Βροντερό «όχι» στη μετατροπή των μουσείων σε ΝΠΔΔ

0
389

Η αλλαγή του πλαισίου λειτουργίας των δημόσιων μουσείων θα προκαλέσει επιπτώσεις στην πολιτιστική κληρονομιά, στην Αρχαιολογική Υπηρεσία αλλά και στους εργαζομένους, επισημάνθηκε στη συνέντευξη Τύπου, όπως και ο κίνδυνος ιδιώτες να αναλάβουν μέρος της διαχείρισής τους.

31 Ιανουαρίου 2020

Τις δυσμενείς επιπτώσεις της ενδεχόμενης υλοποίησης της κυβερνητικής εξαγγελίας περί μετατροπής των δέκα μεγαλύτερων δημόσιων μουσείων σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) ανέλυσαν οι εργαζόμενοι στο υπουργείο Πολιτισμού. Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων (ΣΕΑ) από κοινού με τον Ενιαίο Σύλλογο Υπαλλήλων ΥΠΠΟΑ Αττικής, Στερεάς και Νήσων και άλλα σωματεία του ΥΠΠΟΑ διοργάνωσαν τη συνέντευξη Τύπου στο αμφιθέατρο του Επιγραφικού Μουσείου, στο πλαίσιο των κινητοποιήσεων που έχουν ξεκινήσει από το φθινόπωρο με στόχο, αρχικά, την ενημέρωση του κοινού.

Οι εκπρόσωποι των πρωτοβάθμιων σωματείων ανέπτυξαν τις θέσεις και τις αντιθέσεις τους τονίζοντας την ανάγκη ενίσχυσης του δημόσιου χαρακτήρα των μουσείων και τους καλύτερους όρους λειτουργίας τους. Εκαναν σαφές ότι θα αντισταθούν στις νεοφιλελεύθερες εμμονές της κυβέρνησης καθώς μια τέτοια εφαρμογή θα επιφέρει βαρύ πλήγμα στην πολιτιστική κληρονομιά, στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, στους εργαζομένους και παράλληλα θα ανοίξει την κερκόπορτα για την είσοδο των ιδιωτών στη διαχείριση του πολιτιστικού αποθέματος.

«Η προσπάθεια να παρουσιαστεί η μετατροπή των μουσείων σε ΝΠΔΔ ως κίνηση που διασφαλίζει τη διοικητική τους αυτοτέλεια είναι ψευδής και αποπροσανατολιστική. Τα μουσεία είναι ήδη ανεξάρτητα ως Ειδικές Περιφερειακές Υπηρεσίες του υπουργείου», είπε η Σταματία Μαρκέτου, πρόεδρος του ΣΕΑ. Θύμισε ότι τα εκθέματά τους δεν είναι έργα τέχνης αποκομμένα από την Ιστορία, αλλά αποτελούν συνέχεια της ενότητάς τους με τους αρχαιολογικούς χώρους απ’ όπου προέρχονται, ενώ ο μη κερδοσκοπικός τους χαρακτήρας ορίζεται στον αρχαιολογικό νόμο.

«Η θέση περί αυτοχρηματοδοτούμενου πολιτισμού διαστρεβλώνει τον ρόλο των μουσείων, όπως ορίζεται με σαφήνεια στον αρχαιολογικό νόμο. Η σύνδεση των μουσείων με την έννοια της αυτοχρηματοδότησης και της βιωσιμότητας ακυρώνει τον παιδευτικό τους ρόλο και τα μετατρέπει σε επιχειρηματικούς οργανισμούς», είπε η πρόεδρος του ΣΕΑ και πρόσθεσε ότι η απόσπασή τους από τον κορμό της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας θα σημάνει τη διάλυσή της.

«Η Υπηρεσία βρίσκεται σε κρίση, η απομάκρυνση των μουσείων θα σημάνει τον ακρωτηριασμό της» και παρομοίωσε με την «αφαίρεση της καρδιάς την απομάκρυνση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου» καθώς φημολογείται ότι θα είναι το πρώτο στο οποίο θα επιχειρηθεί η εφαρμογή της μετατροπής του σε ΝΠΔΔ. Εκτίμησε δε ότι η πραγματική πρόθεση της μετατροπής μεγάλων μουσείων σε ΝΠΔΔ είναι «η εμπλοκή των ιδιωτών στη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς».

Η κυβερνητική εξαγγελία της μετατροπής των μουσείων σε ΝΠΔΔ αφορά το Εθνικό Αρχαιολογικό, το Βυζαντινό και Χριστιανικό, το Επιγραφικό, το Νομισματικό, το Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού, το Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων «Φοίβος Ανωγειανάκης», το Αρχαιολογικό Θεσσαλονίκης, το Βυζαντινού Πολιτισμού, το Αρχαιολογικό Ηρακλείου και το Ασιατικής Τέχνης στην Κέρκυρα.

«Εχουμε την απάντηση, αλλά δεν έχουμε την ερώτηση “γιατί πρέπει τα μουσεία να γίνουν ΝΠΔΔ;”», αναρωτήθηκε ο Δέδες Λιώνης, πρόεδρος του Ενιαίου Συλλόγου Υπαλλήλων ΥΠΠΟΑ Αττικής, Στερεάς και Νήσων. Σημείωσε ότι δεν υπάρχει μελέτη που να συνοδεύει την εξαγγελία και επισήμανε ότι πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχουν πολιτιστικοί οργανισμοί που να είναι απολύτως αυτοχρηματοδοτούμενοι. «Δεν έχουμε τέτοιο παράδειγμα που να μας πείθει ότι τα μουσεία μας θα αποκτήσουν την οικονομική τους αυτοτέλεια σε μελλοντικό χρόνο αν αποκοπούν από το σώμα του ΥΠΠΟΑ», ενώ έθεσε και το θέμα της απώλειας εσόδων του Δημοσίου από τα διοικητικά συμβούλια που θα οριστούν για να τα διοικούν.

Ο γενικός γραμματέας του Ενιαίου Συλλόγου, Στάθης Γκότσης, θύμισε ότι χρησιμοποιήθηκε η ίδια επιχειρηματολογία -περί οικονομικής αυτοτέλειας, εξωστρέφειας, ευελιξίας- και στο παρελθόν, όταν επιχειρήθηκε πρώτη φορά η μετατροπή τους στα τέλη του ’90 με υπουργό Πολιτισμού τον Ευάγγελο Βενιζέλο και γενική γραμματέα τη Λίνα Μενδώνη και το 2007, επί υπουργίας Πέτρου Τατούλη.

Χαρακτήρισε «ψευδεπίγραφη» την αυτοτέλεια που ευαγγελίζεται το υπουργείο Πολιτισμού και πρόσθεσε: «Εχουμε συμφωνήσει ως κοινωνίες ότι ο Πολιτισμός, η Παιδεία και η Υγεία είναι από τα βασικά δικαιώματα των πολιτών. Γι’ αυτό τα χρηματοδοτεί το κράτος και επικουρικά μπορεί να υπάρξουν χρηματοδοτήσεις από άλλες δομές… Η αποκοπή τους από την Αρχαιολογική Υπηρεσία είναι το πρώτο βήμα προς την πλήρη διάλυσή της.

Η προσπάθεια αυτή συνοδεύεται από τις κινήσεις της πολιτικής ηγεσίας να μοιράσουν σε φίλους, αρεστούς, πολιτικά αποτυχόντες θέσεις και καρέκλες για να ασκούν εξουσία». Είπε μάλιστα ότι η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη «καθησύχασε τους εργαζομένους στην κοπή της πίτας του συλλόγου λέγοντας “μην ανησυχείτε, δεν θα τα δώσουμε στους ιδιώτες”. Προφανώς γιατί κανείς δεν θέλει να τα πάρει μαζί με τις ευθύνες της διατήρησης, της συντήρησης. Ο στόχος είναι να περάσουν κομμάτια της διαχείρισης στους ιδιώτες. Γιατί στα διοικητικά συμβούλια δεν θα είναι μόνο φίλοι και εκλεκτοί αλλά και εκπρόσωποι άλλων φορέων που τα συμφέροντά τους συνδέονται με τους ίδιους και όχι με το γενικό σύνολο».

Στο ίδιο μήκος κύματος και οι τοποθετήσεις των εκπροσώπων της Πανελλήνιας Ενωσης Συντηρητών Αρχαιοτήτων, του Συλλόγου Εκτακτων Αρχαιολόγων και του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών. Ακολούθησε συζήτηση στρογγυλής τραπέζας με ομιλητές τους: Πολυξένη Αδάμ-Βελένη, Αθανάσιο Θέμο, Εσθήρ Σολομών, Νικόλαο Κωνστάντιο και Κώστα Πασχαλίδη.

Πηγή: Βασιλική Τζεβελέκου / www.efsyn.gr