Tag Archives: Βιετνάμ

Back to the USSR

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Η πρόσφατη ομιλία του Προέδρου Πούτιν, με την οποία προσδιόρισε το πυρηνικό δόγμα της χώρας του και παρουσίασε τα νέα «υπερόπλα» που ανέπτυξε, σε απάντηση, όπως είπε, της απόσυρσης των Αμερικανών από τη συνθήκη ΑΒΜ, πρέπει να θεωρηθεί μείζον σημείο καμπής της παγκόσμιας κατάστασης. Συνιστά εκ των πραγμάτων επισημοποίηση της εισόδου σε περίοδο παγκόσμιου Ψυχρού Πολέμου, χωρίς όμως τους κοινά αποδεκτούς «κανόνες συνεννόησης και συμπεριφοράς» μεταξύ των υπερδυνάμεων, που υπήρχαν μετά την κρίση της Κούβας το 1963 και χωρίς το θεμέλιο της δομής ελέγχου των εξοπλισμών που ήταν η συνθήκη ΑΒΜ του 1972.

O ίδιος βέβαια ο Ρώσος Πρόεδρος το διαψεύδει, λέγοντας ότι «όποιος μιλάει για Ψυχρό Πόλεμο κάνει προπαγάνδα», αλλά, όπως και να το ονομάσει κανείς αυτό, δεν υπάρχει αμφιβολία, επί τη βάσει των γεγονότων και των πράξεων, ότι έχουμε επιστρέψει σε περίοδο προγενέστερη όχι του 1989, αλλά του 1963, τηρουμένων των αναλογιών. Στα πυρηνικά, αλλά επίσης στη Μέση Ανατολή και σε ένα σωρό άλλα θέματα.

Η στρατηγική ισοτιμία είναι γεγονός, λέει στο ΑΜΠΕ ο Ρέι Μακ Γκόβερν, που διηύθυνε το σοβιετικό τμήμα της CIA επί πολλά χρόνια και ήταν αυτός που ενημέρωνε καθημερινά πέντε διαδοχικούς αμερικανούς Προέδρους για το τι συμβαίνει στην ΕΣΣΔ. Ο Αμερικανός ειδικός πιστεύει ότι κακώς η χώρα του εγκατέλειψε την «πολύ καλή» όπως τη χαρακτηρίζει, συνθήκη ΑΒΜ και εκφράζει την ευχή, οι στρατηγοί των Πεζοναυτών που χαράζουν σήμερα τη στρατιωτική πολιτική των ΗΠΑ να μην θεωρήσουν μπλόφα τα όπλα που απεκάλυψε ότι έχει ο Πούτιν. Ενώ ο πρώην Υπουργός της κυβέρνησης Ρέηγκαν και πρώην διευθυντής της Wall Street Journal Πωλ Κραιγκ Ρόμπερτς, μας λέει ότι δεν πρόκειται απλώς για ισοτιμία, αλλά για στρατιωτική υπεροχή της Μόσχας. Αν όντως υπάρχουν αυτά τα όπλα, όπως πύραυλοι Κρουζ με πυρηνικά, τότε μιλάμε για μείζονα τεχνολογική επανάσταση, για γιγαντιαίο επίτευγμα, λέει από την πλευρά του στο ΑΜΠΕ,  ο Ρώσος στρατιωτικός αναλυτής Αλεξάντρ Γκολτζ.

Ολοκληρώνεται τώρα, σε μεγάλο βαθμό, η κατεδάφιση του οικοδομήματος της αμερικανο-σοβιετικής συνεννόησης για τα πυρηνικά της περιόδου Γκορμπατσώφ-Ρέηγκαν. Ξαναγυρνάμε στην κατάσταση που επικρατούσε μεταξύ 1949 και 1963, με πολύ πιο αναπτυγμένες, επικίνδυνες και αποσταθεροποιητικές τεχνολογίες και χωρίς τα ισχυρά κινήματα εναντίον των πυρηνικών όπλων και τους ανεξάρτητους πολιτικούς, όπως ο Ντε Γκωλ, που υπήρχαν εκείνη την περίοδο.

Η ομιλία Πούτιν επισημοποιεί τρόπον τινά και την πλήρη εγκατάλειψη των προσδοκιών που είχε η Μόσχα, και άλλοι διεθνώς, ότι η εκλογή Τραμπ θα μπορούσε να οδηγήσει σε βελτίωση των αμερικανο-ρωσικών σχέσεων. Αν υπήρχε εξάλλου το σχέδιο προσέγγισης με τη Ρωσία εναντίον της Κίνας, αντίστροφης εκείνης που είχε πραγματοποιήσει ο Κίσσινγκερ με την Κίνα εναντίον της ΕΣΣΔ, που πιθανολογούσαν ορισμένοι αναλυτές του αμερικανικού τύπου, μοιάζει να ναυαγεί.

Στην ομιλία του, ο Ρώσος Πρόεδρος περιέγραψε το πυρηνικό δόγμα της χώρας του, υπό ποίες προϋποθέσεις θα κάνει δηλαδή χρήση των πυρηνικών της όπλων: «Η Ρωσία επιφυλάσσεται του δικαιώματος να κάνει χρήση πυρηνικών όπλων μόνο απαντώντας σε πυρηνική επίθεση, ή σε επίθεση με άλλα μέσα μαζικής καταστροφής εναντίον της χώρας ή των συμμάχων της ή μιας επίθεσης με συμβατικά όπλα που θα απειλήσει την ίδια την ύπαρξη του κράτους». Αξίζει εδώ να επισημανθεί η αναφορά στους «συμμάχους», που στη συνέχεια ο Ρώσος Πρόεδρος έκανε σαφέστερη, λέγοντας ότι πυρηνική επίθεση κατά συμμάχου της Ρωσίας θα θεωρηθεί επίθεση εναντίον της ιδίας και θα αντιμετωπισθεί ανάλογα.

Με όλα αυτά που συμβαίνουν στη Μέση Ανατολή, με τη Συρία και με το Ιράν, καλό θα ήταν κάποιος να ρωτήσει τον Πούτιν ακριβώς ποιοι είναι οι σύμμαχοι της Μόσχας, παρατηρεί ο Μακ Γκόβερν μιλώντας στο ΑΜΠΕ.

Ένα τέταρτο αιώνα μετά την αυτοδιάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, η Μόσχα ουσιαστικά ξαναανακτά, χωρίς να το διακηρύσσει, τμήμα του διεθνούς ρόλου της ΕΣΣΔ. Δεν το κάνει γιατί το θέλησε, αλλά γιατί αισθάνεται ότι υποχρεώνεται εκ των πραγμάτων. Ο γράφων, ως ανταποκριτής του ΑΠΕ στη Μόσχα την περίοδο της σοβιετικής κατάρρευσης έζησε τη μαζική προσχώρηση της πρώην ΕΣΣΔ στις «δυτικές αξίες» και τη σχεδόν τυφλή εμπιστοσύνη σε ότι προερχόταν από τις ΗΠΑ και τη Δυτική Ευρώπη, που χαρακτήριζε τη Ρωσία του 1989-91. Δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία πιο φιλοαμερικανική και πιο φιλευρωπαϊκή χώρα στον κόσμο, οι Ρώσοι είχαν γίνει οπαδοί της Αμερικής περισσότερο από τους ίδιους τους Αμερικανούς. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και του ανατολικού μπλοκ δεν θα γινόταν δυνατή χωρίς την υφέρπουσα κρίση του συστήματος, αλλά όχι μόνο δεν ήταν αναπόφευκτη, δεν θα μπορούσε και να γίνει αν οι σοβιετικοί ιθύνοντες δεν αποφάσιζαν την προσχώρηση της χώρας τους στη Δύση.

Αφήνοντας κατά μέρος τις επιδόσεις του ΔΝΤ στη Ρωσία, που προκάλεσαν τη μεγαλύτερη ίσως κοινωνική καταστροφή στην ιστορία της βιομηχανικής εποχής, η Μόσχα άρχισε γρήγορα να αισθάνεται άσχημα στο νέο περιβάλλον. «Έχουμε τη μισή έκταση της ευρωπαϊκής ηπείρου και δεν μας θεωρείτε τμήμα της Ευρώπης», ήταν η πρώτη κουβέντα που είπε μια μέρα, υποδεχόμενος τον Κάρολο Παπούλια στο Κρεμλίνο, ο Μπαρίς Γέλτσιν. Η επέμβαση του ΝΑΤΟ εναντίον των Σέρβων, λαού ομοδόξου και παραδοσιακού συμμάχου της Ρωσίας, υπήρξε βαθύ και παραμένον τραύμα, για να ακολουθήσει η επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς, παρά τις ρητές διαβεβαιώσεις που είχαν δοθεί στη Μόσχα από όλους τους δυτικούς ηγέτες ως προϋπόθεση για να επιτρέψει τη γερμανική ενοποίηση. Παρόλα αυτά και παρά τον δεύτερο πόλεμο κατά του Ιράκ, η Ρωσία δεν εγκατέλειψε την προσπάθειά της να διεκδικήσει ένταξη στο δυτικό σύστημα με κάπως αξιοπρεπείς όρους. Μιλώντας στο Φόρουμ του Μονάχου για την Ασφάλεια, το 2008, ο Πρόεδρος Πούτιν προειδοποιεί για πρώτη φορά τους Δυτικούς για την πολιτική τους. Παρόλα αυτά, η Ρωσία εξακολουθεί να προσπαθεί να τα βρει με τους Δυτικούς, όπως αποδεικνύει η ανοχή της στην επέμβαση κατά της Λιβύης το 2011.

Ήταν το πραξικόπημα στο Κίεβο και η ανατροπή του Γιανουκόβιτς (σ.σ. όταν είχε σταλεί εκεί ως Πρέσβης των ΗΠΑ ο σημερινός Πρέσβης τους στην Αθήνα), που απετέλεσαν  τη «σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι». «Ο Πούτιν απάντησε στο ουκρανικό στέλνοντας τον στρατό του στην Συρία», λέει στο ΑΜΠΕ υψηλά ιστάμενος παρατηρητής στη Μόσχα. Η επέμβαση στη Συρία ήταν η πρώτη φορά μετά τη σοβιετική επέμβαση στο Αφγανιστάν, που η χώρα έστειλε τις δυνάμεις της εκτός της πρώην σοβιετικής επικράτειας. Και μόνο η παρουσία ρωσικού στρατού στη Μέση Ανατολή, αποτελεί μείζονα ανατροπή του παγκόσμιου συσχετισμού δυνάμεων, όπως διαμορφώθηκε μετά το 1989-91, εγκυμονώντας για τις ΗΠΑ κίνδυνο ήττας πολύ σοβαρότερης αυτής του Βιετνάμ.

Ο ίδιος ο Ρώσος Πρόεδρος, εξηγώντας την υπόθεση Κριμαία, την άνοιξη του 2014, τόνισε ότι θεωρεί την εγκατάλειψη της συνθήκης ΑΒΜ πιο σημαντική και από την επέκταση του ΝΑΤΟ. Την περασμένη Πέμπτη, ενώ ανακοίνωνε την ύπαρξη νέων υπερόπλων και έδειχνε τρομακτικά βίντεο από το τι μπορούν να κάνουν στη Φλόριντα, τόνιζε: «Κανένας δεν ήθελε να μιλήσει με μας. Κανένας δεν ήθελε να μας ακούσει. Ακούστε μας τώρα».

Διαβάστε επίσης:

Κινδυνος – Θανατος: Πυρηνικα στον Αραξο!

Ποσο κοντα ειμαστε σε πυρηνικο Πολεμο;

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Οι περισσότεροι άνθρωποι (και πολιτικοί) δεν πιστεύουν (ή δεν θέλουν ή δεν τους συμφέρει να πιστεύουν) ότι ένας πυρηνικός πόλεμος είναι δυνατός.

Αυτός ακριβώς είναι ένας λόγος που ένας πυρηνικός πόλεμος μπορεί να γίνει. ‘Όταν δεν πιστεύεις ότι υπάρχει απειλή, τότε δεν κινητοποιείσαι για να την αποτρέψεις αποτελεσματικά.

Μια τέτοια κατάσταση, ειρήσθω εν παρόδω, ήταν που επέτρεψε και τον Α’ και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην πρώτη περίπτωση και τα δύο στρατόπεδα περίμεναν ότι το άλλο θα υποχωρήσει. Από «μπλόφα» σε «μπλόφα», καταλήξαμε στην πρώτη από τις μεγάλες ανθρωποσφαγές του 20ού αιώνα. Δύο δεκαετίες αργότερα, το Παρίσι, το Λονδίνο και η Μόσχα δεν θέλησαν να πιστέψουν ότι ο Χίτλερ ετοιμαζόταν να τους επιτεθεί. Βαυκαλίστηκαν τυχοδιωκτικά και καιροσκοπικά με την εκτίμηση ότι θα μπορούσαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να τα βρουν μαζί του. ‘Όχι μόνο δεν έκαναν τίποτα για να τον εμποδίσουν, αλλά και τον διευκόλυναν σημαντικά με την πολιτική τους. Το 1940, η Γαλλία κατελήφθη και ντροπιάστηκε συνθηκολογώντας, η ΕΣΣΔ παρολίγον να καταστραφεί (συνέβαλε καθοριστικά στο να μη συμβεί αυτό και η αντίσταση των Ελλήνων τότε στον Φασισμό και οι Κρητικοί που αποδεκάτισαν τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές, κάτι που ίσως να πληρώνουμε ακόμα). Η Βρετανία επεβίωσε, αναγκάστηκε όμως να παραιτηθεί οριστικά από ότι απέμενε από την Αυτοκρατορία της.

Το 1945 έγινε το αντίθετο. Μια ισχυρή μερίδα του αμερικανικού κατεστημένου ήταν έτοιμη να πάει σε τρίτο παγκόσμιο πόλεμο με τη Σοβιετική ‘Ενωση, τότε μάλιστα, και μέχρι το 1949, η Ουάσιγκτων είχε και το μονοπώλιο του πυρηνικού όπλου. Ποιος την εμπόδισε; ‘Όχι τόσο τα όπλα της Ρωσίας, όσο η τεράστια και παγκόσμια πολιτική ακτινοβολία της την επαύριο της νίκης επί του Φασισμού, η ύπαρξη ενόπλων κινητοποιημένων λαών σε μεγάλο τμήμα της ευρωπαϊκής ηπείρου, συχνά υπό την ηγεσία κομμουνιστικών αντιστασιακών κινημάτων, η εναργής συνείδηση όλης της ανθρωπότητας για το τι σημαίνει Πόλεμος.

Δυστυχώς, οι παγκόσμιες πολιτικές συνθήκες σήμερα, είναι που συνιστούν τη μεγαλύτερη απειλή για την ειρήνη. Ζούμε μια τρομερή υποχώρηση της πολιτικής συνείδησης παγκόσμια και μια αποσύνθεση της πολιτικής σκέψης – αυτή ακριβώς που επέτρεψε σε ένα κλόουν να παραστήσει τον αγωνιστή υπέρ της ειρήνης (!) και να παγιδεύσει τόσους ανθρώπους και δυνάμεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και παγκοσμίως.

 

Η Προειδοποίηση της Κίνας

Στις αρχές Αυγούστου η κινεζική ηγεσία αποφάσισε ότι το πράγμα παρατράβηξε. Η πολιτική κατευνασμού της αμερικανικής επιθετικότητας και πιέσεων στη Βόρειο Κορέα, που εφήρμοσε το Πεκίνο, όπως επίσης η Μόσχα και οι Ευρωπαίοι, δεν φαινόταν να αποτρέπει, αντίθετα, έκανε πιο πιθανό το ενδεχόμενο ενός πολέμου στην βορειοανατολική Ασία. Η Κίνα, όπως και όλα τα μέλη του ΣΑ του ΟΗΕ, είχαν ήδη επιβάλλει στη Βόρειο Κορέα σκληρές κυρώσεις, παρόλο που όλος ο κόσμος γνωρίζει από τα προηγούμενα παραδείγματα (π.χ. Γιουγκοσλαβία ή Ιράκ) ότι αυτές οι κυρώσεις πλήττουν πάντα τους λαούς και όχι τα καθεστώτα, δεν επιτυγχάνουν το αποτέλεσμα που λένε ότι επιδιώκουν και αποτελούν συνήθως τον προθάλαμο στρατιωτικής επίθεσης κατά του «τιμωρούμενου» κράτους.  Αλλά, αντί η πολιτική τους να οδηγήσει σε κάποιο μαλάκωμα της αμερικανικής στάσης, οδήγησε σε σκλήρυνση, ωθώντας ταυτόχρονα τη Βόρειο Κορέα στη μόνη εναπομένουσα στρατηγική, την απειλή του Σαμψών «Αποθανέτω η Ψυχή μου μετά των Αλλοφύλων». ‘Αλλωστε, ακόμα κι αν η ηγεσία της Βόρειας Κορέας είχε αμφιβολίες, γνωρίζει πολύ καλά τι έπαθαν ο Σαντάμ Χουσείν, ο Καντάφι και ο ‘Ασαντ, αφού «συμμορφώθηκαν» με τις απαιτήσεις ελέγχου των εξοπλισμών τους.

Ο Τραμπ και ο Υπουργός ‘Αμυνας Ματίς (που μάλιστα εμφανίζεται ως «μετριοπαθής» και «φωνή της λογικής» στην αμερικανική κυβέρνηση από τον τύπο!), διετύπωσαν στις αρχές Αυγούστου,  πρωτοφανείς απειλές «τερματισμού» του καθεστώτος της Βόρειας Κορέας αλλά και «καταστροφής» του πληθυσμού της. Στον αμερικανικό τύπο διέρρευσαν πληροφορίες ότι βομβαρδιστικά Β1 είναι έτοιμα να απογειωθούν από το Γκουάμ  για να πλήξουν την χώρα. Στις 8 Αυγούστου, δύο Β1 πέταξαν κοντά στην Κορέα.

Το Πεκίνο δεν έχει καμία διάθεση να πάει σε σύγκρουση με τις ΗΠΑ. Λέγεται ότι η παρακαταθήκη του Ντενγκ στους συμπατριώτες του είναι να έχουν ειρήνη τουλάχιστο μισό αιώνα με την υπερδύναμη. Στο Πεκίνο άλλωστε (όπως και στη Μόσχα) υπάρχει αναπόφευκτα και ένα ισχυρό λόμπυ υπέρ της διατήρησης, πάση θυσία, καλών σχέσεων με τη Δύση, με ισχυρό κοινωνικό έρεισμα αφού εκφράζει τη νεοσχηματιζόμενη αστική τάξη της Κϊνας. Πίσω από τον ασαφή όρο «παγκοσμιοποίηση», υπάρχει μια ολοκληρωτική «Αυτοκρατορία του Χρήματος» και αυτή η Αυτοκρατορία είναι ένα παγκόσμιο κόμμα που βρίσκεται σε όλα τα κέντρα του κόσμου. ‘Οσο για τη «διαθήκη» του Ντενγκ, το πρόβλημα είναι ότι η ειρήνη θέλει δύο, ενώ για τον πόλεμο φτάνει ένας! Αν αυτή ήταν η γνώμη του Ντενγκ,  δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι και η Ουάσιγκτων θα συμφωνήσει, θα αφήσει δηλαδή την Κίνα να αναπτυχθεί μέχρι να γίνει ισοδύναμη με την Αμερική!

Στις 10 Αυγούστου το Πεκίνο αποφάσισε να αντιδράσει. Η εφημερίδα Global Times,  ιδιοκτησία της «Λαϊκής Ημερησίας», οργάνου του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, δημοσίευσε ένα κύριο άρθρο ασυνήθιστης σαφήνειας. Προειδοποιούσε, μεταξύ άλλων, τις ΗΠΑ να μην επιτεθούν στη Βόρειο Κορέα «απρόκλητες» και να μη δοκιμάσουν να μεταβάλουν με στρατιωτικά μέσα το καθεστώς της και την ισορροπία δυνάμεων στην κορεατική χερσόνησο γιατί, αν δοκιμάσουν να το κάνουν, το Πεκίνο «θα τις  εμποδίσει». Ταυτόχρονα, ζητούσε από τη Βόρειο Κορέα να μην εκτοξεύσει πυραύλους που απειλούν το “αμερικανικό έδαφος” γιατί, αν το κάνει, θα την αφήσει ανυπεράσπιστη.

Η Κίνα μόνο ένα μέσο έχει για να “εμποδίσει” τους Αμερικανούς να επιτεθούν στη Βόρειο Κορέα και να μεταβάλλουν την κατάσταση πραγμάτων στην κορεατική χερσόνησο. Το μέσο αυτό είναι οι ένοπλες δυνάμεις της.

Αλλά μια στρατιωτική εμπλοκή Κινέζων και Αμερικανών στην Κορέα συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο παγκόσμιας πυρηνικής σύρραξης.

‘Ηδη, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, το αμερικανικό Πεντάγωνο (κατά τη «μεσοβασιλεία» μεταξύ Κλίντον και υιού Μπους, πιθανώς για να μην πάρει κανείς την ευθύνη) έκανε ασκήσεις επί χάρτου με σενάριο έναν κυβερνοπόλεμο με την Κίνα στον Ειρηνικό, το 2017,  με περιορισμένη χρήση πυρηνικών όπλων.

Οι Κινέζοι αντικατέστησαν το προσωπικό που χειρίζεται τα κορεατικά θέματα και μετά το δημοσίευμα της Global Times, ο Πρόεδρος Σι τηλεφώνησε στον Τραμπ και ζήτησε αποφυγή εμπρηστικών δηλώσεων και ενεργειών, ο Κινέζος Υπουργός Eξωτερικών τηλεφώνησε στον Ρώσο ομόλογό του και του είπε, σύμφωνα με την ανακοίνωση, ότι δεν μπορεί η Κίνα και η Ρωσία να αφήνουν κάποιον να κάνει ότι θέλει στην «αυλή» τους.

Μια συμμαχία Ρωσίας – Κίνας είναι  ισχυρός παράγων ανάσχεσης της Υπερδύναμης, το ζήτημα είναι όμως ότι η πρακτική λειτουργία «αντιηγεμονικών» συμμαχιών προσκρούει ενίοτε στην επιθυμία κάθε «πόλου» να μην έρθει σε αντιπαράθεση με την υπερδύναμη, παρά μόνο όταν απειλούνται τα δικά του ζωτικά συμφέροντα. Το Πεκίνο κράτησε για παράδειγμα πολύ χαμηλό προφίλ στις μεσανατολικές συρράξεις, που όμως ήταν και η «εισαγωγή» στην κορεατική κρίση που τώρα αντιμετωπίζει. Οι εναλλακτικοί πόλοι του διεθνούς συστήματος, αθροιζόμενοι, έχουν πολύ μεγαλύτερη ισχύ από την Υπερδύναμη, το πλεονέκτημα όμως της τελευταίας είναι ότι, σε αντίθεση με τους αντιπάλους της, έχει μια πλήρη παγκόσμια, όχι μερική και περιφερειακή, στρατηγική.

Η προειδοποίηση της Global Times θύμισε σε ορισμένους αναλυτές, τηρουμένων των αναλογιών,  την ανάλογη που απηύθυνε ο Τσου Εν Λάι στον Πρόεδρο Τρούμαν τον Αύγουστο του 1950, πάλι για την Κορέα. Ο Τρούμαν τη χαρακτήρισε «μπλόφα» και οι Αμερικανοί έτριβαν τα μάτια τους όταν τον Οκτώβριο του 1950 ο κινεζικός στρατός επενέβαινε στην κορεατική χερσόνησο και άρχιζε ένας από τους αγριότερους πολέμους της ιστορίας, με την αεροπορία των ΗΠΑ να ισοπεδώνει όλες ανεξαιρέτως τις κορεατικές πόλεις. «’Εκανα εμετό με όσα είδα στην Κορέα», ομολόγησε ο στρατηγός Μακ ‘Αρθουρ ενώπιον του Κονγκρέσου. Πιστεύεται ότι ο ίδιος ζήτησε χρήση ατομικών όπλων, αλλά οι πολιτικές συνθήκες την απέτρεψαν.

 

Τραμπ – Απότομη Προσγείωση

Πριν εκλεγεί, ο κ. Τραμπ εμφανίστηκε από τους οπαδούς του, και στην Αμερική και παγκοσμίως, ως φίλος της Ρωσίας, απομονωτιστής, αντίπαλος των πολέμων, επιφυλακτικός αν όχι απορριπτικός για το ΝΑΤΟ και διάφορα άλλα.

Ήδη, μόνο στο πρώτο εξάμηνο της θητείας του, το ενδεχόμενο πυρηνικής σύγκρουσης με τη Ρωσία ή/και την Κίνα έγινε ορατό τρεις φορές! Πριν από την τωρινή κρίση με την Κορέα, είχαμε τον Απρίλιο, τον αμερικανικό βομβαρδισμό της Συρίας, όπου σταθμεύουν ρωσικές δυνάμεις, τις απειλές Τίλερσον προς τη Μόσχα – “με μας ή με τον ‘Ασαντ” και την υπενθύμιση από τη Ρωσία της ετοιμότητας των πυρηνικών στρατηγικών δυνάμεών της, όπως και το προηγούμενο επεισόδιο Απριλίου κατά της Βορείου Κορέας.

Καθόλου άσχημα για έξη μήνες. Πόσο μάλλον αν προσθέσουμε την έναρξη προετοιμασίας πολέμου κατά του Ιράν (δήλωση του Προέδρου Τραμπ ότι δεν εκπληρώνει τη συμφωνία για τα πυρηνικά), την απειλή Τραμπ για στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα, τη δοκιμή νέων αποσταθεροποιητικών όπλων από τις ΗΠΑ, συμβατικών και ατομικών, ικανών να πλήξουν τα καταφύγια ηγετών εχθρικών χωρών, την στρατιωτική περικύκλωση της Ρωσίας από το ΝΑΤΟ, τις απειλές του Υπουργού ‘Αμυνας της κυβέρνησης Τραμπ ότι θα εξοπλίσει με βαριά, καθαρά επιθετικά όπλα την Ουκρανία, την επικράτηση των νεοσυντηρητικών επί των απόψεων της ηγεσίας των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων με αποτέλεσμα την κατάληψη της Μοσούλης με ισοπέδωση.

Μπορεί κανείς να πιστεύει ότι θέλει για τον Τραμπ. Δεν είναι αντικείμενο του παρόντος άρθρου να αναλύσει τις απίθανες ανοησίες που ελέχθησαν – και λέγονται ακόμα – για το τι είναι αυτός ο άνθρωπος, η εκλογή του οποίου συνιστά πιθανώς μια από τις μεγαλύτερες και πιο επικίνδυνες συνωμοσίες και απάτες της παγκόσμιας ιστορίας. Η διαφορά των έξυπνων ανθρώπων από τους άλλους δεν είναι ότι δεν κάνουν λάθη, ενίοτε και πολύ σοβαρά λάθη. ‘Ολοι κάνουν λάθη. Τα λάθη είναι όχι μόνο αναπόφευκτα, αλλά και «επιθυμητά» κατά κάποιο τρόπο, γιατί είναι μια εκπαιδευτική διαδικασία. «Ο μεγαλύτερος δάσκαλός μου ήταν τα λάθη μου», είπε ο Μεγάλος Πέτρος. Η διαφορά των έξυπνων ανθρώπων από τους … άλλους, έγκειται στην ικανότητά τους να αντιληφθούν γρήγορα, να διορθώσουν, όσο είναι δυνατό, και να διδαχθούν από τα λάθη τους.

Αυτό που γίνεται μπροστά στα μάτια μας, στην πράξη και αυτό είναι που μετράει, είναι ότι, επί των ημερών του κ. Τραμπ, αναβιώνει η γνωστή και δημοσιευμένη από δεκαετιών στρατηγική του «Κόμματος του Πολέμου» και των Νεοσυντηρητικών, που περιλαμβάνει την καταστροφή σχεδόν όλων των καθεστώτων της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Κορέας και που δεν είναι παρά μια άσκηση περικύκλωσης και εξουδετέρωσης, τελικά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, της Ρωσίας, της Κίνας, αλλά και της Ευρώπης ακόμα, ως δυνατότητας. ‘Ενας πολιτικός που συνδέεται στενά με το «όραμα» των Νεοσυντηρητικών, ο κ. Νετανιάχου, το είπε καθαρά στην πρώτη δήλωσή του μετά τον βομβαρδισμό της Συρίας τον Απρίλιο. Αφού συνεχάρη τους Αμερικανούς, πρόσθεσε ότι ελπίζει η Τεχεράνη, η Βόρειος Κορέα και «άλλοι» να «πάρουν το μήνυμα».

Ακόμα μεγαλύτερη σημασία από το  τι πιστεύει ή δεν πιστεύει ο Τραμπ, αν και ποιοι τον «χειραγωγούν», αν θέλει ή πιέζεται να κάνει ότι θέλει, είναι αυτό που κάνει η κυβέρνησή του. Και η κυβέρνησή του πάει full steam για παγκόσμια σύρραξή, ή τουλάχιστον απειλεί με μια τέτοια σύρραξη, αν βασιστούμε για να την κρίνουμε στα γεγονότα, στο τι συμβαίνει και όχι στο τι νομίζουμε, τι μας λένε, τι θέλουμε ή τι έχουμε συμφέρον  να πιστεύουμε ότι συμβαίνει.

Το ζήτημα του πολέμου και του ιμπεριαλισμού δεν είναι άλλωστε θέμα προσωπικού γούστου του α’ ή β’ ηγέτη. Οι προσωπικότητες έχουν πράγματι τεράστια σημασία και μπορεί όντως να κάνουν τη διαφορά σε κρίσιμα σημεία της ιστορικής εξέλιξης. ‘Οσο όμως η βαθειά, ολόπλευρη κρίση του παγκόσμιου συστήματος είναι μαζί μας και όσο γίνεται οξύτερη, χωρίς μάλιστα πολιτικές δυνάμεις, κοινωνίες, ηγεσίες, διανοούμενοι να θέτουν συνειδητά το καθήκον δημιουργίας αξιόπιστων εναλλακτικών λύσεων, το ενδεχόμενο μιας παγκόσμιας καταστροφής θα παραμένει επίσης πάρα πολύ μαζί μας.

Το άρθρο των Global Times της 10ης Αυγούστου έχει ενδιαφέρον και γιατί εντοπίζει και αναλύει έναν μηχανισμό με τον οποίο μπορεί οι ΗΠΑ και η Βόρειος Κορέα να εμπλακούν από κακούς υπολογισμούς σε ένα παιχνίδι που υπερβαίνει τις ικανότητές τους, οδηγούμενες χωρίς πρόθεση για κάτι τέτοιο στον πόλεμο.

Αυτό που δεν εξετάζει το άρθρο είναι η πιθανότητα να υπάρχει «κρυμμένος Αλκιβιάδης» στο σύστημα (με την έννοια μιας αποφασιστικής μειοψηφίας, όπως αυτή που κέρδισε τελικά την πλειοψηφία στη Συνέλευση των Αθηναίων υπέρ της σικελικής εκστρατείας, όπως τη διαιώνισε ο Θουκυδίδης), ο οποίος να χρειάζεται τελικά να γίνει κάπου ένας πυρηνικός πόλεμος, γιατί μόνο τρομάζοντας την ανθρωπότητα θα μπορούσε να πετύχει τους στόχους του. Εκεί οδηγεί στην ακρότητά της η ίδια η λογική της στρατηγικής του Χάους. Ο απόλυτος τρόμος θα ήταν ίσως και ένας τρόπος να αποδεχθούν οι άνθρωποι την ιδέα ενός παγκόσμιου Δικτάτορα, έστω και με τίμημα την προσωρινή τους επιβίωση ως Δούλων.

Ήδη άλλωστε, είναι απολύτως σαφές ότι το πρόγραμμα στρατιωτικής ανατροπής των καθεστώτων του Ιράν και της Βόρειας Κορέας, που εξ αρχής περιλαμβανόταν στην στρατηγική του Κόμματος του Πολέμου και των Νεοσυντηρητικών, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με συμβατικά στρατιωτικά μέσα. Οδηγεί αναπόφευκτα σε χρήση πυρηνικών όπλων.

Ακόμα κι αν δεν χρησιμοποιηθούν πυρηνικά σύντομα στην Κορέα, μια παράπλευρη αλλά πολύ σημαντική παρενέργεια της τωρινής κρίσης είναι ότι η παγκόσμια κοινή γνώμη εξοικειώνεται με την ιδέα χρήσης των πυρηνικών όπλων, ένα ταμπού της εποχής μετά το 1945. ‘Όταν εκφέρονται τερατώδεις απειλές εναντίον μιας χώρας και κανείς σχεδόν διεθνώς δεν αντιδρά, αυτό τις νομιμοποιεί.

 

Η Αφωνία του Κόσμου

Το χειρότερο δεν είναι καν αυτά που κάνει η Ουάσιγκτων επί Τραμπ. Το χειρότερο είναι ότι δεν “κουνιέται φύλλο” σε όλο τον κόσμο. Τον Φεβρουάριο 2003, όταν οι Αμερικανοί ετοίμαζαν την εισβολή στο Ιράκ, μαζί με τους Βρετανούς, τους Αυστραλούς και τους Πολωνούς, εκατομμύρια διαδηλωτών βγήκαν παγκοσμίως στο δρόμο για να τους εμποδίσουν. Ο “τελευταίος των Γκωλικών”, ο Πρωθυπουργός της Γαλλίας Ντομινίκ ντε Βιλπέν έγινε το σύμβολο όλης της πολιτισμένης ανθρωπότητας, όταν κατακεραύνωσε, με μια ιστορική ομιλία του στο Συμβούλιο Ασφαλείας,  τις ΗΠΑ για τη σχεδιαζόμενη τότε εισβολή στο Ιράκ. Μετά βέβαια, είναι αλήθεια, ότι και ο Πρόεδρος Σιράκ και ο Καγκελλάριος Σρέντερ κατατρόμαξαν από το ίδιο το θάρρος που επέδειξαν και ανέκρουσαν πρύμνα, συμβάλλοντας έτσι να μην υπάρχει πλέον ούτε ίχνος ανεξαρτησίας στα ευρωπαϊκά κράτη και να έχει καταστραφεί η μισή Μέση Ανατολή και να απειλούμαστε πλέον όχι μόνο με τρομερούς συμβατικούς, αλλά και με πυρηνικούς πολέμους!

Σε όλη την ιστορική περίοδο μετά το 1945 υπήρξε ένα ισχυρότατο φιλειρηνικό, αντιπολεμικό και αντιπυρηνικό κίνημα. Αυτό απέτρεψε έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο μεταξύ 1945 και 1949, όταν η Μόσχα δεν είχε ακόμα πυρηνικά όπλα, αυτό συνέβαλε επίσης καθοριστικά στη δημιουργία μιας δομής στοιχειώδους ελέγχου των εξοπλισμών μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, αυτό εμπόδισε τους Αμερικανούς να χρησιμοποιήσουν ατομικά όπλα στην Κορέα και στο Βιετνάμ. Οι πόλεμοι της Αλγερίας και του Βιετνάμ κερδήθηκαν εξίσου στα πεδία των μαχών και στους δρόμους των ευρωπαϊκών και αμερικανικών μεγαλουπόλεων. Μια σειρά σπουδαίων διανοούμενων και επιστημόνων, όπως ο ‘Αλμπερτ Αϊνστάιν και πολλοί άλλοι, τάχθηκαν εναντίον του Πολέμου. Ο Ντε Γκωλ διαφώνησε με τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Ακόμα κι όταν του πρότειναν να συλλάβει τον Ζαν Πωλ Σαρτρ, μεσούντος του πολέμου στην Αλγερία, ο Στρατηγός λέγεται ότι απήντησε «δεν συλλαμβάνεις τον Βολταίρο». Στη Γερμανία ο Βίλυ Μπραντ άνοιγε τον δρόμο στην Οστπολιτίκ

Σήμερα δεν υπάρχουν διανοούμενοι και οι «πολιτικοί» έχουν μετατραπεί σε (συχνά εκβιάσιμους) υπαλλήλους τραπεζών. Τα αντιπολεμικά κινήματα και όλα τα κινήματα αμφισβήτησης δεν υπάρχουν ή είναι πολύ περιορισμένα. Μια εκφυλισμένη «αριστερά» τάσσεται συχνά υπέρ του «δικού της» ιμπεριαλισμού, χρησιμοποιώντας τις ορθές ή εσφαλμένες κριτικές εναντίον του καθεστώτος των τρίτων χωρών για να επιτρέπει στρατιωτικές επεμβάσεις σε όλο τον κόσμο. Ζούμε δηλαδή σε μια περίοδο πρωτοφανούς υποχώρησης της ανθρώπινης συνείδησης.

Ακόμα όμως και μεταξύ πυρηνικών δυνάμεων, η ύπαρξη πυρηνικής ισοτιμίας είναι μακροχρονίως αναγκαία συνθήκη αποτροπής του πυρηνικού πολέμου, όχι όμως και ικανή.  Ξέρουμε τώρα ότι στη σύσκεψη για την Κούβα που αποφάσισε αν θα γίνει ή όχι παγκόσμιος πυρηνικός πόλεμος, όλοι οι συμμετέχοντες ήταν υπέρ του πολέμου, εκτός από δύο πρόσωπα, τον Πρόεδρο Κένεντι και τον αδελφό του. Η ύπαρξή τους όμως εκεί μέσα δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο γεγονός. Αντανακλούσε την ιδεολογία, την πολιτική ατμόσφαιρα, τις αντιλήψεις, της κοινωνικές δυνάμεις της εποχής τους, τον καπιταλισμό του 1960 και όχι αυτόν που έχουμε τώρα.

 

Η εκδίκηση της πολιτικής

Η ανακάλυψη των πυρηνικών όπλων τροποποίησε βαθιά, αλλά δεν ακύρωσε το αξίωμα του Κλαζούζεβιτς: Ο Πόλεμος είναι συνέχεια της Πολιτικής με άλλα μέσα.

Γιατί οι κοινωνίες δεν είναι ανόργανη ύλη, δεν καθορίζεται ντετερμινιστικά η πορεία τους. Πίσω από κάθε απόφαση χρήσης ενός όπλου υπάρχει μια ανθρώπινη βούληση. Οι άνθρωποι όμως είναι ικανοί για λογικές, αλλά και για εντελώς παράλογες συμπεριφορές, για σωφροσύνη και για παραφορσύνη.

Για να λειτουργήσει η πυρηνική αποτροπή χρειάζεται ένα μίνιμουμ επίπεδο ορθολογισμού στο παγκόσμιο σύστημα, αλλοιώς η ύπαρξη πυρηνικών οπλοστασίων μπορεί να οδηγήσει σε αμοιβαία καταστροφή. Κι αυτό που βλέπουμε σήμερα στο παγκόσμιο σύστημα είναι η σταδιακή καταστροφή του ορθολογισμού, σύμπτωμα κοινωνιών που δεν μπορούν να λύσουν τα προβλήματά τους.

Ο Μαρξ είπε ότι οι άνθρωποι, οι κοινωνίες βάζουν στον εαυτό τους τα προβλήματα που μπορούν να λύσουν. Προφανώς δεν βάζουν αυτά που δεν μπορούν να λύσουν. ‘Η τα βάζουν με λάθος, καταστροφικό και παραπλανητικό τρόπο (όπως συνέβη με τους ολοκληρωτισμούς του μεσοπολέμου ή με τον Τραμπ και την Λεπέν σήμερα).

Ο ίδιος ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών π.χ. αμφισβητεί ανοιχτά τα πορίσματα της Επιστήμης, δηλαδή την Επιστήμη, στο μείζον, καθοριστικής σημασίας για την επιβίωση της ζωής πρόβλημα της Κλιματικής Αλλαγής.

Αμερικανοί επίσημοι συγκρίνουν τον Πούτιν με τον Χίτλερ, δηλαδή πληροφορούν τους Ρώσους αναλυτές ότι πιθανώς ετοιμάζουν πόλεμο εναντίον της Ρωσίας. Τι θα γίνει αύριο αν συμβεί ένα λάθος στα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, όπως τόσες φορές στην ιστορία; Αυτοί που θα πρέπει να πάρουν τις αποφάσεις, θα επηρεαστούν όχι μόνο από αυτό που βλέπουν στις οθόνες των ραντάρ, αλλά και από αυτό που εκτιμούν ως πιθανό να συμβαίνει. Πολύ περισσότερο όταν αυτά θα συμβαίνουν σε ένα κυβερνο-περιβάλλον διασποράς πληροφορίας με ρυθμούς και σε ποσότητες που υπερβαίνουν την ικανότητα του ανθρώπινου μυαλού να τις αξιολογήσει.

Η ψυχροπολεμική ρητορεία που άρχισε η Κυρία Κλίντον και συνεχίζει με έργα, όχι με λόγια, ο Τραμπ, καταστρέφει το ελάχιστο κοινά αποδεκτών κανόνων συμπεριφοράς, την ελάχιστη βάση κοινής κατανόησης του κόσμου, μεταξύ των πυρηνικών υπερδυνάμεων. Το ίδιο άλλωστε έκανε και η κατάργηση της συνθήκης για τα αντιβαλλιστικά όπλα ΑΒΜ, καταστρέφοντας το θεμέλιο της δομής του ελέγχου των εξοπλισμών που επέβαλλε μάλιστα η ίδια η Αμερική, για να αποτρέψει από τον κίνδυνο αιφνιδιαστικού πρώτου πλήγματος.

Σήμερα στην Αμερική, δεν κουβεντιάζουν για την πολιτική της χώρας τους ή για την πολιτική της Ρωσίας και της Κίνας. Δεν κουβεντιάζουν ούτε για το τι περιέχουν ή όχι τα μέιλ της Κλίντον ή τι πραγματικά κάνει ο Τραμπ. Κουβεντιάζουν αν οι Ρώσοι υπέκλεψαν ή όχι αυτά τα μέιλ. Επιχειρείται δηλαδή να ταυτισθεί μια βασικά φιλειρηνική δύναμη, όπως η Ρωσία, με έναν Πρόεδρο που η οικονομική και κοινωνική του πολιτική έρχεται σε σύγκρουση με μεγάλα τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας. Τα  τμήματα αυτά αντικειμενικά θα μπορούσαν να είναι «σύμμαχα» με τη Ρωσία στην επιδίωξη ανατροπής των παγκόσμιων πολεμικών τυχοδιωκτισμών, όπως σε μεγάλο βαθμό έγινε σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο, γιατί αυτοί οι τυχωδιωκτισμοί δεν είναι προς το συμφέρον τους. (1)

Μόνο η επανεμφάνιση της πολιτικής μπορεί να σταματήσει την πορεία προς τον Πόλεμο – η ισοτιμία στα όπλα δεν φτάνει. Μόνο η έγκαιρη συνειδητοποίηση των κινδύνων και η κινητοποίηση παγκοσμίως για να αποτραπούν, της κοινής γνώμης και των πολιτικών δυνάμεων, μπορεί να αποτρέψει τον πόλεμο. Μακροχρόνια άλλωστε είναι αδύνατο να καταπολεμηθεί το σύμπτωμα χωρίς να πολεμηθεί η αιτία. Μόνο η εμφάνιση μιας σοβαρής ολοκληρωμένης εναλλακτικής σε έναν κόσμο «προϊστορικό και βάρβαρο» στην οικονομία, στις κοινωνικές και τις διεθνείς σχέσεις, στον Πολιτισμό, ενός εναλλακτικού οράματος στην ιδεολογία του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου που σήμερα κυριαρχεί, μόνο η κινητοποίηση μεγάλων κοινωνικών δυνάμεων, διανοουμένων και κρατών, μπορεί να λύσει και το πρόβλημα του πολέμου και της επιβίωσης της ανθρωπότητας.

 

Σημείωση

  1. Το ενδιαφέρον είναι ότι η απίθανη υπόθεση Τραμπ εξ αντικειμένου επέφερε βαρύ πλήγμα και στην εικόνα της Αμερικής ως «εχθρού» στη ρωσική κοινή γνώμη. ‘Όταν η Μοσκόβσκι Κομσομόλετς γράφει π.χ. τόσο μεγάλες ανοησίες όπως ότι η εκλογή Τραμπ στον Λευκό Οίκο είναι σαν την κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων από τους Μπολσεβίκους (!!!), η σύγχυση που δημιουργείται οδηγεί το ποσοστό των Ρώσων που εκτιμούν – ορθώς – την Αμερική ως εχθρό, να πέσει από το μάλλον ήδη χαμηλό 42% στο 8%.
    Αν υπάρχει μια σταθερά στη ρωσική ιστορία είναι ότι αυτή η χώρα δεν μπορεί να καταληφθεί εξ εφόδου, με επίθεση. Μπορεί να καταστραφεί μόνο αν μπερδέψει τους φίλους και τους εχθρούς της. Η ΕΣΣΔ παρολίγον να καταστραφεί το 1941 με αυτόν τον μηχανισμό και κατεστράφη τελικά με την ίδια μέθοδο το 1991. ‘Ενας λόγος που επεβίωσε η εξουσία του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Κίνα είναι ότι πάντα η επικοινωνιακή πολιτική διατήρησε την εικόνα της Δύσης ως εχθρού.
    Σε κάθε περίπτωση, η σταθερότητα της εσωτερικής κατάστασης στη Ρωσία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον τρόπο που καταλαβαίνει η ελίτ και η κοινή γνώμη της χώρας τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής και της διεθνούς κατάστασης.

25 Αυγούστου 2017