Έχει πολιτικό αντίκρυσμα η απειλή για ελληνικό βέτο;

0
870

Tα όσα γίνονται στην ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική έχουν προκαλέσει έναν αριθμό από εύλογες απορίες και ανησυχίες. Πιστεύουμε ότι θα ήταν σκόπιμο να τα ξεκαθαρίσει αυτά τα θέματα και η κυβέρνηση και το υπουργείο Εξωτερικών για να μη δημιουργείται και ανησυχία στο κοινό. Προς το παρόν θα περιοριστούμε να διατυπώσουμε τις απορίες μας, αφήνοντας τους αναγνώστες να βγάλουν τα συμπεράσματά τους.

Από χθες, δεν υπάρχει ραδιόφωνο στην Ελλάδα που να μη μιλάει για το περίφημο “βέτο” που θα θέσει η Αθήνα αν δεν ληφθούν υπόψιν οι θέσεις της στο Λιβυκό, μια μάλλον σπάνια εκδήλωση αποφασιστικότητας της Αθήνας. Αυτό που δεν γίνεται όμως πολύ καλά αντιληπτό είναι που θα τεθεί αυτό το βέτο. Η συμφωνία αυτή, αν υπάρξει, δεν είναι μια συμφωνία της ΕΕ, είναι μια συμφωνία των δύο αντιμαχομένων, που δεν πρόκειται να τεθεί υπό την κρίση κάποιου οργάνου της ΕΕ.

Μια συμφωνία των δύο αντιμαχομένων, με την πιθανή έγκριση ή εγγύηση, αν υπάρξει της Γερμανίας, της Τουρκίας, της Ρωσίας ή και των ΗΠΑ, θα ισχύσει είτε την εγκρίνει, είτε δεν την εγκρίνει η ΕΕ. Εν πάση περιπτώσει, επειδή δεν πρόκειται περί ευρωπαϊκής αποφάσεως, η Ελλάδα μπορεί μεν να εκφράσει τις αντιρρήσεις της, αλλά δεν βλέπει κανείς πως μπορεί να τη σταματήσει. Καλό θα ήταν να μας εξηγήσει σε ποιο σημείο της διαδικασίας θα τεθεί το ελληνικό βέτο και αν ένα τέτοιο βέτο μπορεί να έχει κάποια επιρροή στην ολοκλήρωση της συμφωνίας.

Ο μόνος που μπορεί να θέσει βέτο στη συμφωνία είναι το Ισραήλ, μέσω της επιρροής του στον Χαφτάρ. Το Τελ Αβίβ έχει εκπαιδεύσει τις δυνάμεις του πολέμαρχου στον ανταρτοπόλεμο πόλεων, διατηρεί πολύ στενές σχέσεις με τον Χαφτάρ και τον χρησιμοποιεί ως εργαλείο για τα ισραηλινά σχέδια στη Μεσόγειο. Να δούμε τι θα κάνει.

«Τι θα γίνει αν χάσετε;»

Όπως μας λένε καλά πληροφορημένες διπλωματικές πηγές και στην Αθήνα και στη Μόσχα, η Ελλάδα απευθύνθηκε προ διμήνου στη Ρωσία για να ζητήσει τη συνδρομή της ώστε να συμπεριληφθεί στη διάσκεψη του Βερολίνου. Με δεδομένες τις εξαιρετικά άσχημες σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας, η πιθανότητα να ικανοποιούνταν ένα τέτοιο αίτημα ήταν περί τη μία στο εκατομμύριο. Δεν το γνώριζε αυτό η Αθήνα; Γιατί υπέβαλε ένα τέτοιο αίτημα;

Διαβάσαμε έκπληκτοι μια κυβερνητική διαρροή (“Εστία” 13 και 14 Ιανουαρίου), σύμφωνα με την οποία, ο Πρόεδρος Τραμπ, ακούγοντας τον κ. Μητσοτάκη να του λέει πόσο αποφασιστικά θα αντιδράσει η Ελλάδα αν η Τουρκία παραβιάσει τις κόκκινες γραμμές, τον ρώτησε «τι θα γίνει αν χάσετε;».

Αποτιμά θετικά τον διάλογο αυτό η κυβέρνηση και έκανε αυτή τη διαρροή; Θεωρεί λογική την αντίδραση του κ. Τραμπ; Δεν μπορεί η αναφορά του Αμερικανού Προέδρου σε ενδεχόμενο ελληνικής ήττας να ερμηνευθεί ως έμμεσος εκφοβισμός; Γιατί δημοσιοποιεί μια τέτοια απάντηση, δηλαδή την κοινοποιεί και στην Τουρκία;

Δημπσιευτηκε στο slpress.gr