Πατώντας σε δύο βάρκες ο Ερντογάν κινδυνεύει να πέσει στη θάλασσα

0
601

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Από το 2016, οι ΗΠΑ και ο κόσμος ολόκληρος συζητάει αν ο Τραμπ είναι πράκτορας των Ρώσων. Φυσικά, ουδείς θέτει το ερώτημα μήπως είναι πράκτορας του Νετανιάχου. Τέτοια ερωτήματα απαγορεύεται να τεθούν. Όμως, αν η πράξη συνιστά κριτήριο, ο κ. Τραμπ έχει ήδη κάνει πολύ περισσότερα και πολύ πιο ρηξικέλευθα για το Ισραήλ από όλους τους υπόλοιπους Αμερικανούς προέδρους μαζί! «Αν αφήσουμε να χαθεί αυτή η ευκαιρία (της ειδικής σχέσης με τον Τραμπ) δεν θα τη ξαναβρούμε πριν από πενήντα χρόνια, άρα ψηφίστε με», είναι ένα βασικό προεκλογικό επιχείρημα του κ. Νετανιάχου. Τώρα, ο Αμερικανός πρόεδρος είπε στον Ερντογάν ότι τον υποστηρίζει κατά της Ρωσίας και της Συρίας.

Βέβαια δεν θα στείλει Αμερικανούς στρατιώτες να τον βοηθήσουν, θα περιοριστεί σε παροχή πληροφοριών στον τουρκικό στρατό. Αν όμως με κάτι πρέπει να απορεί κανείς περισσότερο είναι με τον ίδιο τον Τούρκο πρόεδρο που δεν μοιάζει να συνειδητοποιεί ότι έχει εξαντλήσει προ πολλού τα περιθώρια διαρκών ελιγμών μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Προσπαθώντας να ισορροπήσει σε δύο βάρκες, το πιθανότερο είναι ότι θα πέσει τελικά στη θάλασσα.

Είναι άλλωστε βέβαιο ότι και οι ΗΠΑ και το Ισραήλ τον περιμένουν στη γωνία. Κι αν του ρίξουν τώρα σκοινί να τον βοηθήσουν κατά της Ρωσίας και της Συρίας, θα είναι το ίδιο με το οποίο θα τον κρεμάσουν στο τέλος. Ακόμα κι αν γίνει το καλύτερο παιδί αύριο, ποτέ δεν θα του συγχωρήσουν τα όσα είπε κατά του Ισραήλ –εκφράζοντας το παγκόσμιο αίσθημα για να πούμε την αλήθεια– ούτε φυσικά τα παιχνίδια με τους Ρώσους και τους S-400.

Αν παίξει τώρα το παιχνίδι τους και συγκρουστεί με τη Ρωσία, τη Συρία και το Ιράν, θα τον χρησιμοποιήσουν και θα του επιφυλάξουν τελικά μια τύχη ανάλογη με αυτή του εκλεγμένου προέδρου Μόρσι στην Αίγυπτο. Επιβάλλοντας πιθανώς τελικά μια δική τους, καθαρά φιλοαμερικανική δικτατορία στην Τουρκία, ανοιχτή ή συγκαλυμμένη, ανάλογα με τις συνθήκες, όπως έκαναν και με την υποστήριξη που παρείχαν προς τον δικτάτορα Σίσι στο Κάιρο.

Αλλά ο Ερντογάν δεν θέλει κατά τα φαινόμενα να παραιτηθεί ούτε από τους συγκεντρωμένες στο Ιντλίμπ τζιχαντιστές συμμάχους του, συμμάχους που απέκτησε κατά τη διάρκεια της συμπόρευσής του με τους δυτικούς και το Ισραήλ στους πολέμους κατά του Καντάφι και του Άσαντ. Λέγεται ότι η ΜΙΤ συνεργάστηκε στενά με τη CIA, τους Ισραηλινούς και διάφορους άλλους στη δημιουργία του ISIS. O Ερντογάν έχει, επί πλέον, και τις αυτοκρατορικές φαντασιώσεις του, που δεν αποκλείεται να του καλλιεργούν επιδέξια και όσοι θέλουν να τον καταστρέψουν, προκειμένου να ξαναφέρουν την χώρα του στο μαντρί.

Δηλώσεις όπως αυτές ότι «δεν είμαστε φιλοξενούμενοι, είμαστε αφεντικά» στην περιοχή του Ιντλίμπ, που έκανε προ ημερών, η επιθυμία να κάνει τουρκική όλη την Ανατολική Μεσόγειο κλπ., δείχνουν μια απουσία ισορροπημένης αίσθησης της πραγματικότητας, στην οποία δεν μας είχε συνηθίσει στο παρελθόν. Το 2016, όταν είδε τον χάρο με τα μάτια του και σώθηκε από τον Πούτιν, ο Τούρκος πρόεδρος φάνηκε να συνέρχεται κάπως.

Ένας καινούριος Μάχντι

Συν τω χρόνω, όμως, μοιάζει να τον συνεπαίρνει κάπως η αντίληψη ότι ίσως είναι ένας καινούριος Μάχντι, που του καλλιεργεί άλλωστε και ο μέχρι πρότινος κορυφαίος στρατιωτικός του σύμβουλος Adnan Tanrıverdi, ιδιοκτήτης της παραστρατιωτικής οργάνωσης SADAT. Ο Tanriverdi αναγκάστηκε να παραιτηθεί από σύμβουλος, λόγω των αντιδράσεων στη δήλωσή του ότι η SADAT εργάζεται για να έλθει ο Μάχντι, αλλά η παραίτηση δεν είναι βέβαιο ότι σηματοδοτεί και απώλεια επιρροής.

Ο Μάχντι είναι μια εσχατολογική μορφή του ισλαμικού κόσμου. Για την έλευσή του εργάζονταν και οι Γκιουλενιστές (δηλαδή η CIA), μόνο που αυτοί είχαν υπόψιν τους τον Γκιουλέν και όχι τον Ερντογάν. Σύμφωνα με ορισμένες ισλαμικές παραδόσεις ο Μάχντι θα εμφανισθεί και θα κυβερνήσει για πέντε, επτά, εννιά ή δεκαεννιά χρόνια πριν από την Ημέρα της Κρίσης και θα απαλλάξει τον κόσμο από το κακό.

Στο βάθος όμως όλα αυτά αντανακλούν, έστω και κατά τρόπους ενίοτε πολύ παραμορφωμένους και ένα αντικειμενικό πρόβλημα, πρόβλημα που δεν το έχει μόνο η Τουρκία αλλά και πολλές άλλες χώρες. Δεν βολεύονται μεν μέσα σε ένα δυτικό σύστημα και τον άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ, που τους ζητάει διαρκώς και περισσότερες θυσίες των εθνικών συμφερόντων τους. Το ίδιο έκαναν και με την Ελλάδα, καθώς της ζήτησαν να αυτοκτονήσει οικονομικά και κοινωνικά και το έκανε. Τώρα πλέον μας ζητάνε περίπου να καταργηθούμε ως έθνος και κράτος, μετατρεπόμενοι σε μεγάλη αμερικανική βάση και στρατόπεδο προσφύγων και μεταναστών.

Ταυτόχρονα, όμως, οι χώρες αυτές, οι οικονομίες τους και κυρίως οι ελίτ τους, είναι βαθιά ενσωματωμένες μέσα στον δυτικό καπιταλισμό και το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα. Βρίσκονται λοιπόν σε μια τεράστια αντίφαση. Στις μέρες μας δεν υπάρχει άλλωστε και προφανής σοσιαλιστική–αντιιμπεριαλιστική λύση. Αυτό βέβαια εξηγεί εν πολλοίς γιατί οι επιθυμούσες να αντισταθούν στη νέα παγκόσμια τάξη κοινωνίες ενίοτε προσφεύγουν σε “προ-νεωτερικές” ιδεολογικές δυνάμεις, όπως η θρησκεία.

Δυο γραμμές στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις

Όλα αυτά αντανακλώνται αναπόφευκτα και στην ίδια την κοινωνία, βαθιά διασπασμένη άλλωστε και η ίδια ανάμεσα στη βαθιά “ανατολίτικη” Τουρκία και τις ευρωπαϊκές, φιλοδυτικές ελίτ της. Οι κοινωνικές συγκρούσεις και τα στρατηγικά διλήμματα αντανακλώνται τελικά και στο ίδιο το θεμέλιο του καθεστώτος που δεν είναι άλλο από τις ένοπλες δυνάμεις.

Εκεί, δύο δυνάμεις ανταγωνίζονται για την εύνοια του Ερντογάν. Η μία είναι οι “ευρασιάτες”, “αντι-ιμπεριαλιστές” και “νέο-κεμαλιστές”, που εκφράζει ο Ντογκού Περιντσέκ και το κόμμα του “Βατάν”. Αυτοί θεωρούν ότι προέχει η διατήρηση της ενότητας της “ομάδας της Αστάνα” (Τουρκία, Ιράν, Ρωσία). Η άλλη είναι η “πανισλαμιστική” οργάνωση SADAT, ιδιοκτησίας του απόστρατου Adnan Tanrıverdi.

Ενεργός στη Λιβύη εδώ και πολλά χρόνια, έχει κατηγορηθεί για εκπαίδευση Σύρων αντικαθεστωτικών ανταρτών, για σχέσεις με τον ISIS και άλλες τρομοκρατικές οργανώσεις, για σχέσεις με την Χαμάς και ότι είναι ο προσωπικός παρακρατικός και παραστρατιωτικός βραχίωνας του Τούρκου προέδρου. Το όραμά της είναι μια μεγάλη πανισλαμική ένωση.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν ο ίδιος Ερντογάν εμπνέεται όντως από τέτοια οράματα και σε ποιο βαθμό μια τέτοια μεταφυσική πίστη έχει κλονίσει τον ορθολογισμό που φάνηκε να διακρίνει μέχρι τώρα το πολιτικό του παιχνίδι και που ερμηνεύει τις αναμφισβήτητες επιτυχίες του. Καμιά φορά, οι δυσκολίες μπορούν να προκαλέσουν και μια φυγή στη μεταφυσική, ενώ αντίστροφα, ένα ισχυρό θρησκευτικό συναίσθημα, όπως και οποιοδήποτε ιδεολογικό κίνητρο, μπορούν να πολλαπλασιάσουν την ικανότητα ενός πολιτικού που παραμένει ορθολογικός στη δράση του.

Όσο για την περιοχή της Μέσης Ανατολής, αφθονούν επίσης οι διεθνείς προβοκάτορες που θα μπορούσαν ενδεχομένως να καλλιεργήσουν έντεχνα “υπερδυναμικές” φιλοδοξίες σε έναν ηγέτη, οδηγώντας τον σε υπερεπέκταση και καταστροφή.

Δημοσιεύτηκε στο slpress.gr