Νέος Καιάδας για τους Συνταξιούχους!

0
186

Η ανατομία του νέου ασφαλιστικού: Ο λογαριασμός στους μισθωτούς

Της Χριστίνας Κοψίνη
9 Φεβρουαρίου 2020

Σε λίγες ημέρες ένας νόμος με νέες συνταξιοδοτικές διατάξεις θα προστεθεί στην ελληνική παράδοση της ασφαλιστικής πολυνομίας. Στην απαρχή της μεταμνημονιακής εποχής θα περίμενε κανείς αυτό το νομοθέτημα να διορθώνει αδικίες και να βάζει τα πρώτα θεμέλια για την επιστροφή μέρους από το 45% των συντάξεων που χάθηκε από το 2010 μέχρι το 2020 στον βωμό της χρεοκοπίας και των μνημονίων που ακολούθησαν.

Οι συνταξιούχοι πλήρωσαν, και συνεχίζουν να πληρώνουν, για τη χρεοκοπία της χώρας 63 δισ. ευρώ. Από αυτό το αστρονομικό ποσό το σχέδιο νόμου όχι μόνο δεν επιστρέφει, αλλά ενδεχομένως αφαιρεί κιόλας. Αφαιρεί το ποσό των 970 εκατ. ευρώ που, είτε διατέθηκε (κατά ΣΥΡΙΖΑ) ως 13η σύνταξη είτε καταβλήθηκε (κατά Ν.Δ.) ως βοήθημα, αποτέλεσε ένα σημαντικό στήριγμα των χαμηλοσυνταξιούχων, οι οποίοι συνεχίζουν να αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα.

Στην ανάλυση που εκπόνησαν για την «Εφ.Συν.» ο ομότιμος καθηγητής Σάββας Ρομπόλης και ο υποψήφιος διδάκτωρ Βασίλειος Γ. Μπέτσης τεκμηριώνουν το γιατί οι συνταξιούχοι δεν επιτρέπεται να έχουν μεγάλες προσδοκίες.

Διότι κι αυτή η νομοθετική «μεταρρύθμιση», όπως και οι περισσότερες από τη δεκαετία του ’90 μέχρι τις μέρες μας, εντάσσεται σε αυτό που οι συγγραφείς ονομάζουν σταδιακό μετασχηματισμό του κράτους πρόνοιας σε κράτος φιλανθρωπίας.

Γι’ αυτόν τον λόγο, ακόμη και η μέση αύξηση των 99 ευρώ που θα δουν οι περίπου 250.000 συνταξιούχοι, σε σύνολο 2.410.000, δεν προέρχεται από την προσθήκη νέων πόρων στον κουμπαρά του συστήματος, αλλά από την εσωτερική ανακατανομή του κόστους που πληρώνουν οι ασφαλισμένοι και οι εργοδότες τους.

Κι εδώ, οι δυο μελετητές αποδεικνύουν ότι οι μεγάλοι χαμένοι του νέου ασφαλιστικού είναι οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, οι χαμηλόμισθοι και οι χαμηλοσυνταξιούχοι καθώς και όσοι ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι, όχι μόνο δηλώνουν, αλλά έχουν και στην πραγματικότητα πολύ χαμηλά εισοδήματα.

Ωστόσο, ακόμη και οι συνταξιούχοι που αναμένουν αυξήσεις, δεν θα τις βρουν στους λογαριασμούς τους πριν από το καλοκαίρι. Στην καλύτερη περίπτωση τον Ιούνιο, αφού χρειάζεται, μετά την ψήφιση και τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να ακολουθήσει ο επανυπολογισμός των συντάξεων με βάση τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης που προκύπτουν από τις αυξήσεις στο ανταποδοτικό τμήμα της σύνταξης για εκείνους που έχουν πάνω από 30 χρόνια προϋπηρεσία με ασφάλιση.

Βεβαίως, το σχέδιο νόμου, χωρίς να συνιστά κάποια μεταρρύθμιση, έχει και ορισμένες θετικές διατάξεις που αφορούν την εφαρμογή της προηγούμενης νομοθεσίας, γνωστής και ως νόμος Κατρούγκαλου, την οποία εφαρμόζει και ισχυροποιεί. Με μοναδική εξαίρεση την αποσύνδεση των ασφαλιστικών εισφορών από το φορολογητέο εισόδημα των μη μισθωτών.

Ωστόσο και εδώ το κόστος των αλλαγών θα επιβαρύνει τους μισθωτούς, τους εργοδότες τους και τους ανέργους. Για τους τελευταίους, η απώλεια περίπου 350 εκατ. ευρώ από τα ταμεία του ΟΑΕΔ, έναντι μείωσης της ασφαλιστικής εισφοράς κατά 0,75 ποσοστιαίες μονάδες, θα «αποκατασταθεί» στο μέλλον από τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ η εισφοροδοτική ελάφρυνση των ελεύθερων επαγγελματιών, όχι μόνο για τη σύνταξη αλλά και για τις υπηρεσίες υγείας, θα επιβαρύνει υπέρμετρα (από 18 έως 21 ευρώ τον μήνα) τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, εγκαθιδρύοντας έναν νέο τύπο ανισότητας στο εσωτερικό του ασφαλιστικού συστήματος.


Από το κράτος πρόνοιας, στο κράτος… φιλανθρωπίας

Των Σάββα Γ. Ρομπόλη* και Βασιλείου Γ. Μπέτση**

Διερευνώντας τις σύγχρονες εξελίξεις της κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ενωση, στο πλαίσιο μιας μεθοδολογικής προσέγγισης από το γενικό στο ειδικό και το συγκεκριμένο για τις πρόσφατες κοινωνικο-ασφαλιστικές εξελίξεις στην Ελλάδα, επικεντρώνονται, μεταξύ των άλλων, οι επεξεργασίες και οι προβληματισμοί μας στις παρακάτω ενότητες.

Τα δεδομένα

Από τη δεκαετία ιδιαίτερα του 1990 σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, οι ασκούμενες οικονομικές και κοινωνικο-ασφαλιστικές πολιτικές εμπνεόμενες από την Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ, επιδιώκοντας την αποδέσμευσή τους από το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο, επικεντρώθηκαν, κατά βάση, στον στόχο της βιωσιμότητας των συνταξιοδοτικών τους συστημάτων με μέτρα πολιτικής που αναφέρονται στην αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, τη μείωση των ποσοστών αναπλήρωσης και των συντάξεων, την ultra-κεφαλαιοποίηση και ιδιωτικοποίηση των κοινωνικο-ασφαλιστικών συστημάτων, την κατάτμηση της ενότητας της συνταξιοδοτικής παροχής κ.λπ.

Στις συνθήκες αυτές το σύστημα κοινωνικής προστασίας μετασχηματίζεται σε δημοσιονομικό ζήτημα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής από αναδιανεμητικό (σε είδος και σε χρήμα) θεσμό κοινωνικής αναπαραγωγής με συμβολή, τον βαθμό που τον αφορά, στη διεύρυνση της αναπτυξιακής διαδικασίας των οικονομιών και της κοινωνικής συνοχής τους.

Ομως, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, οι εφαρμοζόμενες κοινωνικο-ασφαλιστικές πολιτικές, κατά τη διάρκεια, ιδιαίτερα, των τελευταίων τριάντα ετών, συνέβαλαν, μεταξύ των άλλων, στην αύξηση του αριθμού των φτωχών συνταξιούχων, υπονόμευσαν σε σημαντικό βαθμό τον ρόλο και τους στόχους των συνταξιοδοτικών συστημάτων στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μετασχηματίζοντας σταδιακά το κράτος πρόνοιας σε κράτος φιλανθρωπίας, το οποίο διευρύνεται με την αύξηση των κοινωνικών και εισοδηματικών ανισοτήτων, σε βαθμό που να συρρικνώνεται ανησυχητικά το κοινωνικό κράτος και η φιλανθρωπία ως «σύμπτωμα των ανισοτήτων που δημιουργούν οι ασκούμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές να εξελίσσεται ως αυτοάνοσο του νεοφιλελευθερισμού».

Ποια αναλογικότητα…

Ετσι, σήμερα σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο στα συνταξιοδοτικά συστήματα δεν κυριαρχεί το πνεύμα της αλληλεγγύης και της ισότητας μεταξύ και εντός των γενεών, της αναλογικότητας, της εγγύησης επαρκών συνταξιοδοτικών συστημάτων, της συγκρότησης ενός κοινωνικού κράτους ως μέρους της ασκούμενης αναπτυξιακής και κοινωνικής πολιτικής που θα επιτρέπει ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο και ταυτόχρονα θα αποτρέπει τη φτώχεια του συνταξιοδοτικού πληθυσμού σε απόλυτο επίπεδο.

Είναι ενδιαφέρον στο σημείο αυτό να υπογραμμιστεί ότι για παράδειγμα στη Γερμανία, την πιο εύρωστη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το 2018 το 51,4% (9,3 εκατ. από τα 18 εκατ. άτομα) των συνταξιούχων ελάμβανε μηνιαία σύνταξη κάτω των 900 ευρώ (όριο φτώχειας της Γερμανίας 999 ευρώ τον μήνα) και το 58,6% ελάμβανε μηνιαία σύνταξη κάτω των 1.000 ευρώ.

Παράλληλα, κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριάντα ετών, παρατηρείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο η ανάπτυξη ενός δυϊσμού στις στρατηγικές και τις ασκούμενες πολιτικές κοινωνικής προστασίας μεταξύ των βόρειων και των νότιων κρατών-μελών.

Πιο συγκεκριμένα, στις βόρειες χώρες, οι ασκούμενες κοινωνικο-ασφαλιστικές πολιτικές επικεντρώθηκαν σε παραμετρικές αλλαγές (αύξηση ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, αύξηση εισφορών, μειώσεις σε ποσοστά αναπλήρωσης κ.λπ.) και όχι σε πολιτικές αλλαγής του χαρακτήρα του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης-ΣΚΑ (διανεμητικό σύστημα και αλλαγή της διάρθρωσης των κατηγοριών της συνταξιοδοτικής παροχής) που παρατηρούνται να εφαρμόζονται, ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία στις νότιες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Κεντρικός στόχος των αλλαγών στις βόρειες χώρες ήταν και είναι η μείωση ή η μακροχρόνια στασιμότητα της συνταξιοδοτικής δαπάνης, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι επιπτώσεις από τη γήρανση του πληθυσμού, την αύξηση του προσδόκιμου ζωής (ένα έτος τη δεκαετία) και την ευελιξία της απασχόλησης, του χρόνου εργασίας, των εισοδημάτων κ.λπ. Ετσι σήμερα στις βόρειες χώρες (Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο κ.α.) διαπιστώνεται ότι η διάρθρωση του ΣΚΑ αντιστοιχεί σε 70% στον διανεμητικό-κοινωνικό του χαρακτήρα και 30% στον κεφαλαιοποιητικό-εξατομικευμένο χαρακτήρα του.

Κατάτμηση

Αντίθετα, στην Ελλάδα οι αλλαγές που σημειώθηκαν από το 2010 μέχρι σήμερα (2020) είναι σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, με την έννοια ότι εκτός των παραμετρικών αλλαγών, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, σημειώθηκαν και αλλαγές στη διάρθρωση της συνταξιοδοτικής παροχής με την κατάτμηση της ενότητάς της (εθνική-ανταποδοτική).

Σε θεωρητικό και εννοιολογικό αλλά και σε εμπειρικό επίπεδο, από το πρώτο Μνημόνιο μέχρι σήμερα, οι καταβαλλόμενες ασφαλιστικές εισφορές θεωρούνται οιονεί φορολογία, στερώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο από τις ασφαλιστικές εισφορές τον αναλογικό και ανταποδοτικό τους χαρακτήρα όπως συμβαίνει με τη φορολογία. Ετσι, από το 2010 μέχρι σήμερα, μεταξύ των άλλων, αυξήθηκαν τα όρια ηλικίας στο επίπεδο των 67 ετών με 15 έτη ασφάλισης ή των 62 ετών με 40 έτη ασφάλισης.

Επιπλέον, τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης συνδέθηκαν με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής και από το 2021 θα αυξάνονται κατά ένα έτος εάν δεν καταργηθεί η σχετική διάταξη. Επιπλέον σήμερα, σε επίπεδο χαρακτήρα του ΣΚΑ στην Ελλάδα η επικουρική σύνταξη μετατράπηκε από διανεμητικό-κοινωνικό σύστημα σε εξατομικευμένο σύστημα νοητής κεφαλαιοποίησης.

Το επιχείρημα των δανειστών από το πρώτο Μνημόνιο, σε συνδυασμό με την ψυχαναγκαστική εμμονή τους, κατά πολλούς, ότι οι συνταξιοδοτικές δαπάνες (κύρια και επικουρική ασφάλιση) ήταν υψηλές και η πιστή υλοποίηση αυτής της αντίληψης μείωσής τους, στο πλαίσιο των πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης-λιτότητας, από τις ελληνικές κυβερνήσεις, οδήγησαν, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, την ελληνική οικονομία σε πλήρη καθίζηση και τους εργαζομένους και τους συνταξιούχους σε δεκαετή (2010-2020) φτωχοποίηση (μεσοσταθμική μείωση των συντάξεων κατά 45% – 63 δισ. ευρώ) και με δυναμική δυσμενών ή στάσιμων προοπτικών.

Η μεγάλη αντίφαση

Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι η συνταξιοδοτική δαπάνη (κύρια και επικουρική σύνταξη) το 2009 ήταν 13,5% (30 δισ. ευρώ), αντιστοιχώντας σε αριθμό συνταξιούχων 2.638.000 ατόμων, ενώ το 2070 η συνταξιοδοτική δαπάνη λαμβάνοντας υπόψη στους υπολογισμούς μας και το πρόσφατο ασφαλιστικό νομοσχέδιο θα διαμορφωθεί στο επίπεδο του 12% του ΑΕΠ (34 δισ. ευρώ), αντιστοιχώντας σε αριθμό συνταξιούχων 2.410.000 ατόμων. Ετσι, το 2070 το επίπεδο της κύριας και επικουρικής σύνταξης θα είναι 1.150 ευρώ μεικτά σε σταθερές τιμές (52% συνολικός συντελεστής αναπλήρωσης από 75% το 2009).

Ετσι, η σχέση συνταξιοδοτικής δαπάνης προς ΑΕΠ διαμορφώνεται από 12,5% του ΑΕΠ το 2008 σε 13,5% του ΑΕΠ το 2009, σε 17,3% του ΑΕΠ το 2016, σε 17,1% του ΑΕΠ το 2017, σε 16,3% του ΑΕΠ το 2018 και σε 12% του ΑΕΠ το 2070, ποσοστό πολύ κατώτερο από το ανώτερο πλαφόν του 16,2% του ΑΕΠ, γεγονός που επιτρέπει μια σταδιακή αύξηση των συνταξιοδοτικών παροχών κατά τα επόμενα χρόνια, τουλάχιστον κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες.

Ακριβώς μια τέτοια αυξητική προοπτική των συνταξιοδοτικών παροχών λείπει από το πρόσφατο ασφαλιστικό νομοσχέδιο, δεδομένου ότι όπως προβλέπεται από το 2023 και μετά οι αυξήσεις, σε συνθήκες ήπιων ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ και χαμηλού πληθωρισμού, δεν θα υπερβαίνουν το χαμηλό ποσοστό αύξησης του πληθωρισμού, συντελώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην πραγματική μείωση των εισοδημάτων από συντάξεις.

Ομως, δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη η προαναφερόμενη αντίφαση αύξησης της συνταξιοδοτικής δαπάνης, παρά το γεγονός της συντριπτικής μείωσης κατά 45% του επιπέδου των συντάξεων, γεγονός που εμπεριέχει και το αδιέξοδο των ασκούμενων μνημονιακών πολιτικών. Το ερώτημα επομένως είναι: Ποιοι είναι οι λόγοι που εξηγούν αυτή την αντίφαση;

Είναι:

α. η μείωση του παρονομαστή του κλάσματος, δηλαδή του ΑΕΠ κατά 27%, λόγω των μνημονιακών πολιτικών της εσωτερικής υποτίμησης και λιτότητας,

β. η εκρηκτική αύξηση της ανεργίας (1.500.000 άτομα – 28,5% του εργατικού δυναμικού) για τους ίδιους προαναφερόμενους λόγους, και

γ. η σημαντική αύξηση του αριθμού των συνταξιοδοτήσεων (από 40.000 άτομα τον χρόνο μέχρι το 2009 σε 120.000 άτομα τον χρόνο) που εκτόξευσε τη συνταξιοδοτική δαπάνη παρά τη μείωση των συντάξεων.

Ετσι, το αδιέξοδο αυτό των μνημονιακών πολιτικών στα οικονομικά της κοινωνικής ασφάλισης οδήγησε τους δανειστές και τις ελληνικές κυβερνήσεις στη διαδοχική εφαρμογή περιοριστικών και αντισυνταγματικών, κατά το ΣτΕ, κοινωνικο-ασφαλιστικών πολιτικών και τους συνταξιούχους σε δυσμενή εισοδηματική κατάσταση.

Τι φέρνει το νέο σχέδιο νόμου ● Ποιοι χάνουν, ποιοι κερδίζουν

Οι αυξήσεις στους λίγους συνταξιούχους που υπέστησαν περικοπές, θα χρηματοδοτηθούν από την… κατάργηση της ελλιπούς 13ης σύνταξης με άθροισμα κύριας και επικουρικής σύνταξης αυτό των 1.300 ευρώ

Το κόστος των μειωμένων εισφορών για ελεύθερους επαγγελματίες θα επιβαρύνει τους μισθωτούς, τους εργοδότες τους και τους ανέργους

Η ένταξη του ΕΤΕΑΕΠ στον ΕΦΚΑ, με τη διατήρηση της λογιστικής αυτοτέλειας των κλάδων του ΕΤΕΑΕΠ (Επικουρική, Εφάπαξ) θα δημιουργήσει βραχυ-μεσοπρόθεσμα περισσότερα λειτουργικά προβλήματα απ’ ό,τι επιδιώκει να λύσει, δεδομένης της έλλειψης προετοιμασίας που απαιτεί ένα τέτοιο εγχείρημα ενοποίησης, με αποτέλεσμα να μην αντιμετωπίζεται το σημερινό πρόβλημα καθυστέρησης στην έκδοση των συνταξιοδοτικών παροχών.

Η διαδικασία ψηφιοποίησης του ΕΦΚΑ αποτελεί ηλεκτρονική συνέχεια της ενοποίησης των κοινωνικο-ασφαλιστικών φορέων που εντάχθηκαν στον ΕΦΚΑ με τον Ν.4387/16. Παράλληλα, το νομοσχέδιο προβλέπει την απλοποίηση της διαδικασίας στη διαδοχική ασφάλιση για τη λήψη σύνταξης από τον τελευταίο φορέα.

Οι αυξήσεις των επικουρικών συντάξεων αφορούν τους συνταξιούχους πριν από τον Ν.4387/16 και συγκεκριμενοποιούνται μόνο στους συνταξιούχους (250.000 περίπου) που είχαν άθροισμα κύριας και επικουρικής σύνταξης πάνω από 1.300 ευρώ τον μήνα και είδαν τις συντάξεις τους να μειώνονται μέχρι και 50%. Η σχετική δαπάνη εκτιμάται σε 300 εκατ. ευρώ το έτος (μέση μηνιαία αύξηση 99 ευρώ) και 100 εκατ. ευρώ για τα αναδρομικά. Η δαπάνη αυτή, στο πλαίσιο του ουδέτερου δημοσιονομικού αποτελέσματος που επιβάλλουν οι δανειστές, θα χρηματοδοτηθεί από την κατάργηση της ελλιπούς (μέχρι 500 ευρώ το 100% του ποσού της 13ης σύνταξης σε τέσσερις στις δέκα συντάξεις) 13ης σύνταξης (971 εκατ. ευρώ το 2019).

Η αύξηση των νέων ποσοστών αναπλήρωσης επικεντρώνεται ιδιαίτερα από τα 30 έτη ασφάλισης (1,98%) μέχρι τα 40 έτη ασφάλισης (2,55%). Ετσι, με 35 έτη ασφάλισης το σωρευτικό ποσοστό αναπλήρωσης μόνο για το ανταποδοτικό τμήμα της σύνταξης από 33,81% αυξάνεται σε 37,31%. Στα 40 έτη ασφάλισης, το σωρευτικό ποσοστό αναπλήρωσης για το ανταποδοτικό τμήμα της σύνταξης από 42,80% αυξάνεται σε 50,01%. Είναι δηλαδή αυξημένο κατά 7,21 ποσοστιαίες μονάδες. Ομως, μετά τα 40 έτη ασφάλισης το ποσοστό αναπλήρωσης ορίζεται, χωρίς να είναι κατανοητή αυτή η επιλογή, σε 0,5%, γεγονός που μειώνει σημαντικά την ανταποδοτικότητα των εισφορών και παροχών για ασφαλισμένους που θα έχουν εργαστεί για περισσότερα από 40 έτη.

Η αύξηση της σύνταξης κλιμακώνεται όσο προστίθενται έτη ασφάλισης και καταβαλλόμενων εισφορών, ιδιαίτερα πάνω από 30 έτη ασφάλισης. Ετσι, για παράδειγμα με 35 έτη ασφάλισης και με 1.000 ευρώ συντάξιμες αποδοχές ελάμβανε με τον Ν.4387/16 ανταποδοτική σύνταξη 338 ευρώ τον μήνα και με τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης του πρόσφατου νομοσχεδίου θα λάβει 373 ευρώ, δηλαδή μια αύξηση των 35 ευρώ τον μήνα (10,5%). Με τις ίδιες συντάξιμες αποδοχές (1.000 ευρώ τον μήνα) και με 40 έτη ασφάλισης ελάμβανε με τον Ν.4387/16 ανταποδοτική σύνταξη 428 ευρώ τον μήνα και με τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης του πρόσφατου νομοσχεδίου θα λάβει 500 ευρώ τον μήνα, δηλαδή μια αύξηση των 72 ευρώ τον μήνα (16,8%). Ομως, οι απώλειες των συγκεκριμένων συνταξιούχων μετά τον Ν.4387/16 (70.000 άτομα) σε σχέση με τους παλαιούς ανέρχονται σε 40%, ενώ με τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης του πρόσφατου νομοσχεδίου προβλέπονται αυξήσεις 16,8% με 40 έτη ασφάλισης και 10,5% με 35 χρόνια ασφάλισης.

Για τους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους, προβλέπεται το σύστημα των ασφαλιστικών κλάσεων με 6+1 επίπεδα ασφάλισης για την καταβολή των ασφαλιστικών τους εισφορών ελεύθερης επιλογής. Πιο συγκεκριμένα, προβλέπονται ως κατώτερη μηνιαία ασφαλιστική εισφορά τα 210 ευρώ και ως ανώτερη τα 566 ευρώ τον μήνα. Ειδικότερα οι νέοι ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι κατά τα πρώτα πέντε έτη της επαγγελματικής τους δραστηριότητας θα καταβάλλουν μηνιαία ασφαλιστική εισφορά 126 ευρώ.

⑦ Για τους αγρότες οι ασφαλιστικές εισφορές είναι χαμηλότερες από τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αυτοαπασχολούμενους, δεδομένου ότι η κατώτερη μηνιαία ασφαλιστική εισφορά ανέρχεται στα 121 ευρώ και η ανώτερη ανέρχεται σε 324 ευρώ τον μήνα για το 2020. Ομως, για το 90% των ελεύθερων επαγγελματιών και των αυτοαπασχολούμενων, προβλέπεται αύξηση κατά 20% στις ασφαλιστικές εισφορές τους, με αποτέλεσμα όσοι από τους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους με υψηλά εισοδήματα επιλέξουν τη χαμηλή ασφαλιστική κλάση να προσανατολιστούν σε χαμηλή σύνταξη ή στην ιδιωτική ασφάλιση (ασφαλιστικές εταιρείες).

Αντίθετα, όσοι ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι επιθυμούν, για παράδειγμα, να εξασφαλίσουν σύνταξη (εθνική και ανταποδοτική) άνω των 1.000 ευρώ μεικτά με 35 έως 40 έτη ασφάλισης απαιτείται να καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές από την 4η ασφαλιστική κλάση και πάνω, δηλαδή 297 ευρώ τον μήνα. Οσοι όμως επιλέξουν να καταβάλουν την ελάχιστη ασφαλιστική εισφορά ύψους 155 ευρώ τον μήνα, θα λάβουν ύστερα από 40 χρόνια σύνταξη (εθνική και ανταποδοτική) 779 ευρώ μεικτά. Τέλος, όσοι επιλέξουν την ανώτατη ασφαλιστική κλάση (500 ευρώ τον μήνα) με 40 έτη ασφάλισης θα λάβουν σύνταξη (εθνική και ανταποδοτική) 1.659 ευρώ μεικτά.

Ετσι, συγκρίνοντας την ανταποδοτικότητα εισφορών-παροχών των μισθωτών με αυτήν των ελεύθερων επαγγελματιών και των αυτοαπασχολούμενων με τις νέες ασφαλιστικές κλάσεις και την ελεύθερη επιλογή τους, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας, στην περίπτωση των 35 ετών ασφάλισης ο μισθωτός θα χρηματοδοτεί με 12 ευρώ (ασφάλιση του ελεύθερου επαγγελματία στην πρώτη ασφαλιστική κλάση) την πλήρη ανταποδοτικότητα των ελεύθερων επαγγελματιών, για 40 έτη ασφάλισης ο μισθωτός θα χρηματοδοτεί με 18 ευρώ τον μήνα (ασφάλιση ελεύθερου επαγγελματία στην πρώτη κλάση), με 19 ευρώ (ασφάλιση στην τρίτη κλάση) και με 21 ευρώ (ασφάλιση στην έκτη κλάση) την υπερ-αναλογικότητα των ελεύθερων επαγγελματιών και των αυτοαπασχολούμενων. Ετσι, εγκαθιδρύονται συνθήκες ανισοτήτων στην ανταποδοτικότητα εισφορών-παροχών μεταξύ των δυο αυτών εργασιακών κατηγοριών (μισθωτών και ελεύθερων επαγγελματιών) κι αυτό γιατί, κατά βάση, οι μισθωτοί και οι εργοδότες τους θα καταβάλλουν ως ασφαλιστική εισφορά για κύρια σύνταξη 20% του μισθού τους για 14 φορές τον χρόνο.

 Στην περίπτωση παράλληλης ασφάλισης προβλέπεται ότι εάν το ποσό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς από τη μισθωτή εργασία υπερβαίνει το ποσό της 2ης ασφαλιστικής κατηγορίας (262 ευρώ), τότε δεν υπάρχει καμία υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικής εισφοράς. Εάν όμως το ποσό της ασφαλιστικής εισφοράς από μισθωτή εργασία είναι κάτω των 262 ευρώ, τότε καταβάλλεται ως ασφαλιστική εισφορά λόγω της παράλληλης απασχόλησης η διαφορά.

⑪ Για την απασχόληση των συνταξιούχων, το πρόσφατο ασφαλιστικό νομοσχέδιο προβλέπει ότι σε περίπτωση απασχόλησης συνταξιούχου μειώνεται η σύνταξή του από 60% (Ν.4387/16) σε 30%. Εξαιρούνται αυτής της μείωσης οι αγρότες και οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι σε φορείς της γενικής κυβέρνησης στους οποίους συγκαταλέγονται οι μετακλητοί σε υπουργεία και κυβερνητικές θέσεις.

Για τις ασφαλιστικές εισφορές των μισθωτών, προβλέπεται η μείωσή τους από 1/6/2020 κατά 0,98% ως εξής: πρώτον, κατά 0,75 ποσοστιαίες μονάδες (0,48 εργοδότη και 0,27 εργαζομένου) η οποία προβληματίζει, διότι θα επιβαρύνει τα έσοδα του λογαριασμού ανεργίας του προϋπολογισμού του ΟΑΕΔ και, δεύτερον, κατά 0,15 ποσοστιαίες μονάδες που θα μειώσει τα έσοδα από τον Ενιαίο Λογαριασμό για την εφαρμογή κοινωνικών πολιτικών (ΕΛΕΚΠ).

Ποιος πληρώνει την περίθαλψη των αυτοαπασχολούμενων

Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αυτοαπασχολούμενους της πρώτης πενταετίας η μηνιαία ασφαλιστική εισφορά για την Υγεία είναι 55 ευρώ και για τους πέραν της πενταετίας είναι 66 ευρώ, ενώ για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους είναι 7% του μηνιαίου εισοδήματός τους. Αυτό σημαίνει ότι οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι με ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα άνω των 900 ευρώ θα χρηματοδοτούν την ασφάλιση υγείας σε είδος και σε χρήμα και των ελεύθερων επαγγελματιών.

Mε άλλα λόγια, οι παρατηρούμενες ανισότητες μεταξύ των ελεύθερων επαγγελματιών-αυτοαπασχολούμενων και των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα στο επίπεδο των κύριων συντάξεων και των παροχών υγείας υπονομεύουν με τον πιο εύληπτο τρόπο την αρχή της ισότητας της κοινωνικής ασφάλισης και της ασφάλισης υγείας.

Επιπρόσθετα, η μείωση των συντελεστών στην κλίμακα φορολογίας εισοδήματος για τους ελεύθερους επαγγελματίες, τις ατομικές και προσωπικές επιχειρήσεις θα ωθήσει τους μισθωτούς να επιλέξουν (π.χ. δελτίο παροχής υπηρεσιών) τη σύναψη ατομικών συμβάσεων εργασίας, αυξάνοντας τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης και συμβάλλοντας στην περαιτέρω αποδιάρθρωση της αγοράς εργασίας, με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για το επίπεδο της κοινωνικής αλληλεγγύης και της κοινωνικής συνοχής στη χώρα μας.

Τα συμπεράσματα

Η προαναφερόμενη επεξεργασία του γενικού και του ειδικού πεδίου της προσέγγισής μας οδηγεί στην ανάδειξη των παρακάτω συμπερασμάτων.

Η στρατηγική του μετασχηματισμού του κράτους πρόνοιας σε κράτος φιλανθρωπίας και του αναδιανεμητικού-κοινωνικού χαρακτήρα του ΣΚΑ σε δημοσιονομική πλευρά της οικονομικής πολιτικής διεισδύει στους αρμούς και του πρόσφατου νομοσχεδίου για την κοινωνική ασφάλιση στην Ελλάδα.

Στην κατεύθυνση αυτή, το νομοσχέδιο αποτελεί ουσιαστικά μια παρέμβαση συμμόρφωσης και προσαρμογής στις αποφάσεις (4/10/2020) του ΣτΕ, αντιμετωπίζοντας, κατά βάση, τις παρατηρούμενες ανισορροπίες και την αντισυνταγματικότητα, με όρους ανισοτήτων, δημοσιονομικής βιωσιμότητας σε βάρος της κοινωνικής αποτελεσματικότητας και της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου των συνταξιούχων.

Στις συνθήκες αυτές το νομοσχέδιο δεν αποτελεί μεταρρυθμιστική παρέμβαση. Αντίθετα, αποτελεί μία ακόμη εφαρμοστικού χαρακτήρα παρέμβαση στο πλαίσιο των κατευθύνσεων των τριών Μνημονίων και των δανειστών, σε βαθμό που οι εναλλακτικής πολιτικής κοινωνικο-ασφαλιστικές επιλογές να είναι ανύπαρκτες.

Στο πλαίσιο αυτό αποτελεί ένα νομοσχέδιο περιορισμένων ακόμη και δημοσιονομικών προσδοκιών, αφού ακόμη και στην περίπτωση αποκατάστασης των σημαντικών απωλειών που έχουν υποστεί οι συνταξιούχοι στη χώρα μας, οι προσδοκίες φαίνεται να είναι περιορισμένες και να αφορούν σε αριθμό και σε όφελος λίγους συνταξιούχους.

*ομ. καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου
**υποψ. διδάκτορας Παντείου Πανεπιστημίου