Tag Archives: Βρετανική πολιτική στην Κύπρο

Ο Kαυγας των Νταβατζηδων στον προθαλαμο της Οδαλισκης – Γιατι λυσσαξαν να παρουν την Κυπρο!

“Όταν ένα έθνος εκτιμάει κάτι περισσότερο από την ελευθερία, θα χάσει την ελευθερία του. Και η ειρωνεία: αν αυτό το κάτι είναι οι ανέσεις ή το χρήμα, θα τα χάσει κι αυτά”
Ουίλιαμ Σόμερσετ Μομ

 

του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Ο ΓΓ του ΟΗΕ κ. Γκουτιέρες φαίνεται ότι δεν βλέπει ειδήσεις.

Δεν πρόσεξε ότι οι δυνάμεις πίσω από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, έξοχο σύμβολο ενός βαριά άρρωστου κόσμου και συστήματος, αγωνίζονται για την καταστροφή της ζωής στον πλανήτη εντός μερικών δεκαετιών. Δεν πρόσεξε ότι τον περασμένο Απρίλιο, σε διάστημα δέκα μόλις ημερών, οι ΗΠΑ παρολίγον να προκαλέσουν δύο πυρηνικούς πολέμους στη Συρία και την Κορέα. Δεν έχει πληροφορηθεί τίποτα για τους πολέμους στη Μέση Ανατολή ή για την κατάσταση μιας ανθρωπότητας που, συνολικά κρινόμενη, βρίσκεται σήμερα στο πιθανώς χειρότερο και σίγουρα πιο επικίνδυνο σημείο της ιστορίας της.

Τον κ. Γκουτιέρες, βετεράνο του απίθανου θιάσου των Ευρωπαίων “Σοσιαλιστών”, ένα πράγμα τον απασχολεί κυρίως και δεν τον αφήνει να κοιμηθεί ήσυχος τη νύχτα. Όχι. Δεν είναι οι βόμβες στο Αφγανιστάν, η χολέρα στην Υεμένη, η κατάσταση στην Παλαιστίνη, η πείνα στην Αφρική. Τον κ. Γκουτιέρες τον απασχολεί πως θα φέρει την ειρήνη στην Κύπρο, όπου οι εχθροπραξίες τελείωσαν το… 1974!

Για τον σκοπό αυτό έκανε ήδη ένα ταξίδι στην Άγκυρα και τώρα κάλεσε τους ηγέτες των δύο “κοινοτήτων” επειγόντως στη Νέα Υόρκη. Πριν από τον κ. Γκουτιέρες, με το κυπριακό ασχολήθηκαν επιμόνως η Βικτώρια Νούλαντ (που παρολίγον κι αυτή να προκαλέσει πυρηνική σύγκρουση στην Ουκρανία), η πρωθυπουργός της Βρετανίας, μιας χώρας που συνέβαλε με όλους τους δυνατούς τρόπους στην κατεδάφιση της μισής Μέσης Ανατολής και ο απερίγραπτος Πρόεδρος της Κομισιόν Γιούνκερ, επί των ημερών του οποίου η Ελλάδα συνέχισε απτόητη την καταστροφή της, έφυγε η Βρετανία από την ΕΕ και κινδυνεύει ολόκληρη η Ένωση με διάλυση.

Με τέτοιους “φίλους της ειρήνης” το μέλλον του νησιού της Αφροδίτης φαίνεται απολύτως εξασφαλισμένο, πόσο μάλλον που φαίνεται ότι κατοικείται από Λωτοφάγους. (Οι Αρχαίοι Έλληνες κατασκεύασαν τη λέξη “αλήθεια” από το στερητικό α- και τη λέξη Λήθη, να μην ξεχνάς τα σπουδαία και σημαντικά).

Όλοι αυτοί λοιπόν έχουν λυσσάξει κυριολεκτικά, μέσα σε μια παγκόσμια κατάσταση που δεν θα έπρεπε να τους αφήνει πέντε λεπτά ελεύθερους, να ασχολούνται επιμόνως πως θα φέρουν την “ειρήνη” στην Κύπρο, παρόλο που κανείς δεν φαίνεται να την απειλεί στα σοβαρά. Μαζί και οι ηγέτες του νησιού και της μαμάς Ελλάδας, “τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι”.

Στο υποσύστημα άλλωστε Ελλάδα-Κύπρος-Τουρκία της Ανατολικής Μεσογείου, από τα τρία κράτη το μεν ένα έχει και επισήμως σχεδόν καταλυθεί, υπό οικονομική κυριαρχία των Πιστωτών και ασφυκτικό γεωπολιτικό-στρατηγικό έλεγχο του άξονα των “ναυτικών δυνάμεων” (ΗΠΑ-Βρετανία-Ισραήλ), το δεύτερο, υπό τον κ. Αναστασιάδη, έχει διατηρήσει μια σχεδόν μόνο τυπική ανεξαρτησία και μόνο το τρίτο αγωνίζεται με τον τρόπο του να διατηρήσει την κυριαρχία και ανεξαρτησία του.

Θέλουν λοιπόν αυτοί οι διεθνείς “φίλοι της ειρήνης” να “λύσουν το κυπριακό” πάση θυσία και θέλουν να το λύσουν τώρα!

 

Η μέθοδος προσδιορίζει το αποτέλεσμα

Έως την 1η Δεκεμβρίου γίνονταν απερίγραπτες “διακοινοτικές διαπραγματεύσεις” – φαρσοκωμωδία στην Κύπρο, όπου υποτίθεται ότι ο κ. Αναστασιάδης και ο κ. Ακιντζί έψαχναν να βρουν ένα “σχέδιο λύσης” του κυπριακού που να μπορεί να παρουσιαστεί σε δημοψήφισμα και να εγκριθεί.

Τις χαρακτηρίσαμε φαρσοκωμωδία γιατί στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για προσπάθεια επίλυσης του κυπριακού που να εμπλέκει σε σοβαρό και ειλικρινή διάλογο τους Ελληνοκυπρίους και τους Τουρκοκυπρίους, αλλά για μια διαπραγμάτευση δύο ηγετών στη βάση ενός σχεδίου απορριφθέντος ήδη από τον πληθυσμό και παραβιάζοντος μαζικά τις πιο βασικές πρόνοιες του συνταγματικού, διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου.

Τέλος πάντων, μέχρι την 1.12 ξέραμε ότι οι δύο πλευρές συζητούσαν ένα σχέδιο κι αν συμφωνούσαν θα το έθεταν υπό την έγκριση των πολιτών.

Τέτοιο πράγμα δεν βρισκόταν αλλά και άλλοι γενικότεροι λόγοι που έχουν να κάνουν με τις κρίσεις στη Μέση Ανατολή, την Ευρώπη και την Ελλάδα, ανάγκασαν τον διεθνή παράγοντα να αποφασίσει να αλλάξει τη διαδικασία, συγκαλώντας στη Γενεύη τη διάσκεψη των Εγγυητριών Δυνάμεων που προέβλεπαν οι αλήστου μνήμης συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου. Με πρωτοβουλία μάλιστα του κ. Κοτζιά, η Διάσκεψη αυτή έγινε διαρκής, όπως και ο θεσμός της Ιεράς Εξέτασης. Δεν μπορεί να τερματισθεί προτού ο κατηγορούμενος, ο κυπριακός λαός εν προκειμένω, παραδεχθεί την ασήκωτη ενοχή του και παραδώσει όχι την ψυχή του (της οποίας η τύχη αγνοείται), αλλά το κράτος του.

Συναινώντας στη σύγκληση της Διάσκεψης της Γενεύης, Λευκωσία και Αθήνα ακύρωσαν το μεγαλύτερο επίτευγμα της κυπριακής και ελλαδικής διπλωματίας μετά το 1963, που ήταν να θεωρηθούν ουσιαστικά έκπτωτες οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου (η “Ανταλκίδειος Ειρήνη” κατά Ηλία Ηλιού, Πρόεδρο της ΕΔΑ) και επανέφεραν την Κύπρο στο προ του 1960 νομικό καθεστώς. Τρία τρίτα κράτη, που έχουν κατά καιρούς εμπλακεί σε πόλεμο εναντίον του κυπριακού λαού, συζητούν στη Γενεύη το καθεστώς του νησιού, που εκπροσωπείται στη Διάσκεψη από τους αρχηγούς των κοινοτήτων (σε βρετανική αποικιακή ορολογία) ή των φυλών των ιθαγενών (αν προτιμάτε την, ευρύτερης χρήσεως για τέτοιες περιπτώσεις) διεθνή ορολογία.

Πολλοί στην Κύπρο εξακολουθούν και επαναλαμβάνουν μονότονα, φανταζόμαστε για να μην κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν, ότι όλα αυτά δεν έχουν καμιά σημασία κι ότι θα μπορέσουν να ανατρέψουν τα όποια αποτελέσματα της Γενεύης σε δημοψήφισμα. Δηλαδή, θέλουν να πουν ότι αυτοί είναι πιο έξυπνοι ή πιο πονηροί από τη Βρετανία και την Αμερική που χάνουν το χρόνο τους συγκαλώντας τέτοιες διασκέψεις.

Ήδη, όπως αναφέραμε, και με τη σύγκλησή της μόνο, η Διάσκεψη της Γενεύης άρχισε να παράγει νομικά αποτελέσματα. Αν καταλήξει και με βάση τις ιδέες και προτάσεις που κυκλοφορούν, τα αποτελέσματά της, όπως εξηγήσαμε πολύ αναλυτικά στα άρθρα μας για το θέμα, δεν είναι αναστρέψιμα. Επικυρούμενα από τη Βρετανία, την Ελλάδα, την Τουρκία, την ΕΕ και τον ΟΗΕ θα εξασφαλίσουν την παραμονή των τουρκικών στρατευμάτων στο νησί επ’ άπειρον, θα ακυρώσουν το ισχυρότερο διπλωματικό χαρτί που έχει σήμερα η Λευκωσία (τα ψηφίσματα του ΟΗΕ που ζητούν την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων το ταχύτερο και άνευ όρων), θα στερήσουν το μέλλον κυπριακό κράτος από βασικά κρατικά χαρακτηριστικά, όπως το δικαίωμα σε δικό του στρατό και αυτοάμυνα και θα εξασφαλίσουν την αιώνια παρουσία των βρετανικών βάσεων στο νησί και τα όποια επεμβατικά δικαιώματα τρίτων.

Η μεγαλύτερη απάτη είναι αυτό που η Αθήνα επιμένει να παρουσιάζει ως μεγάλη εθνική επιτυχία, δηλαδή η κατάργηση των εγγυήσεων. Η Κύπρος όχι μόνο μετατρέπεται σε προτεκτοράτο, στο έλεος της καλής θέλησης των “Προστατών”, αλλά και η Αθήνα χάνει την τελευταία νομική δυνατότητα να παρέμβει στο νησί, για να προστατεύσει σε περίπτωση κινδύνου τον απειλούμενο ελληνικό πληθυσμό.

Η διαφορά από το 2004 είναι ότι τότε ο διεθνής παράγων υπολόγιζε στην Τουρκία ως τμήμα του δυτικο-ισραηλινού συγκροτήματος, ενώ τώρα υπάρχει αμφιβολία περί αυτού. Θέλουν επομένως να πάρουν τους τίτλους του οικοπέδου καθαρούς, χωρίς κανένα δικαίωμα τρίτου επ’ αυτού, περιλαμβανομένης της Ελλάδας και της Τουρκίας. Αυτό κρύβεται πίσω από όλη τη φασαρία για τις “εγγυήσεις”.

Πως όλα αυτά, αν συμφωνηθούν από τους Αναστασιάδη και Ακιντζί και επικυρωθούν από την Ελλάδα, την Τουρκία, τη Βρετανία, την ΕΕ και τον ΟΗΕ θα ακυρωθούν στη συνέχεια από ένα δημοψήφισμα; ‘Ηδη θα έχει προσδιοριστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό και ανεπίστρεπτα η – καθοριστικής σημασίας – διεθνής (μη) υπόσταση του κυπριακού κράτους. Κι αν επιτέλους οι ιθαγενείς δεν μπορούν να συμφωνήσουν για ένα χωριό στη Μόρφου ή στην Αμμόχωστο, δεν πειράζει. Η “διεθνής κοινότητα” θα έχει πάρει το νησί, οι Κύπριοι δεν θα έχουν κράτος και μπορούν να τσακώνονται άλλα χίλια χρόνια αν υπάρχουν. Ποτέ οι καυγάδες των ντόπιων δεν έβλαψαν τους ξένους.

Η Αυτοκρατορία θα έχει επιτέλους αποκτήσει το νησί που τόσο θέλει από τον καιρό του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου και των Ναϊτών Ιπποτών και τόσα έκανε για να το αποκτήσει. (Θέλει όλο το νησί, κατά προτίμηση χωρίς τους κατοίκους και όχι μόνο τις βάσεις).

Στην πραγματικότητα μια τέτοια κατάληξη της διάσκεψης της Γενεύης αφαιρεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από τους Κυπρίους το κράτος τους και δεν θα το ξαναπάρουν ποτέ πίσω.

Γι’ αυτό ακριβώς έγινε άλλωστε η διάσκεψη. Για να μη ξαναδοθεί ποτέ στους Κύπριους η δυνατότητα να αποφασίσουν εκείνοι για το μέλλον τους μέσω ενός δημοψηφίσματος, όπως το 2004.

 

Τι επιδιώκουν για την Κύπρο

Επειδή όμως είναι πολλοί που για διάφορους ιδιοτελείς λόγους επιμένουν να μη βλέπουν το τελείως προφανές, υπάρχει δόξα τω Θεώ μια αποκαλυπτική συνέντευξη του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικού κ. Κοτζιά στο Γερμανικό Πρακτορείο Ειδήσεων (DPA, 27.1.2017), που διευκρινίζει με τη σαφήνεια που δικαιούνται οι Γερμανοί αναγνώστες του, τι ακριβώς θέλει να κάνει την Κύπρο και ξεκαθαρίζει, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο σκοπός όλης της επιχείρησης δεν είναι άλλος από το να μεταβάλει ένα δεύτερο μέλος της ΕΕ (μετά την Ελλάδα) σε προτεκτοράτο  του “άξονα των ναυτικών δυνάμεων” (ΗΠΑ, Βρετανία, Ισραήλ) με κάποιο ρόλο στη διακυβέρνηση της ΕΕ, που δεν ξέρουμε όμως τι θα είναι και αν θα υπάρχει σε μερικά χρόνια.

Όπως εξήγησε, επανερμηνεύοντας με αφοπλιστική ειλικρίνεια τον ορισμό του Περικλέους για τη δημοκρατία, ο κ. Υπουργός, όλες τις βασικές αποφάσεις στο νέο υπό διαπραγμάτευση “κράτος”, που θα αντικαταστήσει το υπάρχον, θα τις παίρνουν εξ ημισείας η πλειονότητα (82% Ελληνοκύπριοι) και η μειονότητα (18% Τουρκοκύπριοι). Δεν το είπε, αλλά είναι φανερό ότι επειδή πιθανότατα αυτά τα δύο μέρη δεν θα συμφωνούν, ξένοι θα κληθούν να παίρνουν τις αποφάσεις, όπως προέβλεπε το απορριφθέν στο δημοψήφισμα του 2004 σχέδιο Ανάν.

Ένα ζήτημα είναι ποιός παίρνει τις αποφάσεις, εξίσου σημαντικό είναι και το ποιός τις εφαρμόζει. Στην περίπτωσή μας την τελική ευθύνη για την άσκηση κυριαρχίας θα την έχει, όπως εξηγεί στην ίδια συνέντευξη ο Υπουργός, μια Διεθνής Αστυνομία. ‘Οσο για τις ένοπλες δυνάμεις της Κύπρου, που υπάρχουν σήμερα, θα διαλυθούν. Το νέο “κράτος” δεν θα έχει δικό του στρατό ούτε και το δικαίωμα στην αυτοάμυνα, όπως τα άλλα μέλη του ΟΗΕ και της ΕΕ. Θα είναι “αποστρατιωτικοποιημένο”, πράγμα που πρακτικά σημαίνει ότι θα απαγορευθεί στους ιθαγενείς να έχουν δικό τους στρατό, θα κυκλοφορούν όμως εκεί ένα σωρό ξένοι στρατοί, και, πριν από όλους, θα εξακολουθούν να υπάρχουν οι θηριώδεις βρετανικές βάσεις, θεμελιώδους ρόλου για τους πολέμους στη Μέση Ανατολή και για την παρακολούθηση των παγκόσμιων επικοινωνιών.

Ειρήσθω εν παρόδω, η Κύπρος έχει ακόμα σήμερα τη δυνατότητα να θέσει υπό αμφισβήτηση την παρουσία των βάσεων (όπως κάνει ο Ερντογάν με το Ιντσιρλίκ, αλλά αυτός εκπροσωπεί, έστω με τον τρόπο και την πολιτική του, τα συμφέροντα της χώρας του όπως τα καταλαβαίνει), ή να καλέσει άλλη δύναμη να φτιάξει δικές της βάσεις. Δηλαδή διαθέτει ένα “ατομικό όπλο” για να προστατευθεί από τον οποιονδήποτε, άλλο αν οι ηγέτες της δεν θέλουν να το χρησιμοποιήσουν. Ο αποικιοκράτης θέλει να το πάρει για πάντα από τα χέρια της Λευκωσίας.

Αυτό το “κράτος” είναι νομικά ένα προτεκτοράτο και ψυχολογικά ένας τρόπος να μην ενωθούν ποτέ Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, αφού η πλειοψηφία θα μισεί την μειοψηφία για το άδικο που θα υφίσταται διαρκώς και η μειοψηφία θα εγκλωβιστεί όσο ποτέ άλλοτε στα υπέρογκα προνόμιά της και θα τρέχει συνέχεια στην Άγκυρα μην τυχόν και της τα αμφισβητήσουν. Και οι δύο κοινότητες θα παρακαλάνε τον διεθνή παράγοντα, τον μεταμοντέρνο αποικιοκράτη και θα του τα δίνουν όλα για να κερδίσουν την εύνοιά του.

Πρακτικά, η “νέα Κύπρος” θα είναι μια ωρολογιακή βόμβα, που θα μπορεί να μετατρέψει ανά πάσα στιγμή την Κύπρο σε Συρία, δημιουργώντας σοβαρότατα προβλήματα στην Ελλάδα και την ΕΕ. Η Τουρκία, δια των Τουρκοκυπρίων, θα διαθέτει βέτο στην ΕΕ, καθιστάμενη από τώρα μέλος με δικαιώματα, όχι όμως και υποχρεώσεις της Ενωσης. Ούτε κι εκείνη όμως θα ωφεληθεί στο τέλος, γιατί μια τέτοια κατάσταση δεν θα οδηγήσει παρά στο να στρέψει την Ευρώπη, αργά ή γρήγορα, εναντίον της Τουρκίας.

Ο διεθνής παράγων έχει συμφέρον να προκαλέσει τέτοιες εξελίξεις γιατί έχει ανάγκη το νησί, όχι τους κατοίκους του, που μόνο μπελάδες του δημιουργούν, αλλά και για άλλους γενικότερους λόγους.

Αυτός που κυρίως θα ωφεληθεί από τον μετασχηματισμό του κυπριακού κράτους σε μεταμοντέρνο προτεκτοράτο είναι οι δυνάμεις του Χάους, που είδαμε να δρουν στη Μέση Ανατολή, στην ελληνική κρίση, στην Ουκρανία, στην Άπω Ανατολή, στα ζητήματα του παγκόσμιου κλίματος.

 

Οι αιτίες της πρεμούρας

Υπάρχουν γενικοί και ειδικοί λόγοι που εξηγούν αυτή την αφύσικη πρεμούρα να “λυθεί το κυπριακό”

– η προετοιμασία ενός πολύ μεγάλου πολέμου στη Μέση Ανατολή (που επιβεβαιώθηκε και με τον βομβαρδισμό του Άσυντ από τις ΗΠΑ). Για να πληγεί η Συρία και οι ρωσικές δυνάμεις στη Συρία πρέπει να κυκλωθούν δηλαδή να ελεγχθεί η Τουρκία (εξ ου και το βιαστικό και αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016) και η Κύπρος.

– η ύπαρξη στο εσωτερικό του διεθνούς κατεστημένου ενός ισχυρού “Κόμματος του Χάους”, που επιδιώκει τη δημιουργία όσο περισσότερων προβλημάτων στην ΕΕ και πιθανώς τον κατακερματισμό της

– η πολύ ευνοϊκή συγκυρία της παρουσίας Αναστασιάδη στην Κύπρο και της Ελλάδας σε καθεστώς “αποικίας χρέους” υπό ασφυκτικό έλεγχο και επιτήρηση ΗΠΑ-Βρετανίας-Ισραήλ.

Αν κάποιος πιστεύει ότι αυτά δεν είναι σωστά και ότι κάτι άλλο εξηγεί όσα γίνονται, μπορεί να το πει. Εμείς δεν έχουμε διαβάσει καμιά άλλη ερμηνεία για όσα γίνονται.

 

Γιατί πρέπει να ευγνωμονούμε την Τουρκία

Κάθε φορά που διαβάζω ελληνοκυπριακές ανακοινώσεις που καταγγέλλουν την τουρκική και τουρκοκυπριακή “αδιαλλαξία”, δεν ξέρω τι να πρωτοθαυμάσω σε αυτή τη φαρσοκωμωδία, που μπορεί ανά πάσα στιγμή να εξελιχθεί σε κανονική τραγωδία.

Στην πραγματικότητα, οι Ελληνοκύπριοι αντί να καταγγέλλουν την τουρκική αδιαλλαξία, θα έπρεπε μάλλον να ανεγείρουν αδριάντες στον κ. Ερντογάν και τον κ. Ακιντζί. Κι αν δεν υπήρχαν, θα έπρεπε να τους εφεύρουν, για να παραφράσουμε κι εμείς τον κ. Νταβούτογλου.

Η Κυπριακή Δημοκρατία υφίσταται σήμερα μόνο και μόνο γιατί η Τουρκία, υπερασπιζόμενη τις δικές της βλέψεις στο νησί, δεν αποδέχεται τη μετατροπή του σε προτεκτοράτο με τους όρους που επιδιώκει ο “διεθνής παράγων”. Αν ζούσε ο Ντελακρουά, θα ζωγράφιζε πιθανώς τον πίνακα “Ο Καυγάς των Νταβατζήδων στον προθάλαμο της Οδαλίσκης”.

Το κυπριακό δεν έχει λυθεί όχι γιατί τσακώνονται οι εκπρόσωποι των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, αλλά γιατί δεν τα έχουν βρει ο Ταγίπ Ερντογάν και ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου.

Μα, θα μου πει κάποιος, ή μάλλον θα το σκεφτεί, τι πειράζει να γίνει δυτικό προτεκτοράτο; Πειράζει για πολλούς λόγους και ένας μόνο από αυτούς είναι ότι, όπως ήδη γράψαμε, ο “διεθνής παράγων” χρειάζεται το νησί, όχι όμως τους κατοίκους, που μόνο μπελάς του είναι. Αν οι κάτοικοι του δώσουν το κράτος τους, θα κοιτάξει να τους ξεφορτωθεί. Και σήμερα μπορεί να το κάνει, ενώ δεν μπορούσε ούτε επί Οθωμανικής, ούτε επί Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Ελπίζει κανείς να συνεχίσουν να μην τα βρίσκουν οι Ταγίπ Ερντογάν και ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ώστε να σωθεί “από σπόντα” και η Κύπρος.

Μακροχρόνια όμως, κράτη και λαοί που δεν θέλουν να υπερασπιστούν την ύπαρξή τους, που δεν μπορούν καν να αρθρώσουν σε λόγια τη διεκδίκηση της ύπαρξής τους, το δικαίωμα της πλειοψηφίας να κυβερνά (με περιορισμούς ασφαλώς και εξαιρέσεις), το δικαίωμα στην ανεμπόδιστη κυριαρχία και στην αυτοάμυνα (το δικό τους στρατό) και δεν μπορούν να βρουν ηγέτες να το κάνουν, δεν μπορούν και δεν αξίζουν να επιβιώνουν.

Θυμάμαι τον Βάσσο Λυσσαρίδη, τον έναν από τους δύο ανθρώπους χάρη στους οποίους επέζησε το κυπριακό κράτος το 1974, να επιμένει, σε όλες τις τελευταίες συναντήσεις μας:

“Παλιά έλεγα ότι ζητείται ηγεσία. Τώρα λέω ότι ζητείται λαός”

ΗΠΑ και Ηνωμενο Βασιλειο ηξεραν για την εισβολη στην Κυπρο

Δημοσιεύτηκε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, 3/3/2017

 

του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Παράνομες οι συμφωνίες του 1960 κατά το Λονδίνο που τις επέβαλε! Τι γνώριζαν οι Βρετανοί για την απόβαση του 1974 και τον Αττίλα ΙΙ. Το Κυπριακό στο φως των βρετανικών αρχείων.

Οι ίδιοι οι νομικοί του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών θεωρούν παράνομη την Συνθήκη Εγγυήσεως που επέβαλλε το Λονδίνο, με τη συνδρομή της τότε ελληνικής κυβέρνησης, στον αρχιεπίσκοπο Μακάριο! Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Τζέιμς Κάλλαχαν, από την πλευρά του, γνώριζε εκ των προτέρων την επερχόμενη τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τον Ιούλιο 1974, και την εν συνεχεία προέλαση του τουρκικού στρατού τον Αύγουστο 1974 και δεν έκανε τίποτα για να εμποδίσει τους σχεδιασμούς Κίσσινγκερ-Άγκυρας. Ενώ είπε μάλιστα ψέματα στην κοινοβουλευτική επιτροπή που διερευνούσε αυτό το θέμα.

Αυτά τα συμπεράσματα και πολλά άλλα, εξίσου εντυπωσιακά, τεκμηριώνονται από την έρευνα του Βρετανού πρώην διπλωμάτη, ιστορικού, καθηγητή Πολιτικών Ιδεών και Θεσμών στο πανεπιστήμιο Guglielmo Marconi της Ιταλίας, Γουίλιαμ Μάλινσον.

Ο Μάλινσον πραγματοποίησε μακρόχρονη, συστηματική δουλειά στα Βρετανικά Κρατικά Αρχεία, εντοπίζοντας, διαβάζοντας και αναλύοντας πολλά έγγραφα του Φόρεϊν Όφις που αφορούσαν τη βρετανική πολιτική στην Κύπρο και την Ελλάδα. Ο Μάλινσον είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων για την Κύπρο και την Ελλάδα (τα τελευταία του που έχουν εκδοθεί στα ελληνικά είναι οι Πικρές Εληές, από τις εκδόσεις Εστία και το Κύπρος, μια Ιστορική Προοπτική, από τις εκδόσεις Παπαζήση).

 

Τα ψέματα του Κάλλαχαν

Όπως λέει ο κ. Μάλινσον, από τα έγγραφα των βρετανικών αρχείων προκύπτει ότι ο Κάλλαχαν και τα στελέχη του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών είπαν ψέματα και προφανώς το έκαναν γιατί δεν ήθελαν να αποδεχθούν ότι η Βρετανία υπετάγη στον Κίσσινγκερ, χάνοντας την ανεξαρτησία της στην εξωτερική και αμυντική της πολιτική. Ο Κάλλαχαν, μας λέει, ήθελε να κρατήσει όσο μπορούσε πιο καθαρή την εικόνα του στο εσωτερικό του Εργατικού Κόμματος, ενόψει των επικείμενων εσωκομματικών εκλογών. Δύο μήνες μετά από αυτές τις ακροάσεις έγινε πρωθυπουργός, αντικαθιστώντας τον παραιτηθέντα Ουίλσον.

«Ο Κάλλαχαν και ασφαλώς ο Κίσσινγκερ, ήξεραν πολύ καλά στις 10 Αυγούστου 1974, για τα τουρκικά σχέδια να καταληφθεί πάνω από το ένα τρίτο της Κύπρου. Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι ο Κάλλαχαν ενημερώθηκε στις 19 Ιουλίου 1974 για το σχέδιο της πρώτης εισβολής. Η Joint Intelligence Committee τον πληροφόρησε ότι αναμένουν εισβολή τις “επόμενες λίγες μέρες”, όπως προκύπτει από το έγγραφο των Κρατικών Βρετανικών Αρχείων “Thomson to Private Secretary, record of meeting, BNA-FCO 9/1984, file WSC 1/10, part E”».

«Όταν όμως ο Κάλλαχαν ρωτήθηκε», συνεχίζει ο καθηγητής Μάλινσον, «στις 19 Φεβρουαρίου 1976, ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής για την Κύπρο, αν είχε αντιληφθεί ότι επρόκειτο να πραγματοποιηθεί άμεσα τουρκική εισβολή στην Κύπρο, απήντησε αρνητικά. Κι όταν ρωτήθηκε αν τα γεγονότα συνέχιζαν να υποδεικνύουν ότι επρόκειτο να ακολουθήσει περαιτέρω τουρκική προέλαση, απήντησε πάλι αρνητικά (“No, I do not think that was indicated at all”, The Select Committee on Cyprus: Minutes of Evidence, Thursday, 19th February, 1976, BNA-FCO 9/2192, file WSC 3/548/10, part C.)».

 

Οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου

Μια εξίσου, αν όχι περισσότερο εντυπωσιακή αποκάλυψη από την έρευνα που πραγματοποίησε στο Φόρεϊν Όφις είναι ότι οι ίδιοι οι Βρετανοί εμπειρογνώμονες θεωρούν παράνομη τη Συνθήκη Εγγυήσεως, που το Λονδίνο, με τη βοήθεια της τότε ελληνικής κυβέρνησης, επέβαλε στον αρχιεπίσκοπο Μακάριο!

Η συνθήκη εγγυήσεως, που επέβαλε η Βρετανία στον Μακάριο είναι παράνομη, σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες του Φόρεϊν Όφις, γιατί παραβιάζει το άρθρο 2.4 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ενώ η ισχύς της συμπαρασύρεται και καταπίπτει από το άρθρο 103. Οι απόψεις αυτές καταγράφονται στο έγγραφο NA FCO 27/166/MF/10/41 των Βρετανικών Κρατικών Αρχείων.

Το πρόβλημα του παράνομου χαρακτήρα της Συνθήκης Εγγυήσεως είναι ακόμα πιο σοβαρό, γιατί όλες οι συμφωνίες, περιλαμβανομένης της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι αλληλεξαρτώμενες.

Το γεγονός αυτό το εντόπισαν με ανησυχία εδώ και πολλές δεκαετίες οι νομικοί του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών, που σημειώνουν σε σχετικό τους έγγραφο:

«Οι διάφορες συμφωνίες του 1960 … απετέλεσαν μια συνολική ρύθμιση, στην πραγματικότητα μια συμφωνία πακέτο. Η εγκατάλειψη της θέσης μας για τη Συνθήκη Εγγύησης θα υπονόμευε επομένως τη θέση μας για το υπόλοιπο της ρύθμισης του 1960. Ιδιαίτερα, μπορεί να ανακαλύψουμε μια μέρα ότι έχει υπονομεύσει τη θέση μας επί της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης. γ) Ακόμα και αν οι τίτλοι μας επί των Κυριάρχων Περιοχών Βάσεων δεν εξαρτώνται από τη Συνθήκη Εγγυήσεων ή τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης, οι ρητές διατάξεις αυτών των συνθηκών σχετικά με τις Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων, που αφορούν την εξασφάλιση της ανενόχλητης κατοχής μας και χρήσης των Περιοχών, μπορεί να αποβούν ωφέλιμες. Επιπλέον κάθε τι που θέτει τη ρύθμιση του 1960 ως σύνολο σε αμφισβήτηση θα μας εξέθετε σε πίεση αναφορικά με το ηθικό μας (όχι το νομικό) δικαίωμά μας να διατηρούμε τις Βάσεις? δ) Είτε έχουμε είτε δεν έχουμε άμεσο συμφέρον να διατηρήσουμε τη Συνθήκη Εγγύησης, δεν θα μπορούσαμε ανοιχτά να την εγκαταλείψουμε χωρίς να αναστατώσουμε σοβαρά την Τουρκία».

Όπως υποστηρίζει ο καθηγητής Μάλινσον, «οι συνθήκες του 1960 δεν σχεδιάστηκαν για να επιτρέψουν στην κεντρική κυπριακή κυβέρνηση να δράσει ανεξάρτητα, αλλά για να κρατήσουν, όσο ήταν δυνατό περισσότερο, την ΕΣΣΔ έξω από την Ανατολική Μεσόγειο». Ολόκληρη η ρύθμιση ήταν “αξονισμένη” γύρω από τις βρετανικές βάσεις.

Είναι χαρακτηριστικό, και αγγίζει τα όρια της φάρσας, ότι πάνω από τη μισή Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του κυπριακού κράτους αναφέρεται στις βρετανικές βάσεις, λέει ο Βρετανός πρώην διπλωμάτης, που υπενθυμίζει ότι ο Μακάριος δεν εκλήθη καν στη Ζυρίχη.

 

Οι συγκρούσεις του 1963

Οι πρώτες συγκρούσεις στην Κύπρο σημειώθηκαν το 1963-64, μετά την απόφαση του Μακαρίου να ζητήσει αναθεώρηση 13 σημείων των συμφωνιών που είχαν στο μεταξύ αποδειχθεί ανεφάρμοστες. «Τα αρχειακά έγγραφα τείνουν να επιβεβαιώσουν ότι τα 13 σημεία του Μακαρίου διαμορφώθηκαν με τη βρετανική βοήθεια και ενθάρρυνση και ότι ο τότε Ύπατος Αρμοστής στην Κύπρο τα θεωρούσε λογικές προοπτικές», όπως προκύπτει από το έγγραφο NA FCO 9/1353, file No. WSC 1/1.

Βεβαίως πρέπει κανείς να παρατηρήσει ότι το ίδιο θα γραφόταν στα επίσημα έγγραφα, ακόμα και αν δεν θεωρούνταν “λογικές προοπτικές”, αλλά υπήρχε η πρόβλεψη για το πού ακριβώς θα οδηγήσουν. Είναι μάλλον ανόητο να γραφεί, ακόμα και στο πιο εμπιστευτικό έγγραφο, η περιγραφή μιας ενδεχόμενης προβοκάτσιας, μιας απόφασης δολοφονίας ή μιας απόφασης πραξικοπήματος. Αντίθετα, το λογικό είναι πολιτικός που σκοπεύει να κάνει τέτοιες πράξεις να επιχειρήσει να γράφει στα έγγραφα το άλλοθι που θα χρησιμοποιήσει. Γι’ αυτό και πολλοί ερευνητές, όχι μόνο ματαιοπονούν, αλλά και προκαλούν μεγάλη σύγχυση, ψάχνοντας να βρουν π.χ. επίσημα έγγραφα των ΗΠΑ που να διατάσσουν τη δολοφονία του Σαλβαδόρ Αλιέντε ή του αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ή την εκτέλεση πραξικοπήματος στην Ελλάδα, την Κύπρο ή την Τουρκία. Μετά στηρίζουν επί της μη ανευρέσεώς τους διάφορες θεωρίες, συνήθως περιορισμένης αξίας.

Ήδη πάντως το 1964 οι Βρετανοί διπλωμάτες αναγνωρίζουν ότι το Σύνταγμα (που επέβαλαν οι ίδιοι) δεν μπορεί να δουλέψει και ότι οι μόνες δύο λύσεις που θα μπορούσαν να δουλέψουν στο νησί οδηγώντας σε ειρήνη και τάξη θα ήταν είτε η Ένωση με την Ελλάδα, είτε η δημιουργία μιας ενιαίας Δημοκρατίας που θα κυριαρχείται από την ελληνοκυπριακή της πλειοψηφία (έγγραφο NA FCO 46/1248, file DPI/516/1).

 

Μετά την εισβολή

«Δεδομένης της απόφασής μας να μη χρησιμοποιήσουμε στρατιωτική δύναμη στην Κύπρο και της σχετικά περιορισμένης πίεσης που μπορούμε να ασκήσουμε στην Κύπρο, την Ελλάδα και την Τουρκία, αυτό μας θέτει στη θέση να έχουμε ευθύνη, χωρίς να έχουμε ισχύ. Αυτή η κατάσταση δεν μας αποφέρει οποιαδήποτε ανταλλάγματα και επομένως είναι προς το Βρετανικό συμφέρον να εργασθούμε για μια λύση που δεν θα εμπλέκει τη Βρετανία σε οποιεσδήποτε υποχρεώσεις απορρέουσες από εγγυήσεις.

Μια τέτοια λύση είναι εντούτοις απομακρυσμένη και θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να επιτευχθεί όσο διατηρούμε μια φυσική παρουσία στις Βάσεις», αναφέρεται σε ένα βρετανικό διπλωματικό έγγραφο του 1975.

Καλύτερα να πληγούν τα συμφέροντά μας στην Ελλάδα παρά στην Τουρκία

Το προαναφερθέν έγγραφο του 1975, περιέχει και μία αποτίμηση της στρατηγικής σημασίας που απέδιδε το Λονδίνο στην Ελλάδα και στην Τουρκία.

«Πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι, σε τελική ανάλυση, η Τουρκία πρέπει να θεωρηθεί περισσότερο σημαντική για τα δυτικά στρατηγικά συμφέροντα από την Ελλάδα και, αν πρέπει να αναληφθούν κίνδυνοι, θα πρέπει να είναι κίνδυνοι έντασης των ελληνικών παρά των τουρκικών σχέσεων με τη Δύση».

Αξίζει πάντως να σημειώσουμε ότι, αν και οι δύο χώρες είναι πλήρη μέλη του ΝΑΤΟ, εξακολουθούν να παραμένουν στην αντίληψη του Λονδίνου, όπως φαίνεται από την επιλεγόμενη φρασεολογία, μάλλον “περιφερειακές” ως προς τη Δύση.

Στο τέλος βέβαια, ακόμα και η τόσο επιδέξια βρετανική διπλωματία δείχνει να χάνει την υπομονή της με το “διπλωματικό στυλ” των Τούρκων, που, όποτε και όπου θέλουν, θεωρούν άκυρες και ανυπόστατες, όποτε και όπου θέλουν, θεωρούν ισχυρές τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου.

Όπως παρατηρεί σχετικά ένα βρετανικό έγγραφο «η τουρκική πλευρά λέει όλο και πιο ανοιχτά και σταθερά ότι το Σύνταγμα του 1960 έχει εκλείψει, ταυτόχρονα όμως νοιώθουν το ελεύθερο να έχουν το κέικ τους και να το τρώνε εφαρμόζοντας την άποψή τους μόνο όταν τους συμφέρει».

 

Λωζάννη και τουρκική εμπλοκή στο Kυπριακό

Βασιζόμενος ακριβώς στο αρχειακό υλικό που εντόπισε ο Μάλινσον, λέει ότι ουδέποτε, στο μυαλό των Βρετανών διπλωματών, δεν ήταν νόμιμη η επιχείρησή τους να εμπλέξουν την Τουρκία στο Kυπριακό, κατά παράβαση του άρθρου 16 της Συνθήκης της Λωζάννης, που απαγόρευε την ανάμειξη της Άγκυρας στις πρώην Οθωμανικές κτήσεις. Ο σκοπός της Βρετανίας ήταν να δημιουργήσει ελληνο-τουρκική ένταση για να διατηρήσει τη δική της κυριαρχία στο νησί, αλλά έτσι ήταν μόνο θέμα χρόνου η τουρκική εισβολή στην Κύπρο.

Από τα αρχεία του Φόρεϊν Όφις προκύπτει σαφώς, μας λέει ο Βρεταννός ιστορικός, αφενός η μυστική συνεννόηση Λονδίνου και Άγκυρας, αφετέρου το ότι όταν οι ΗΠΑ ανέλαβαν τον έλεγχο της Μέσης Ανατολής από τη Βρετανία, την έσπρωξαν σε διαπραγματεύσεις, ώστε τουλάχιστο να διατηρηθούν οι βρετανικές βάσεις με μια “φιλική προς το ΝΑΤΟ” λύση του Κυπριακού.

 

Να “κρατηθεί έξω η ΕΣΣΔ”

Η όλη λύση του Κυπριακού, που προκρίθηκε το 1960, ήταν φτιαγμένη όχι για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του κυπριακού λαού, αλλά για να κρατήσει έξω από το παιχνίδι τη Σοβιετική Ένωση, λέει ο Γουίλιαμ Μάλινσον.

 

Βρετανικά Κυριαρχικά Δικαιώματα

Ήδη από το 1964, το Φόρεϊν Όφις επισημαίνει στα έγγραφά του ότι, μακροχρόνια, τα κυριαρχικά δικαιώματα της Βρετανίας θα τείνουν να θεωρηθούν όλο και πιο ενοχλητικά από τους Ελληνοκύπριους και όλο και πιο αναχρονιστικά από την παγκόσμια κοινή γνώμη

 

Το Λονδίνο θέλει να φύγει, αλλά δεν το αφήνει η Ουάσιγκτων

Ήδη από το 1976 το Φόρεϊν Όφις, πάντα κατά τα έγγραφα που εντόπισε ο Μάλινσον, εισηγείται πολιτική πλήρους κατάργησης της βρετανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Κύπρο και μεταβίβασης των βάσεων στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Αυτό όμως δεν άρεσε στις ΗΠΑ, που προσφέρθηκαν να πληρώνουν αυτές για τις βάσεις και άρχισαν σχετικές διαπραγματεύσεις με το Λονδίνο.

Ο Κίσινγκερ είχε ήδη στείλει επιστολή στον Κάλλαχαν, λέγοντάς του ότι η Βρετανία πρέπει να διατηρήσει τις βάσεις της, επικαλούμενος τη σοβιετική απειλή.

Η Κύπρος είναι σημαντικό κομμάτι στην παγκόσμια σκακιέρα και έχει σημασία για την αραβοϊσραηλινή διαμάχη, σύμφωνα με την περιγραφή του Κίσινγκερ στην οποία αναφέρεται έγγραφο του Φόρεϊν Όφις.

 

Επί Θάτσερ αλλάζει η πολιτική

Τα αυτοκρατορικά ένστικτα επιστρέφουν με την άνοδο της Μάργκαρετ Θάτσερ στην εξουσία. Έτσι, ένα έγγραφο του Φόρεϊν Όφις γράφει:

«Τα οφέλη από τις Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων (SBA) είναι μείζονος σημασίας και ουσιαστικά μη αναπληρώσιμα. Συνιστούν μια ουσιαστική συμβολή στην αγγλο-αμερικανική σχέση. Το υπουργείο εξέτασε τακτικά με αυτούς που τους αφορά, ποιες συνθήκες στην Κύπρο θα ευνοήσουν περισσότερο στο να διατηρήσουμε ανεμπόδιστη τη χρήση των ευκολιών μας στις Βάσεις. Το συμπέρασμα από τη στάθμιση αυτή ήταν ότι μια σύντομη “λύση” δεν θα βοηθούσε (γιατί μπορεί να αύξανε τις πιέσεις μετά εναντίον των Βάσεων) όπως δεν θα βοηθούσε και μια διακοπή των προσπαθειών επίτευξης λύσης και μια επιστροφή στη σύγκρουση και ότι τα συμφέροντά μας εξυπηρετούνται καλύτερα με το να συνεχίζεται η κίνηση προς μια λύση- χωρίς σύντομη προοπτική άφιξης στη λύση».

 

Το συμπέρασμα του Μάλινσον

«Η Βρετανία έχει αναγνωρίσει εδώ και πολύ καιρό ότι έχει ευθύνη χωρίς ισχύ στην Κύπρο, αλλά ότι αυτό γίνεται υποφερτό με το να είναι τμήμα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ», υπογραμμίζει ο Βρετανός πρώην διπλωμάτης, που προσθέτει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, κατά την άποψή του, δεν θα συγκατατεθούν ποτέ σε μια γνήσια ανεξάρτητη Κύπρο, γιατί αυτό ακριβώς θα ήθελε η Ρωσία. Οποιαδήποτε “λύση” θα είναι πάντα προσαρμοσμένη στις μερικώς παράνομες συνθήκες του 1960 και στις Βρετανικές Βάσεις, ανεξάρτητα από τις σημειολογικές εφευρέσεις. Αυτό έγινε και με το σχέδιο Ανάν, οι κύριες προβλέψεις του οποίου εισήχθησαν από τον Χένρι Κίσινγκερ με την “Πρωτοβουλία Πέντε Σημείων” του 1976. Τα υπόλοιπα δεν είναι πολύ περισσότερο από άσκηση δημοσίων σχέσεων που προορίζεται για τον κυπριακό λαό, “σανός” προς κατανάλωση από τους Κυπρίους μιας πολιτικής ισχύος του 19ου αιώνα (little more than the collateral fodder of 19th Century power-politics). Μια υποτιθέμενη λύση περιέχει τόσο πολλές εξαιρέσεις από το ευρωπαϊκό δίκαιο, που θα θέσει την Κύπρο στο επίπεδο ενός τρίτης κατηγορίας μέλους της ΕΕ, αν όντως επιβιώσει της συμφωνίας που θέλουν οι αγγλοαμερικανοί να επιβάλλουν».

 

Η σημασία των αρχείων

«Η ταχύτητα της τεχνολογίας και η μανιακή παγκοσμιοποίηση έχουν υπονομεύσει την γνώση που είναι αναγκαία στους δημοσιογράφους, τους πολιτικούς, τους ειδικούς στις διεθνείς σχέσεις, ακόμα και τους ίδιους τους διαπραγματευτές για να αντιληφθούν σωστά τα θεμελιώδη», λέει ο Γουίλιαμ Μάλινσον, και ξέρει ασφαλώς γιατί μιλάει, αφού διετέλεσε ο ίδιος διπλωμάτης στο βρετανικό Φόρεϊν Όφις, προτού ακολουθήσει μια καριέρα ερευνητή, πανεπιστημιακού καθηγητή και συγγραφέα.
«Τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και η συμπεριφορά είναι αυτό που δημιουργεί τις σχέσεις μεταξύ των κρατών», υπογραμμίζει και συνεχίζει «όπως έχει πει ο Guicciardini, τα πράγματα υπήρξαν πάντα τα ίδια, το παρελθόν φωτίζει το μέλλον και τα ίδια πράγματα γυρνάμε με διαφορετικά χρώματα».

 

Η δουλειά του Μάλινσον είναι ενδιαφέρουσα για τους Έλληνες, όχι μόνο γιατί επικεντρώνεται στα προβλήματα της Κύπρου και της Ελλάδας, αλλά και γιατί έχει κάνει μια συστηματική έρευνα εντοπίζοντας έγγραφα στα αρχεία του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών, που ρίχνουν ιδιαίτερο φως στην ιστορία του Κυπριακού (και εμμέσως της Ελλάδας), έγγραφα στα οποία μπόρεσε να βρει πρόσβαση μόνο μετά από πίεση και δική του και του Information Commissioner στο υπουργείο. Πιστεύει ότι το αρχειακό υλικό πρέπει πάντα να προσεγγίζεται με προσοχή και συνδυασμό με άλλες πηγές, γιατί ό,τι γράφεται στα έγγραφα των αρχείων δεν σημαίνει ότι είναι και αληθές. Τούτου δοθέντος όμως, επισημαίνει τη χρησιμότητα του, ιδίως για να ξεφύγει κανείς από το πλαίσιο των δημόσιων σχέσεων (της προπαγάνδας θα έλεγαν άλλοι) που επιδιώκει να συγκαλύψει ή να διαστρεβλώσει την διπλωματική δράση των κρατών.

Δυστυχώς, λέει ο Μάλινσον, παρά το σχετικό αίτημά του, οι ελληνικές αρχές δεν του επέτρεψαν την πρόσβαση στο αρχείο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών για τα θέματα που τον ενδιαφέρουν. Ο ίδιος εκφράζει την απορία του για αυτό, αφού, όπως λέει, μόνο όφελος για τα ελληνικά συμφέροντα θα μπορούσε να προκύψει και εκφράζει την ελπίδα και την ευχή να του δοθεί στο μέλλον αυτή η δυνατότητα.

 

*** Περισσότερα για τις έρευνες του Μάλινσον για την Κύπρο και την Ελλάδα, όπως και τις λεπτομέρειες των εγγράφων που αναφέρονται παραπάνω, ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί να αναζητήσει στα εξής βιβλία του:

-Cyprus: A Modern History, I.B. Tauris, London and New York, 2005, updated in 2009, 2010 and 2012 as a paperback. Η αρχική έκδοση μεταφράστηκε στα ελληνικά και εκδόθηκε το 2005 από τις εκδόσεις Παπαζήση, με τίτλο Κύπρος, μια ιστορική προοπτική.
-Partition through Foreign Aggression, University of Minnesota, 2010.
– Cyprus, Diplomatic History and the Clash of Theory in International Relations, I.B. Tauris, London and New York, 2010.
Εκδόθηκε και στα ελληνικά από την Εστία, 2010.
– Britain and Cyprus: Key Themes and Documents since World War Two, I.B. Tauris, London and New York, 2011.
– Kissinger and the Invasion of Cyprus: Diplomacy in the Eastern Mediterranean, Cambridge Scholars Publishing, Newcastle upon Tyne, 2016.
– Thrice a Stranger: Penelope?s Eastern Mediterranean Odyssey, Cambridge Scholars Publishing, Newcastle upon Tyne, 2016.
– The Threat of Geopolitics to International Relations: Obsession with the Heartland, Cambridge Scholars Publishing, Newcastle upon Tyne, 2016.
– “US Interests, British Acquiescence and the Invasion of Cyprus”, The British Journal of Politics and International Relations, vol.9, no. 3, August 2007.
– “Britain, Cyprus, Turkey, the USA and Greece in 1977: Critical Submission or Submissive Criticism?”, Journal of Contemporary History, vol. 44, no. 4, October 2009.
– “Spies, Jolly Hockeysticks and Imperialism in Cyprus”, Journal of Balkan and Near Eastern Studies, vol. 13, issue 2, June 2011.
– “Foreign Policy Issues of a Part-Occupied EU State”, The Cyprus Review, vol.23, no.1, Spring 2011.
– “Reviewing the Continuing Cyprus Conundrum”, Journal of Balkan and Near Eastern Studies, vol.14, issue 4, December 2012.
– “Greece and Cyprus in Foreign Office Eyes: Then is Now”,
ΕΠΕΤΗΡΙΔΑ, XXXVI, 2011-2012, Journal of the Centre of Scientific Research, Nicosia, 2013.
– “Greece and Cyprus as Geopolitical Fodder”, Etudes Helleniques/Hellenic Studies, vol. 22, no. 2, Autumn 2014.
– “The Same Things Return with Different Colours” (review article), Journal of Balkan and Near Eastern Studies, vol. 17, no. 2, June 2015.
– “Greece, Cyprus and the Eastern Mediterranean: Russia?s and the Anglo-Saxons? Piggies-in-the Middle: Then is Now”,
ΕΠΕΤΗΡΙΔΑ, XXXVII, Journal of the Centre for Scientific Research, Nicosia, 2015.
– “Kissinger?s Outlook: Fifty Shades of Diplomacy”,
ΕΠΕΤΗΡΙΔΑ, XXXVIII, Journal of the Centre for Scientific Research, Nicosia, 2016.