Ευρωκάλπες: Για να μην καταλήξουμε στο “ΈΙΜΑΣΤΕ άξιοι της μοίραs μας…”

0
220

της Μαρίας Δελιβάνη
21/5/2019

Έχω ήδη, σε βιβλία και άρθρα μου, υποστηρίξει πως στη νέα διεθνή οικονομική τάξη, η διάκριση αριστεράς και δεξιάς έχει, σημαντικά, εξασθενίσει δίνοντας τη θέση της στους υπέρ και κατά της παγκοσμιοποίησης, στους υπέρ και κατά αυτής της Ευρώπης, στους υπέρ και κατά του νεοφιλελευθερισμού κ.ο.κ.

Γι’ αυτό, δεν θα διστάσω να πω ότι δεν είναι δεξιοί και ακροδεξιοί όσοι τάσσονται εναντίον της καταστρεπτικής πολιτικής, που εφάρμοσε η ΕΕ στην Ελλάδα, ούτε όσοι σκέπτονται ότι ανθρωπισμός ουδόλως σημαίνει ανεξέλεγκτα σύνορα και υποδοχή μεταναστών με όρους απάνθρωπης διαμονής τους. Ούτε επίσης είναι ακροδεξιοί όσοι δηλώνουν αντίθετοι στον άκρατο νεοφιλελευθερισμό που κατέστρεψε την Ελλάδα, ούτε όσοι ευνοούν την ύπαρξη εθνικής κυριαρχίας, έθνους-κράτους κλπ.

Θα έλεγα, αντιθέτως, ότι συχνά η αντιστροφή των παραπάνω επιλογών υποδεικνύει ακροδεξιά φιλοσοφία. Θέλω, όμως, εδώ να επισημάνω, με την ευκαιρία των ευρωεκλογών, μερικά από όσα είναι δύσκολα υποστηρίξιμα στις ημέρες μας, και γι’ αυτό εκτεθειμένα σε εύκολη-ανεγκέφαλη κριτική. Είναι δυσδιάκριτη η διάκριση ανάμεσα σε δεξιά και αριστερά πολιτικά κόμματα. Στο σημερινό μας κόσμο και κυρίως στη σημερινή Ευρώπη, πιστεύω ότι οι παλαιάς κοπής ετικέτες δεν πρέπει πια να γίνονται αποδεκτές, ελαφρά τη καρδία.

Να φέρω ένα απλό παράδειγμα: με ποιες λογικές βάσεις σκέψης ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να θεωρείται αριστερό πολιτικό κόμμα, ενώ αντιθέτως η ΝΔ ακραίο νεοφιλελεύθερο; Ο ΣΥΡΙΖΑ, επί τέσσερα χρόνια εφάρμοσε πιστά και χωρίς εξαιρέσεις, την ακραίας κατεύθυνσης νεοφιλελεύθερη πολιτική της ΕΕ και του ΔΝΤ Και μάλιστα η υποταγή του αυτή έφθασε σε σημείο, που να θεωρήσει απαραίτητη την αλλοίωση του ξεκάθαρου ΟΧΙ του δημοψηφίσματος του 2015 σε ΝΑΙ.

Στη μνημονιακή κοίτη

Ασφαλώς, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι δυνατόν να αναβαπτιστεί ως αριστερό κόμμα, επειδή αφού στράγγιξε τη μεσαία τάξη, εξασφαλίζοντας λεόντεια πρωτογενή πλεονάσματα, δέησε να πετάξει στη συνέχεια κάποια ψίχουλα από αυτά, και μάλιστα με τραυματικά επιδεικτικό τρόπο, στους συνταξιούχους που, κυριολεκτικά ρήμαξε προηγουμένως, αποβλέποντας εμφανώς στη διατήρηση εκλογικού ελέγχου και δικής του παραμονής στις καρέκλες της εξουσίας.

Αλλά, ούτε και η ΝΔ, που εκτός απροόπτου θα κερδίσει τις προσεχείς βουλευτικές εκλογές, είναι λογικό να πιστεύεται ότι θα ακολουθήσει διαφορετική πολιτική από την πολιτική που επί τέσσερα χρόνια ακολούθησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και από την πολιτική που ακολούθησαν όλες οι προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις.

Με δύο λόγια: σκυμμένο κεφάλι, διπλωμένη μέση μπροστά στους δυνάστες της Ευρώπης και βερμπαλισμοί αναφορικά με εκ των προτέρων αναποτελεσματικές προσπάθειες, όπως π.χ. «να τους πείσουμε για μια καλύτερη παρωνυχίδα της αλύπητης, απάνθρωπης, αποτυχημένης πολιτικής που μας επιβάλλουν«. Είναι πια καιρός να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό είναι το δεκάχρονο παρελθόν, το παρόν και δυστυχώς το μέλλον της Ελλάδας. Αλλά και της Ευρώπης αν δεν κατορθώσουμε να την αλλάξουμε.

Ψήφος υπέρ του ευρωσκεπτικισμού

Για τους πολύ σαφείς αυτούς λόγους, αλλά και επειδή εύχομαι να αλλάξει το ευρωπαϊκό σκηνικό (γιατί, διαφορετικά, θα βρεθεί πολύ σύντομα στην παγκόσμια γωνία) αποφεύγω, ενσυνείδητα να επιλέγω κόμματα και καταστάσεις, με γνώμονα την ετικέτα που τα ίδια ανάρτησαν γα τον εαυτό τους. Αντιθέτως, ευνοώ μηνύματα, με τα οποία συμφωνώ, όπως πάνω από όλα με τον ευρωσκεπτικισμό.

Απορρίπτω φυσικά με βδελυγμία επιλογές και δράσεις εγκληματικές, όπως -ανάμεσα και σε άλλες- την προτροπή να αφήνουμε μετανάστες να πνιγούν, ή όταν τους συναντούμε να τους λιώνουμε μέχρι θανάτου στο ξύλο, να αρνούμαστε να τους εξασφαλίσουμε, όταν μπορούμε, τα απαραίτητα για τη διατήρηση τους στη ζωή κ.ο.κ. Είμαι ωστόσο υπέρ της άποψης ότι η Ευρώπη έχει ανάγκη από ένα σοβαρό μεταναστευτικό πρόγραμμα, που δυστυχώς δεν διαθέτει. Στο μεταξύ είμαι κάθετα αντίθετη με την ανεπίσημη πρακτική που ακολουθεί, να χρησιμοποιεί δηλαδή την εξαθλιωμένη, λόγω μνημονίων, Ελλάδα σαν αποθήκη μεταναστών.

Καθώς ο δικομματισμός έχει βαθιά εισχωρήσει στην πολιτική ελληνική συνείδηση (και όχι μόνο), μόνο αιθεροβάμονες θα μπορούσαν να αναμένουν αντιμνημονιακή κυβέρνηση ως αποτέλεσμα των προσεχών βουλευτικών εκλογών. Συνεπώς, δεν μπορούμε όλοι εμείς οι δικαιολογημένα αγανακτισμένοι, από τις τραγικών συνεπειών μνημονιακές πολιτικές, να ξεσπάσουμε την οργή μας, ψηφίζοντας έναν από τους δύο μονομάχους των μνημονίων.

Ευρώπη και επαίτες

Ωστόσο, υπάρχει η διέξοδος των ευρωεκλογών, στις οποίες με την ψήφο μας έχουμε τη δυνατότητα να κατακεραυνώσουμε τη μνημονιακή Ευρώπη. Μια Ευρώπη που μας κατάντησε επαίτες στην ίδια την πατρίδα μας και μετανάστες, κατά χιλιάδες, για να εξασφαλίσουμε μια ανεκτών συνθηκών ζωή. Μια Ευρώπη που άρπαξε το σύνολο του δημόσιου πλούτου μας.

Ειδικά, εμείς οι Έλληνες, που εκτός από την οικονομική καταστροφή, μας έλαχε να υποστούμε και το κακόγουστο θέατρο του παράλογου, δηλαδή το ξεπούλημα της Μακεδονίας με την αναγνώριση της ψευδεπίγραφης «μακεδονικής» γλώσσας και «μακεδονικής» συνείδησης. Ασφαλώς, οι επίσημοι μεσολαβητές της ξεδιάντροπης αυτής συναλλαγής ήταν οι δικοί μας κυβερνητικοί. Αλλά ποιός μπορεί, ακόμη, να αμφιβάλλει ότι η μεθόδευση αυτή υλοποιήθηκε όχι απλώς με τις ευλογίες, αλλά και με τρομακτική πίεση των «αγαπητών μας εταίρων»;

Από που προκύπτει αυτή η πίεση; Θα αποφύγω να αναφερθώ σε βαλίτσες που, ενδεχομένως, μετέφεραν εκατομμύρια λύτρων, παρότι μια από τις μεγαλύτερες διεθνείς εφημερίδες αφιέρωσε πρωτοσέλιδο σχετικό άρθρο της, στην αιχμή των γεγονότων, που αφορούσε τα Σκόπια. Δεν χρειάζεται, άλλωστε, να μπω σε τόσο σκοτεινές υποθέσεις, μια και τα χειρότερα στον τομέα αυτό, έχουν βγει στο άπλετο φως. Τι εννοώ;

Μα, τους επαίνους και τα βραβεία, που η ΕΕ επιφύλαξε στον δικό μας πρωθυπουργό και που κάτω από διαφορετικές συνθήκες θα αποτελούσαν κορώνα στο κεφάλι του κάθε Έλληνα. Τώρα, όμως, οι ευρωπαϊκές αυτές φιλοφρονήσεις έχουν έντονο άρωμα «αργυρίων προδοσίας». Και όχι μόνο, αν επιπλέον αναλογιστεί κανείς ότι η ΕΕ γνωρίζει αναμφίβολα, ότι σε καμία μέτρηση, το ποσοστό των αντιτιθέμενων Ελλήνων στη συμφωνία των Πρεσπών δεν έπεσε κάτω από 70-80%.

Να φανεί η οργή των Ελλήνων

Και παρά ταύτα, αυτή η κωμικοτραγικών διαστάσεων συμφωνία, με την οποία διαφωνούσε η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων, κρίθηκε από τους εταίρους ως «εξαιρετική», «ιστορική» και «υπόδειγμα για μελλοντικές παρόμοιες». Και όχι μόνο αυτό. Οι διαφωνούντες, δηλαδή ο κορμός του ελληνικού λαού χαρακτηρίστηκε «χουντικός», «ακροδεξιός», «φασιστικός», αλλά και «ανεγκέφαλος»! Γιατί, όντως, δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να εξηγηθούν τα ανεξήγητα. Εν ολίγοις, η ΕΕ, ποδοπάτησε αδίστακτα τον ελληνικό λαό και βέβαια, ούτε υποψία να επιτραπεί προσφυγή σε δημοψήφισμα, όπως άλλωστε ήταν, από τα πράγματα, απολύτως επιβεβλημένο.

Αν, συνεπώς, επιθυμούμε να υπάρχουμε ως Έλληνες, ως σκεπτόμενα όντα, ως άτομα με στοιχειώδη εθνική αξιοπρέπεια, ως απόγονοι ενός αρχαίου πολιτισμού, στις βάσεις του οποίου κτίστηκε η Ευρώπη, τότε, στις 26 Μαΐου θα είναι ντροπή μας να ψηφίσουμε ένα από τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα. Η ψήφος μας γι’ αυτά, μπορεί να αναμένει τις βουλευτικές εκλογές (αν κρίνουμε ότι δεν υπάρχει άλλη διέξοδος).

Στις ευρωεκλογές, όμως, επιβάλλεται από τα πράγματα να επιλέξουμε μικρά κόμματα, κατά τη δική μου, τουλάχιστον, προτίμηση αριστερών κατευθύνσεων. Κόμματα, τα οποία να είναι σαφώς ευρωσκεπτικιστικά. Γιατί, μόνον έτσι θα βροντοφωνάξουμε την οργή μας στους εταίρους μας, για τον όντως απαράδεκτο τρόπο με τον οποίον, πολλαπλώς, μας μεταχειρίστηκαν. Αν, αντιθέτως, επιλέξουμε κόμματα και υποψηφίους, που είναι σίγουρο ότι στην Ευρωβουλή θα ευθυγραμμιστούν με πολιτικές που μας τελειώνουν, θα είμαστε άξιοι της μοίρας μας.