. Οι γύρω του του λένε τι σπουδαίος είναι, τι ωραία τα λέει, πόσο όμορφος είναι. ‘Εχει δύο επιλογές. ‘Η να τους πιστέψει, ή να καταλάβει ότι δεν είναι τίποτα από όλα αυτά και απλώς τον δουλεύουν. Συνήθως οι άνθρωποι προτιμούν να αυταπατώνται.

Παρά την αλλεργία του μεγαλύτερου μέρους των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ προς τη λέξη Έθνος και «τα παράγωγά του», η πολύ επιτυχής και ευφυής αντιγραφή από τον Τσίπρα ιδεών που παρήχθησαν εκτός του κόμματός του και που εστίαζαν στον εθνικό χαρακτήρα της μνημονιακής καταστροφής ήταν που τον κατέστησε φαινομενικά, στη συνείδηση των Ελλήνων, αλλά όχι στην πραγματικότητα, εργαλείο «εθνικής απελευθέρωσης», που έγινε, στον καιρό των Μνημονίων, συνώνυμη της κοινωνικής σωτηρίας.

‘Όπως συνέβη, υπό πολύ διαφορετικές ασφαλώς συνθήκης, στη γερμανική κατοχή με το ΕΑΜ και με το ΠΑΣΟΚ πολύ αργότερα, η σύντηξη του εθνικού και του κοινωνικού στοιχείου έδωσε την ακαταμάχητη πολιτική δύναμη στον ΣΥΡΙΖΑ κατά την άνοδό του. Μόνο που ο ΣΥΡΙΖΑ έμεινε στις φτηνές ρητορείες και στις επικοινωνιακές εντυπώσεις. ‘Ετσι, στην πρώτη επαφή με την πραγματικότητα και χωρίς καν πολλές αντιδράσεις και αντιστάσεις, έπαθε melting down, μετετράπη στο αντίθετό του, από κόμμα της «ριζοσπαστικής αριστεράς» σε κόμμα του «ριζοσπαστικού νεοφιλελευθερισμού». Μεταμορφώθηκε σε ένα είδος κατσαρίδας, για να χρησιμοποιήσουμε τη μεταφορά του Φραντς Κάφκα στο μεγαλοφυιές ομώνυμο κείμενό του.

Σήμερα, μοιάζουν να ζουν στον δικό τους κόσμο, εκλαμβάνοντας την απάθεια των Ελλήνων, προϊόν του σοκ του 2015 και της συνείδησης ότι είναι παγιδευμένοι, χωρίς κανέναν να τους υπερασπιστεί, ως προσχώρηση στους ίδιους και πολιτική τους  επιτυχία. Ξεχνάνε όμως πόσο πονηρή είναι μερικές φορές η Ιστορία.

Δες επίσης

ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΣΗ

Ελλαδα/Κυπρος στη δινη πολεμικων προετοιμασιων: Το γεωπολιτικο Μνημονιο

Στην Εκπομπή “Επί του Πιεστηρίου” του Kontra Channel 5/1/2018

Ο Ερντογαν (ξανα)σωζει προς στιγμην την Κυπρο απο τον Τσιπρα, τον Κοτζια και τον Αναστασιαδη!

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Ακόμα μια φορά ο Ταγίπ Ερντογάν γλύτωσε την Κυπριακή Δημοκρατία από τον αφανισμό της! Αυτό είναι το πιο σημαντικό, καίριας εθνικής σημασίας αποτέλεσμα από την επίσκεψη του Προέδρου της Τουρκίας στην Ελλάδα.

Δυστυχώς όμως δεν είναι οριστικό. Η κυβέρνηση της Αθήνας θα συνεχίσει, όπως φαίνεται, την προσπάθεια να «κλείσει» το θέμα, δηλαδή να συμβάλλει στην κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη μετατροπή της, και τυπικά, σε μεταμοντέρνα αποικία των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους. Αυτό της ζητάνε οι «Νταβατζήδες», αυτό κάνει. (Και θα το είχε ήδη πετύχει προ πολλού, αν είχαν καταφέρει να ανατρέψουν τον Ερντογάν και να βάλουν στη θέση του ένα ανδρείκελο, με το περσινό πραξικόπημα, γιατί είναι η Τουρκία που εμποδίζει μέχρι τώρα αυτή την κατάληξη).

Αφού η κυβέρνηση ολοκλήρωσε την πλήρη παράδοση της Ελλάδας, στον οικονομικό τομέα, στους Γερμανούς, την ΕΕ και το ΔΝΤ, τώρα ήρθε η ώρα του «ψητού». Η παράδοση δηλαδή του ελληνικού και κυπριακού γεωπολιτικού χώρου, ακόμα και του σκληρού πυρήνα της κυριαρχίας του ελληνικού λαού, στις ΗΠΑ και τους άλλους «φίλους» του ναυτικού άξονα, όπως π.χ. η Βρετανία και το Ισραήλ. Είναι το «γεωπολιτικό Μνημόνιο» που έρχεται και θα προκαλέσει, αν δεν συναντήσει την αντίσταση του ελληνικού λαού, ακόμα μεγαλύτερες και πολύ πιο δραματικές στη μορφή τους καταστροφές από αυτές που ζήσαμε με τις Δανειακές και τα Μνημόνια, δίνοντας τη χαριστική βολή στην ίδια την ύπαρξη λειτουργικών ελληνικού και κυπριακού κράτους σε χέρια Ελλήνων.

Τα Μνημόνια και οι Δανειακές, η οικονομική και κοινωνική καταστροφή της Ελλάδας, η λεηλασία της και η επιβολή πρωτοφανών νεοαποικιακών όρων, δεν ήταν παρά η εισαγωγή στο κυρίως έργο, που αποβλέπει στο να πάρουν οι Ξένοι οριστικά την Ελλάδα και την Κύπρο από τα χέρια του ελληνικού λαού.

Δείχνει μάλιστα η ελληνική κυβέρνηση διατεθειμένη ενδεχομένως, προκειμένου να πετύχει να κάμψει την «τουρκική αδιαλλαξία» στο κυπριακό, όπως της ζητάνε να κάνει, να διολισθήσει στην αποδοχή εφ’ όλης της ύλης διάλογου με την Τουρκία, για τις «διμερείς διαφορές», ακολουθώντας τις made in USA συνταγές για τα ελληνοτουρκικά, όπως τις διερευνητικές συνομιλίες και τα ΜΟΕ, που εισήγαγε πρώτος ο Γιώργος Παπανδρέου στην «ελληνική» εξωτερική πολιτική, όταν χρησιμοποιούσε ως σύμβουλο και «θεωρητικό» του, τον νυν Υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά. Ήδη άρχισε τις παραχωρήσεις στη Θράκη.

Ευτυχώς η Τουρκία, που είναι το μόνο από τα κράτη στο τρίγωνο «Ελλάδα-Κύπρος-Τουρκία» με βαθμό κυριαρχίας, ανεξαρτησίας και αυτοσεβασμού, εμποδίζει, τουλάχιστον μέχρι τώρα, τους ιθύνοντες Ελλάδας και Κύπρου να παραδώσουν πλήρως την εθνική τους κυριαρχία, υπερασπιζόμενη τις παράνομες βλέψεις της στην Κύπρο, το Αιγαίο και τη Θράκη!

 

‘Όσο πιο μεγάλο το έγκλημα, τόσο μεγαλύτερα και τα ψέματα

‘Όπως συμβαίνει και σε όλα τα άλλα θέματα, το όλο πακέτο συνοδεύεται από τη συνήθη ψευδολογία και προσπάθεια εξαπάτησης και παραπλάνησης του ελληνικού λαού, που χρησιμοποιεί με τόση δεξιοτεχνία αυτή η κυβέρνηση σε όλα τα θέματα, με κορυφαίο βέβαια το «σκίζουμε τα μνημόνια»

Υπενθύμισε αίφνης ο κ. Τσίπρας την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, προς ικανοποίηση του εθνικού αισθήματος του ελληνικού λαού. Στην επόμενη φράση του όμως ετάχθη υπέρ του εξωφρενικού πλαισίου Γκουτιέρες, που προβλέπει τη διάλυση του κυπριακού κράτους. Με την τουρκική εισβολή του 1974, χάθηκε η μισή Κύπρος, με το πλαίσιο Γκουτιέρες χάνεται ολόκληρη!

Το πλεονέκτημα της μεθόδου είναι ότι όλος ο κόσμος ξέρει για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, σχεδόν κανείς όμως δεν ξέρει τι είναι το πλαίσιο Γκουτιέρες. Μεταξύ πολλών άλλων, που το ένα είναι πιο εξωφρενικό από το άλλο, το πλαίσιο αυτό προβλέπει την κατάργηση του κανόνα της πλειοψηφίας (που ο Περικλής όρισε ως δημοκρατία τον 5ο π.Χ. αιώνα) με την πλήρη εξίσωση πλειοψηφίας και μειοψηφίας, άρα και την εισαγωγή τρίτων ξένων για να διοικούν το νησί. Στο νέο «κράτος» που δημιουργείται στο νησί απαγορεύεται να έχει στρατό και τίθεται υπό την εξουσία «διεθνούς αστυνομικής δύναμης».

Πρόκειται για τη μετατροπή της Κύπρου σε (μη βιώσιμη, και λόγω του άδικου και εξωφρενικού χαρακτήρα της ρύθμισης) μεταμοντέρνα αποικία των ΗΠΑ, της Βρετανίας και του Ισραήλ. Για δικό τους λογαριασμό φωνάζει ο κ. Κοτζιάς να καταργηθούν οι εγγυήσεις και τα ξένα στρατεύματα. Γιατί αυτοί απαιτούν, όπως όλοι οι καταπατητές οικοπέδων που σέβονται τον εαυτό τους, να αρπάξουν την αποικία τους «καθαρή», χωρίς υποσημειώσεις και υποθήκες τρίτων. Κι εκεί έχει κολλήσει μέχρι στιγμής η υπόθεση και δεν μπορούν να καταλήξουν (ακόμα!) οι διαπραγματεύσεις, που δεν είναι παρά διαπραγματεύσεις για τους όρους παράδοσης του κυπριακού κράτους, αρπαγής του από τη νόμιμη κυριαρχία που σήμερα ασκούν ή πάντως δικαιούνται οι κάτοικοί του!

 

Λωζάννη και τουρκικές διεκδικήσεις

Εναντίον κάθε σκέψης για αναθεώρηση της Λωζάννης εμφανίζεται επίσης η Αθήνα. Στην πράξη όμως, κατέφερε η ίδια πλήγμα στο πνεύμα αυτής της συνθήκης, που δεν αναγνωρίζει κανένα δικαίωμα επί της Κύπρου στην Τουρκία, αποδεχόμενη και μονιμοποιώντας, με δική της πρωτοβουλία, την παράνομη, παράλογη και εγκληματική διάσκεψη της Γενεύης, μόνος σκοπός της οποίας είναι η κατάλυση του κυπριακού κράτους, αλλά και νεκρανασταίνοντας, δήθεν για να την καταργήσει, τη Συνθήκη Εγγυήσεως για την Κύπρο.

Την ικανοποίησή του εξέφρασε δημοσίως ο κ. Τσίπρας γιατί ο κ. Ερντογάν δήλωσε ότι δεν έχει εδαφικές διεκδικήσεις εις βάρος της Ελλάδας. Πάλι απάτη ή, τουλάχιστον, άπειρη σύγχυση. Ποτέ η Τουρκία δεν είπε ότι έχει εδαφικές διεκδικήσεις. Είπε ότι τα σύνορα είναι αλλού από κει που λέει ότι είναι η Ελλάδα. Δεν λέει ότι θέλει να αλλάξει τα σύνορα, λέει ότι τα ‘Ιμια και το Φαρμακονήσι είναι τούρκικα, ότι η Γαύδος δεν ξέρουμε ποιανού είναι. Ο κ. Ερντογάν δεν αφήρεσε τίποτα από τις πάγιες διεκδικήσεις της χώρας του, που να δικαιολογούν τη δημόσια έκφραση ευαρέσκειας του Έλληνα Πρωθυπουργού!

Μόλις ξύσει κανείς λίγο το λούστρο της νέας «εθνικοφροσύνης» διαπιστώνει, όπως είχε συμβεί στο παρελθόν και με την παλιά «εθνικοφροσύνη», ότι αυτοί οι νεόκοποι Λεωνίδες έχουν μια ανησυχητική ομοιότητα με τους Εφιάλτες. Ελπίζουμε να είναι μόνο παραίσθηση.

Κλάμα γοερό και στην Κύπρο, όπου ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης και του Προέδρου Αναστασιάδη, ενός Προέδρου πολύ ταιριαστού με την όζουσα διαφθορά της χώρας του, παραπονείται γιατί η τουρκική αδιαλλαξία δεν επιτρέπει στην ηγεσία του να πουλήσει το νησί και τους κατοίκους του, όπως ήδη έκανε με τις τράπεζες. Ο κύπριος κυβερνητικός εκπρόσωπος επεσήμανε, ότι είναι κοινή η θέση Ελλάδας-Κύπρου, ότι «πρέπει να υπάρξει προεργασία Αθήνας- Άγκυρας για το θέμα της ασφάλειας και των εγγυήσεων για να διαφανεί, εάν υπάρχει η αναγκαία υποδομή για σύγκληση νέας διάσκεψης για την Κύπρο, η οποία να έχει πραγματικές πιθανότητες θετικής κατάληξης».

Τι προεργασία δηλαδή να γίνει; Ή η Κύπρος είναι ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος, οπότε έχει τον δικό του στρατό, τη δική του αστυνομία, τη δική του κυριαρχία και κανείς τρίτος δεν έχει κανένα δικαίωμα, ή είναι ένα μπάχαλο προορισμένο να εκραγεί στην πρώτη κρίση. Αν η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι δεν το δέχονται αυτό, δεν μπορεί να συμφωνήσουμε σε λύση. Χάσαμε τη μισή Κύπρο το 1974. Θέλουμε να χάσουμε και την υπόλοιπη, καθιστώντας Ελληνοκύπριους και Ελλάδα ομήρους και προκαλώντας στο τέλος μια κρίση χειρότερη από αυτή του 1974;

Μούπε τις προάλλες κάποιος σε μια συζήτηση, μα ποια λύση προτείνεις εσύ. Ο τρόπος να τίθεται έτσι το θέμα είναι παραπλανητικός. Δεν ξέρω αν μπορεί να βρεθεί λύση στο κυπριακό μετά από όσα έγιναν και δεν είναι δική μου δουλειά να σκεφτώ τη λύση, είναι δουλειά του κυπριακού λαού να σκεφτεί τι θέλει στο νησί του, αντί να εξουσιοδοτεί εν λευκώ διάφορους πολιτικούς απατεώνες να το κάνουν. Αυτό που εγώ ξέρω είναι άλλο. ‘Ότι δεν μπορεί εν ονόματι της ανάγκης να «λυθεί το κυπριακό» να γίνει αποδεκτή μια λύση που προβλέπει την κατάργηση της δημοκρατίας, της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας στην Κύπρο και παραβιάζει μαζικά όλες τις θεμελιώδεις και παγκοσμίως αποδεκτές πρόνοιες του ευρωπαϊκού, συνταγματικού και διεθνούς δικαίου!

Δυσκολεύεται πια κανείς να σχολιάσει αυτά που γίνονται. Αυτό το κρεσέντο αναξιοπρέπειας και ψευδολογίας που έχει πλημμυρίσει την πολιτική τάξη, τη «δημοσιογραφία» και την εν γένει δημόσια ζωή και της Ελλάδας και της Κύπρου, προειδοποιώντας για την επερχόμενη, ακόμα πιο μεγάλη εθνική καταστροφή των Ελλήνων, αν δεν μπορέσουν να ξεσηκωθούν και να τη σταματήσουν. Οι κυβερνήσεις Αθηνών και Λευκωσίας δεν είναι παρά η κορφή του παγόβουνου, θα τους ήταν άλλωστε αδύνατο να κάνουν αυτά που κάνουν αν υπήρχε ίχνος υγείας στο ελλαδικό και το κυπριακό πολιτικό και «επικοινωνιακό» σύστημα.

Ακριβώς επειδή η παρούσα κυβέρνηση δεν διαθέτει κανένα δικό της «ιθαγενές» εθνικό σχέδιο και στη διεθνή πολιτική της, όπως δεν είχε και για την αντιμετώπιση του νεοαποικιακού μνημονιακού καθεστώτος, ακριβώς γιατί έχει παραδοθεί στις πιο αντιδραστικές και ολοκληρωτικές ακόμα παγκόσμιες δυνάμεις, όπως ο Τραμπ, και τους έχει παραδόσει τη χώρα σε όλους τους τομείς, η επίσκεψη Ερντογάν σχεδιάστηκε πολύ άσχημα και εξελίχθηκε σε σχεδόν φιάσκο.

Αν αποφεύχθηκε να εξελιχθεί σε πλήρη σκυλοκαυγά επί ελληνικού εδάφους είναι για δύο λόγους. Πρώτον ότι ο Ερντογάν έχει πολύ μεγάλη ανάγκη από ειρήνη προς τα δυτικά, με δεδομένες τις απειλές που έχει να αντιμετωπίσει. Δεύτερο ότι η ελληνική κυβέρνηση παραμένει εξαιρετικά ανασφαλής και αβέβαιη. Ο Τσίπρας ενδιαφέρεται μόνο για τα επικοινωνιακά και την εικόνα του. Ο Κοτζιάς να κάνει τα χατίρια της Ουάσιγκτον και των φίλων της. Που, ακόμα, δεν έχουν αποφασίσει φαίνεται ότι χρειάζονται μια ελληνοτουρκική κρίση.

Ούτε η Τουρκία, ούτε η Ελλάδα έχουν σήμερα την πολυτέλεια μιας κρίσης, αλλά το θέμα εξαρτάται δυστυχώς και από τους επιτήδειους τρίτους που τόσοι και τόσοι προβοκάτορες θα σπεύσουν να τους εξυπηρετήσουν.

Αντικειμενικώς, υπάρχει στη σημερινή συγκυρία ισορροπία συμφερόντων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η Ελλάδα έχει συμφέρον να μην δει νέα μαζικά κύματα μεταναστών και προσφύγων να διασχίζουν το Αιγαίο. Ο Ερντογάν έχει συμφέρον να μην ανοίξει νέο μέτωπο.

Το ερώτημα είναι αν η Αθήνα το καταλαβαίνει αυτό, ή αν η υποτέλεια που έχει χτυπήσει κρεσέντο την οδηγήσει πάλι, με μια προβοκάτσια, πούναι τόσο εύκολο να στηθεί, σε μια μείζονα εθνική καταστροφή, που θα είναι η πρόκληση κρίσης με την Τουρκία για λογαριασμό τρίτων. (το σενάριο αυτό ισχύει αν πάμε σε σύγκρουση ΗΠΑ-Ισραήλ με την Τουρκία)

Εξίσου καταστροφική θα είναι και η «επίλυση» των ελληνοτουρκικών διαφορών, πάλι για λογαριασμό τρίτων και με τις καταστροφικές μεθόδους που εισήγαγε από τις ΗΠΑ ο Γιώργος Παπανδρέου, όταν ήταν Υπουργός Εξωτερικών, πάλι με τον Κοτζιά σημαίνοντα σύμβουλό του και «θεωρητικό» του. (Το σενάριο αυτό ισχύει αν τα βρουν ΗΠΑ-Ισραήλ με την Τουρκία).

Δυστυχώς, αν κρίνουμε από τις επιδόσεις αυτής της κυβέρνησης στη διεθνή της πολιτική, αμφιβάλουμε αν ποτέ η χώρα ήταν σε τόσο επικίνδυνα χέρια. Εδώ ο κ. Τσίπρας δήλωσε προ ημερών στο Βελιγράδι ότι οι Σλαβομακεδόνες είναι, και αυτοί, απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου, εμφανιζόμενος δηλαδή να αγνοεί το ότι ο άνθρωπος πέθανε 900 χρόνια προτού εμφανιστούν τα σλαβικά φύλα στη Βαλκανική! Δηλαδή πως να το σχολιάσουμε τώρα αυτό εμείς;

Όσο για τις υπαγορευμένες από την Ουάσιγκτον και τους συμμάχους τους επιδιώξεις να λυθεί το κυπριακό (όπως και το μακεδονικό, για να μπουν τα Σκόπια στο ΝΑΤΟ), δεν αφήνετε βρε παιδιά τα πειράματα στην εξωτερική πολιτική, την οποία άλλωστε παντελώς αγνοείτε. Θα προκαλέσετε μια εθνική καταστροφή μεγαλύτερη από τη Μικρασιατική όπως πάτε. Τόσο πολύ πια θέλετε να δώσετε την Ελλάδα και την Κύπρο στις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους. Είπαμε να κάνουμε συμμαχίες, δεν είπαμε να τους δώσουμε τη χώρα μας.

«Δεν υπάρχει πιο σίγουρος θάνατος για ένα έθνος από το να παραδώσει την πολιτική του στους συμμάχους του», έγραψε ο μεγάλος λογοτέχνης μας Αλέξανδρος Κοτζιάς στην «Πολιορκία». Αλλά έκανε λάθος, υπάρχει! Να παραδόσεις όχι μόνο την πολιτική του έθνους, αλλά και το ίδιο το έθνος.

 

Σημείωση

Για τη μετατροπή της Κύπρου σε μεταμοντέρνο προτεκτοράτο δες http://www.konstantakopoulos.gr/2017/12/07