Ενα άρθρο για την οικονομική πολιτική που αξίζει να προσεχθεί

0
317

Το σάιτ αυτό δεν έχει την παραμικρή διάθεση να υπεισέλθει στην διαμάχη ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ, η οποία αλέθει και καταστρέφει οποιασδήποτε συζήτηση για τα προβλήματα της χώρας. Εντούτοις, πιστεύουμε ότι ορισμένες από τις επισημάνσεις του παρακάτω άρθρου αξίζει να προσεχθούν


του Λόη Λαμπριανίδη*
26 Ιουλίου 2019

Καθώς ολοκληρώθηκαν οι προγραμματικές δηλώσεις, γίνεται ολοένα πιο σαφές το «αναπτυξιακό» κυβερνητικό πρόγραμμα και δυστυχώς προκύπτει το συμπέρασμα ότι η λέξη «ανάπτυξη» πρέπει να τίθεται εντός εισαγωγικών.

Και τούτο διότι αν υλοποιηθούν οι προγραμματικές εξαγγελίες, διατρέχουμε τον σοβαρό κίνδυνο να επιτύχουμε την προσωρινή μεγέθυνση της οικονομίας, σε μια κατεύθυνση που είναι σχεδόν βέβαιο ότι λόγω του σχεδιασμού της θα μας οδηγήσει εκ νέου σε στασιμότητα ή και ύφεση.

Το κυβερνητικό «αναπτυξιακό» σχέδιο δεν είναι σε θέση να προκαλέσει αυτό που σήμερα χρειάζεται η οικονομία μας: ένα βαθύ παραγωγικό μετασχηματισμό στα χνάρια των προηγμένων οικονομιών της γνώσης και στα ζητούμενα της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, ένα μετασχηματισμό που θα στοχεύει σε αναβάθμιση της θέσης της χώρας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, θα αυξάνει το τεχνολογικό και εξαγωγικό δυναμικό της, θα δίνει έμφαση στη βιομηχανία και θα προσδίδει αξία στον διεθνώς εμπορεύσιμο τομέα της, θα προσφέρει ποιοτική απασχόληση και μέσω αυτής κοινωνική συνοχή.

Για όλα αυτά τα κρίσιμα και σημαντικά δεν ειπώθηκε δυστυχώς τίποτα στις προγραμματικές δηλώσεις του πρωθυπουργού και του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων.

Πού ακριβώς όμως επικεντρώθηκε το κυβερνητικό «αναπτυξιακό» σχέδιο; Σε δύο απλές ιδέες: (α) λιγότεροι φόροι και (β) αναθέρμανση της οικονομίας μέσω των ακινήτων («μέθοδος των ακινήτων»). Δύο επιλογές που έχουν δοκιμαστεί επανειλημμένα και δεν έχουν να επιδείξουν τίποτα το πρωτοποριακό.

Η μείωση των φόρων είναι μια ορθή και απαραίτητη επιλογή, εφόσον το επιτρέπουν οι δημοσιονομικές συνθήκες και οι ανάγκες του κράτους πρόνοιας. Όμως, στο κυβερνητικό πλάνο οι μειωμένοι φόροι αντανακλούν σε ένα βαθμό την «επανάσταση» και τις ελπίδες των ρηγκανόμικς, των οικονομικών της προσφοράς της δεκαετίας του ‘80 και μπορούν να συνοψισθούν στο αφήγημα ότι η μείωση των φόρων, μαζί με την άρση των γραφειοκρατικών ρυθμιστικών κρατικών εμποδίων, θα προκαλέσουν επενδυτική ευφορία και ανάπτυξη, και παρόλο που αρχικά θα υπάρξει αύξηση της ανισότητας, στην συνέχεια ο πλούτος θα «διαχυθεί προς τα κάτω» (trickle down effect).

Ωστόσο, τα σχεδόν 40 χρόνια που προηγήθηκαν κάθε άλλο παρά επιβεβαίωσαν αυτές τις προσδοκίες. Ούτε ανάπτυξη αξιόλογη σημειώθηκε με εξαίρεση τις διάφορες φούσκες (όπως του χρηματιστηρίου στα τέλη του ‘90 και των ακινήτων και χρηματοπιστωτικών κόλπων της δεκαετίας του 2000), αλλά ούτε και μείωση της ανισότητας. Τα αποτελέσματα είναι σήμερα γνωστά και εξαιρετικά επώδυνα. Η αμφισβήτηση της παγκοσμιοποίησης, οι εμπορικοί πόλεμοι, η άνοδος της ακροδεξιάς κτλ. είναι άμεσο και αναμφισβήτητο παράγωγο αυτών των πολιτικών.

Οι μειώσεις των φόρων δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται αυτοτελώς. Η σιωπή επί του ελάχιστου μισθού, η υποβάθμιση του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, η τοποθέτηση σε κρίσιμη κυβερνητική θέση του μέχρι πρότινος Γενικού Διευθυντή του ΣΕΒ, λίγες μόλις ημέρες μετά την προσφυγή του ΣΕΒ εναντίον των αυξήσεων του κατώτατου μισθού, η μείωση ασφαλιστικών εισφορών, η προϊούσα ιδιωτικοποίηση της ασφάλισης κ.τλ. είναι βασικές προμελετημένες επιλογές, οι οποίες δεν αφήνουν δυστυχώς αμφιβολία ότι οδεύουμε προς μια εξαιρετικά άνιση οικονομική μεγέθυνση. Γιατί λοιπόν μεγέθυνση και όχι ανάπτυξη;

Οι κατασκευές

Η απάντηση συνδέεται με τον δεύτερο πυλώνα του κυβερνητικού σχεδίου: την ενίσχυση των κατασκευών, η οποία επίσης δεν είναι κάτι καινούργιο ή πρωτοποριακό. Η καταφυγή στην οικοδομή, ως τρόπος αύξησης του ΑΕΠ, υπήρξε λιγότερο ή περισσότερο μια σταθερά της μεταπολεμικής οικονομικής μας ιστορίας με εξάρσεις ιδίως μεταξύ 1955-1972 και 1995-2008.

Πρέπει βεβαίως να τονισθεί ότι λόγω ακριβώς της μεγάλης συρρίκνωσης του τομέα των ακινήτων και των κατασκευών στα χρόνια της κρίσης σε ποσοστό 95% περίπου, είναι απαραίτητο ο τομέας αυτός να ενισχυθεί με σκοπό να ανακάμψει.

Όμως η συνάρτηση της αναπτυξιακής πορείας της χώρας με τον τομέα των ακινήτων, αποτελεί αδιέξοδη επιλογή, που διασφαλίζει θεαματική αλλά μόνο προσωρινή μεγέθυνση του ΑΕΠ, χωρίς όμως να προκαλεί βαθύτερους και αναγκαίους αναπτυξιακούς μετασχηματισμούς και χωρίς να αναβαθμίζει τεχνολογικά την χώρα. Ούτε δημιουργεί επίσης ποιοτική απασχόληση, δηλαδή μόνιμη και πλήρη απασχόληση με αξιοπρεπή αμοιβή και με δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης και αυτοπραγμάτωσης.

Αντίθετα, προσφέρει μόνο επισφαλή και χαμηλά αμειβόμενη εργασία, χωρίς να μπορεί να συμβάλει θετικά στο διπλό πρόβλημα της χώρας μας: την εκροή νέων υψηλής εξειδίκευσης στο εξωτερικό και τη δημογραφική συρρίκνωση, καθώς είναι σαφές ότι οι μορφωμένοι νέοι μας θα προτιμήσουν την μετανάστευση παρά την επισφαλή και χαμηλής αμοιβής απασχόληση στα ακίνητα.

Με αυτήν την έννοια κρίνεται άστοχος ο χαρακτηρισμός των κατασκευών ως «στρατηγικού τομέα για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας», που υιοθέτησε ο ΙΟΒΕ σε πρόσφατη μελέτη του. Είναι επομένως λυπηρό ότι το κυβερνητικό αναπτυξιακό σχέδιο δεν διαθέτει κανένα στοιχείο καινοτομικότητας και αντίληψης των διεθνών τάσεων και εξελίξεων, αλλά αποτελεί καταφυγή σε παλιές δοκιμασμένες και αποτυχημένες συνταγές του ελληνικού και του διεθνούς παρελθόντος.

Αυτό όμως που συνιστά εξ ορισμού αδιέξοδη επιλογή και μάλιστα με λαϊκίστικη χροιά είναι το μέτρο μηδενισμού του οικοδομικού ΦΠΑ για την επόμενη 3ετία. Είναι υποτίθεται σχεδιασμένο για να δώσει περαιτέρω ώθηση στην οικοδομή και στην οικονομία και με αυτόν τον τρόπο να καλύψει και τις απώλειες εσόδων από τις λοιπές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα λειτουργήσει μόνο έτσι.

Η σταδιακή ακόμα και δραστική μείωση του ΦΠΑ στην οικοδομή είναι αναγκαία, αλλά πρέπει να γίνει κατά τρόπο μόνιμο και προβλέψιμο και όχι αποσπασματικό, ώστε να μην προκαλέσει αχρείαστες διαταραχές. Η εφαρμογή του μέτρου αυτού με τρόπο προσωρινό θα προκαλέσει μέσα στην επόμενη 3ετία μια μεγάλη και προ της ώρας της οικοδομική έκρηξη (1), την οποία θα ακολουθήσει μια εξίσου βέβαιη αποτελμάτωση ή ακόμα και κρίση.

Ο λόγος είναι προφανής: οποιοσδήποτε σχεδιάζει μέσα στα προσεχή για παράδειγμα 8 χρόνια να αποκτήσει ακίνητο θα σπεύσει να επωφεληθεί του μηδενικού συντελεστή. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα μια σημαντική αύξηση στην αγορά ακινήτων βραχυπρόθεσμα, η οποία αυτονόητα θα ακολουθηθεί από μεγάλη κάμψη, καθώς θα υπάρξει απλά μια ανακατανομή ενός δεδομένου ποσού που θα διατίθετο ούτως ή άλλως στην αγορά ακινήτων την επόμενη 8ετία και που τώρα θα πραγματοποιηθεί τα προσεχή 3 χρόνια σε μια ήδη ασταθή και εν πολλοίς κορεσμένη αγορά. Αυτό θα προκαλέσει δύο σημαντικά προβλήματα:

(α) το πρώτο είναι μια σημαντική μη αναστρέψιμη απώλεια φόρων. Πιο συγκεκριμένα με ορισμένες παραδοχές, όπως π.χ. ότι η οικοδομική επενδυτική δραστηριότητα από σχεδόν 1,5 δισ. που είναι περίπου σήμερα θα προσεγγίσει σταδιακά την αναλόγων μεγεθών αντίστοιχη δραστηριότητα στην Πορτογαλία που είναι 6 δισ., προκύπτει ότι σε βάθος οκταετίας η απώλεια εσόδων θα υπερβεί τα 6 δισ. ευρώ.

(β) Το δεύτερο και ίσως σημαντικότερο πρόβλημα έχει να κάνει με την κοντόφθαλμη κατεύθυνση που δίδεται στην αναπτυξιακή στρατηγική για επενδύσεις ξανά σε οικοδομικά υλικά. Χάνεται έτσι ένα απολύτως κρίσιμο διάστημα, στο οποίο προσεκτικά σχεδιασμένες πολιτικές θα μπορούσαν να αναβαθμίσουν την χώρα και να της επιτρέψουν να σταθεί στην αφετηρία της 4ης βιομηχανικής επανάστασης. Χάνεται δηλαδή η δυνατότητα πραγματικής αναβάθμισης της χώρας, ώστε να τρέξει με ρυθμούς 3% και 4% σε βάθος δεκαετίας και επομένως να συγκλίνει με την ΕΕ και να αποφύγει την διαρροή των υψηλής κατάρτισης νέων της και την δημογραφική παρακμή.

Μπορεί η πολιτική που εξαγγέλθηκε να είναι σε θέση να ανεβάσει κατά 1 ενδεχομένως και 2 μονάδες το ΑΕΠ για την προσεχή τριετία, αλλά επί ποινή αντίστοιχης συρρίκνωσης στην συνέχεια. Σε βάθος χρόνου, όταν η χώρα θα προσεγγίζει τον ορίζοντα του 2030 και τις δυσκολίες για το δημοσιονομικό μας χρέος, θα πορεύεται με μηδενικούς ρυθμούς ανάπτυξης, καθώς όλο το βάρος θα έχει πέσει στην οικοδομή και στον τουρισμό με τις μικρές τους δυνατότητες παραγωγικής αναβάθμισης και τις χαμηλές τους αμοιβές.

Το μέτρο αυτό θα προσφέρει μια δυστυχώς απολύτως προσωρινή ανακούφιση στην μέση τάξη, που θα επωφεληθεί κάπως από το μειωμένο κόστος της κατασκευής, χωρίς όμως κανένα επιπρόσθετο κέρδος για την χώρα, όπως συνέβη με την πρώτη έκρηξη της οικοδομικής δραστηριότητας που ικανοποίησε την ανάγκη για λαϊκές κατοικίες στην μεταπολεμική αστική ανάπτυξη.

Τα οφέλη θα συγκεντρωθούν σε πολύ λιγότερες πλέον μεγάλες κατασκευαστικές εταιρίες, μια κατασκευαστική ελίτ, έναντι των μικρομεσαίων εργολάβων του παρελθόντος (βλέπε το πολυσυζητημένο project του Ελληνικού καθώς και τα σύνθετα τουριστικά καταλύματα που αποτελούνται από 1-2 πολυτελή ξενοδοχεία και 100άδες παραθεριστικές κατοικίες).

Φυσικά πριν δούμε τα σχετικά νομοσχέδια και πριν υπάρξει η συγκατάθεση των θεσμών, τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστικό. Αυτό άλλωστε είναι και το κίνητρο αυτής της παρέμβασης, να συμβάλλει κριτικά αλλά εποικοδομητικά στην αξιολόγηση, στη βελτίωση ή και αναθεώρηση των κυβερνητικών πολιτικών, και ενδεχομένως και στην αποτροπή κάποιων πιθανών αστοχιών τους.

Είχα επανειλημμένα τονίσει με σχετική αρθρογραφία μου κατά τη διάρκεια της προηγούμενης διακυβέρνησης ότι η επιλογή του εθνικού αναπτυξιακού προτύπου είναι ζήτημα υπερκομματικό που απαιτεί πολιτικές ζυμώσεις και ευρύτερες συναινέσεις. Είναι θέμα τόσο μεγάλης κρισιμότητας για το επερχόμενο μέλλον της χώρας που πρέπει να υπερβαίνει τις στενές κομματικές γραμμές και ιδεολογικές αγκυλώσεις.

Ειδάλλως η έξοδος από την κρίση θα σημάνει μια ακόμα μεγάλη χαμένη ευκαιρία για την αναπτυξιακή αναβάθμιση της χώρας, τη δημιουργία μιας πιο συνεκτικής κοινωνίας, τη μόνιμη και όχι παροδική βελτίωση της κατάστασης της μέσης τάξης και της επίτευξης πιο υγιών δημοσιονομικών μεγεθών.

1. Προ της ώρας του υπό την έννοια ότι θα διαταράξει την ομαλή εξέλιξη του οικοδομικού κύκλου που έχοντας μόλις εκκινήσει την ανοδική του πορεία αναμένεται να φτάσει στην αιχμή του μετά από 5- 6 χρόνια.

*Ο κ. Λόης Λαμπριανίδης είναι Καθηγητής Παν/μίου Μακεδονίας, τ. Γεν. Γραμματέας Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων