Βαρβάρα Cornwall Λυσσαρίδη (1932-2019)

0
749

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Κάθε φορά που με έβλεπε με πείραζε. Το ίδιο έγινε και την τελευταία φορά που με είδε να μπαίνω στο σαλόνι τους. Παρά τη βαριά κατάσταση της υγείας της γύρισε και με κύτταξε με το πάντα χαρούμενο, τόσο παιχνιδιάρικο βλέμμα της, κάπως σε διαρκή αναζήτηση «συνενόχων» στην ευφυΐα, που να κάνουν κάπως διασκεδαστικό, υποφερτό τουλάχιστον τον βίο. Λες κι ήταν παιδί ακόμα.

Ή μήπως παιδί είναι εν τέλει μια κατάσταση μάλλον, πιότερο κι από μια ηλικία;

Ο λόγος για τη Βαρβάρα Cornwall Λυσσαρίδη, Αμερικανίδα εκ καταγωγής, Κύπρια «εκ μεταγραφής», που μας άφησε χρόνους νωρίτερα φέτος. Δημοσιογράφος, πολιτική αγωνίστρια, στο πλευρό των εξεγερμένων λαών των αποικιών, σύντροφος του «Γιατρού», του Δρ. Βάσου Λυσσαρίδη, «πατριάρχη» του κυπριακού σοσιαλισμού, εμβληματικής μορφής των αγώνων του ελληνικού λαού για την ελευθερία και την ανεξαρτησία του στην Ελλάδα και την Κύπρο. Ο Βάσσος είναι μια σπάνια, μπορεί και μοναδική στην ιστορία, δεν ξέρω, περίπτωση φυσικής «γέφυρας» ανάμεσα στο ΕΑΜ και στην ΕΟΚΑ, δύο μεγάλες ελληνικές επαναστάσεις.

Το νησί της Κύπρου και τους ανθρώπους του, η Βαρβάρα τα αγάπησε όπως μόνο ξένοι, μη Κύπριοι, μπορούν να τα αγαπήσουν. Παρόλο, ή ίσως ακριβώς γιατί, όπως η ίδια έγραψε, «προσωπικά, δεν νομίζω ότι είναι ποτέ δυνατό να γνωρίσει κανείς μια χώρα σαν την Κύπρο»!

Και το βιβλίο που αφιέρωσε στην καινούρια πατρίδα της, My Old Acquαintance (Η παληά μου γνωριμιά),  το ξεκινάει με τα λόγια που βάζει ο Σαίξπηρ στο στόμα του Οθέλλου όταν συναντά τους φίλους του και τη Δεισδαιμόνα στην Κύπρο:

How does my old acquaintance of this isle?
Honey, you shall be well desired in Cyprus;
I have found great love amongst them
Othello, Act II, Scene I

Ή, σε απόδοση Βικέλα,

«Τι γίνονται οι φίλοι μου οι παλαιοί της Κύπρου;
Εσύ θα γίνεις του νησιού η χαδευμένη τώρα
Εχω πολλούς που μ’ αγαπούν εδώ γλυκό μου μέλι»

Αν αγαπούσε τη χώρα που υιοθέτησε και την υιοθέτησε, της Βαρβάρας έμοιαζε να της είναι ολότελα ξένη η σοβαροφάνεια που τόσο συχνά την κατακλύζει. Φαινόταν να χρειάζεται το χιούμορ, όσο και τον αέρα που ανέπνεε.

Στα πολλά χρόνια που επισκέπτομαι το νησί, το ποδαρικό στο τόσο φιλόξενο σπίτι της Βαρβάρας και του Βάσου, ήταν και παραμένει ένας απαραίτητος σταθμός στον κυπριακό μου «περίπλου», αλλά είναι και εκεί που ένοιωθα/νοιώθω πιο ήρεμος και ικανοποιημένος. Δεν ξέρω κι εγώ να πω από που ακριβώς προέρχεται αυτή η βαθειά αίσθηση ηρεμίας και ικανοποίησης, μια αίσθηση που την έχω νοιώσει με πολύ λίγους ανθρώπους στη ζωή μου. ‘Ισως να είναι η «ακτινοβολία» δύο ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων, της Βαρβάρας και του Γιατρού.

Είναι σαν όλες τις ταραχές που πέρασε το νησί να της κρατάει έξω από το σπίτι, δίκην «αλεξικέραυνου», το μπλε αυτοκίνητο στην αυλή του. Σε αυτό επέβαινε ο Βάσος στις 30 Αυγούστου του 1974, όταν τον περίμενε η δολοφονική ενέδρα των ανθρώπων της «ειδικής ομάδας» της ΕΟΚΑ Β’ (CIA και λοιποί φίλοι). Οι Θεοί όμως είχαν άλλα σχέδια. Ξεστράτισαν τα βόλια των δολοφόνων διασώζοντας τον Γιατρό, παίρνοντας όμως τη ζωή του οδηγού του, του ποιητή και Γραμματέα της Νεολαίας του Σοσιαλιστικού Κόμματος Δώρου Λοίζου.

Σώζοντας τον Λυσσαρίδη, κατέστησαν πιθανότατα δυνατή την επιστροφή στο νησί του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, που ενσάρκωνε την Κυπριακή Δημοκρατία και απέτρεψαν έτσι την κατάλυση του κυπριακού κράτους, που ήταν η επιδίωξη του πραξικοπήματος και της εισβολής του 1974.

Χωρίς τη σθεναρή αντίσταση του «Γιατρού» και των ανθρώπων του στην Κύπρο, θάταν πολύ δύσκολο να ξεπεραστεί η αντίθεση της Αθήνας, της Ουάσιγκτων και του Λονδίνου στην επιστροφή του Μακαρίου.

Σε μια συνέντευξή της, η Βαρβάρα μίλησε ως εξής για τη δολοφονική απόπειρα κατά του συζύγου της:

«Ήμουν εξόριστη από τους πραξικοπηματίες στις ΗΠΑ στο πατρικό μου σπίτι όταν μου τηλεφώνησαν. Ήταν τρομερό. Η ζωή μου άλλαξε. Είναι κάτι που μέχρι σήμερα δεν μπορώ να ξεπεράσω. Το θυμάμαι πολύ καθαρά σαν να ήταν χθες. Διερωτώμαι αν ήμουν Κύπρο ποια θα ήταν η αντίδρασή μου. Μετά μάθαμε ποιοι ήταν πίσω από την απόπειρα και αυτοί οι άνθρωποι κυκλοφορούν ελεύθεροι. Το ότι δεν τιμωρήθηκαν, δεν μπορώ να το καταλάβω. Αν ήμουν εδώ τότε, πολύ πιθανόν να τους κυνηγούσα για να μπορώ να κοιμηθώ καλύτερα.»

Όταν η Βαρβάρα γύρισε στο νησί, έβγαινε κι αυτή ένοπλη να κάνει βάρδια έξω από το σπίτι τους, μαζί με τους άνδρες του Λυσσαρίδη που φύλαγαν τον «Γιατρό».

Συνήθως οι επισκέψεις μου στο σπίτι τους γίνονταν/γίνονται το μεσημέρι και, εκτός της ψυχικής και πνευματικής ικανοποίησης, συνοδευόντουσαν κι από την… υλική. «Εχετε το καλύτερο φαί σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο», έλεγα στον Γιατρό και την Βαρβάρα κι αυτοί με κύτταζαν χαμογελώντας ευχαριστημένοι από το κοπλιμέντο μου.

Η Βαρβάρα βρέθηκε στην Κύπρο το 1956, στο αποκορύφωμα της παγκόσμιας αντιαποικιακής επανάστασης, καθ’ οδόν προς την Ινδία, ως απεσταλμένη αμερικανικών εντύπων. Ήθελε να πάρει συνέντευξη από τον στρατηγό Γρίβα, στρατιωτικό ηγέτη της ΕΟΚΑ. Στην προσπάθειά της αυτή συνάντησε τον Γιατρό Βάσσο Λυσσαρίδη, από τους λίγους Κυπρίους  αριστερούς που προσχώρησαν στον ένοπλο αγώνα της ΕΟΚΑ. Συνέντευξη από τον Γρίβα δεν πήρε, πήρε όμως από τον … Γιατρό και διήρκεσε μια ολόκληρη ζωή!

Το 1963, τους πάντρεψε ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος.

Η Βαρβάρα έμεινε λοιπόν στην Κύπρο όπου και κάλυψε δημοσιογραφικά τη συνέχεια του κυπριακού αγώνα. Όταν οι Άγγλου έκαψαν ζωντανό τον υπαρχηγό της ΕΟΚΑ Αυξεντίου, η Βαρβάρα, που ήταν επί τόπου, έγραψε στην εφημερ5ίδα τα λόγια που της είπε ο ‘Αγγλος διοικητής της ομάδας που τον εξόντωσε: «‘Hταν ένας πολύ γενναίος άνδρας!» Βέβαια ο διοικητής βρήκε μετά τον μπελά του για τη γενναιότητά του.

Ήταν αυτή μια εποχή στην Κύπρο που οι άνθρωποι συνέχαιραν, δεν συλλυπούνταν τους γονείς των αμούστακων αγωνιστών που κρέμαγαν οι ‘Αγγλοι. Η μικρούλα Κύπρος είχε γίνει, με τον αγώνα της, ίνδαλμα της Ασίας και της Αφρικής. Μακάριους βάφτιζαν τα παιδιά τους στη Μαύρη Ήπειρο, προς τιμήν του ηγέτη του ξεσηκωμένου λαού, των ολιγάριθμων ψυχών που μια κοτζάμ Αυτοκρατορία δεν κατάφερνε να φέρει βόλτα.

Ο Λυσσαρίδης ήταν ο κατ’ εξοχήν σύνδεσμος της Κύπρου με τους ξεσηκωμένους ‘Αραβες και «τριτοκοσμικούς», με τον Αραφάτ, τον Νάσερ, τον Μαντέλα και πολλούς άλλους. Οι άνθρωποί του έφτιαχναν αυτοσχέδια όπλα και για την ΕΟΚΑ και γι’ αυτούς και εκπαίδευαν τους αγωνιστές τους. Αργότερα, το 1963, ήταν αυτοί που θα καταλάβουν τον Πενταδάκτυλο. Και μετά το 1974, θα εκπαιδευτούν αυτοί πια με τη σειρά τους από τους Παλαιστίνιους στα στρατόπεδα του Λιβάνου, με την ελπίδα να τους χρειαστεί η εκπαίδευση στην απελευθέρωση της πατρίδας τους.

Ο Γιατρός έπαιξε κορυφαίο ρόλο στα απελευθερωτικά, αντιαποικιακά κινήματα και η Βαρβάρα τον ακολούθησε στις 45 χώρες που επεσκέφθη. Έτσι έμαθε για τη Μοζαμβίκη και άλλες αφρικανικές χώρες που πολεμούσαν τους αποικιοκράτες και ζήτησε να πάει μαζί τους να κάνει ρεπορτάζ. Οι αντάρτες τη δέχτηκαν και έμεινε τρεις μήνες στη ζούγκλα, πρώτα με τις δυνάμεις του Frelimo στη Μοζαμβίκη, που πολεμούσαν ενάντια στην πορτογαλική κατοχή και μετά με τους Paigc στην πορτογαλική Γουινέα. Από τις εμπειρίες της αυτές βγήκε το πρώτο της βιβλίο  «The bush rebels» («Οι αντάρτες των θάμνων»).

Δημοσιογράφος αργότερα στο Cyprus Weekly η Βαρβάρα ασχολήθηκε πολύ με την ιστορία και την αρχαιολογία του νησιού. Να πως η ίδια περιέγραψε αυτό το «αίνιγμα» της Ανατολικής Μεσογείου, σε ένα κείμενο που συμπυκνώνει τη ματιά της για τη θετή της πατρίδα:

Προσωπικά, δεν πιστεύω ότι είναι ποτέ δυνατό να γνωρίσεις αλήθεια μια χώρα όπως η Κύπρος…Οι άνθρωποί της συνεχώς με εκπλήσσουν, όπως νομίζω ότι κάνουν και μεταξύ τους.

Η Κύπρος είχε μια μακρά, ενίοτε λαμπρή, αλλά συχνά πολύ ταραχώδη και τραγική ιστορία, που φτάνει χιλιάδες χρόνια πίσω, όπως αποδεικνύουν τα αρχαιολογικά ευρήματα.

Η τρωτή της θέση, ένα πολύ μικρό νησί ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ανατολή, την έφερε αντιμέτωπη με πολλές κατακτητικές αυτοκρατορίες, που συχνά πήγαιναν σε αντίθετες κατευθύνσεις.

…Σχεδόν όλες οι άρχουσες δυνάμεις άφησαν πίσω τους, σε βαθμούς που διαφέρουν, η κάθε μία από ένα διαφορετικό σύνολο πεποιθήσεων ή ιδεών που προστέθηκαν στα προηγούμενα στρώματα. Μερικές φορές άφησαν ακόμα κι άλλους θεούς. ‘Ολες άφησαν τις αναμνήσεις τους.

Στις χιλιετηρίδες, η Κύπρος πουλήθηκε, αποικίστηκε, κληρονομήθηκε, δανείστηκε, νοικιάστηκε, ηττήθηκε, παραδόθηκε, αγνοήθηκε, απομονώθηκε, προσαρτήθηκε, κακοδιοικήθηκε, κάποτε κάποτε καλοδιοικήθηκε, συχνά προδόθηκε. Υπήρξε ανεξάρτητη μετά το 1960.

Για μένα, είναι εντυπωσιακό το ότι ο λαός της επιβίωσε, όχι μόνο φυσικά, αλλά και με άθικτη τη θρησκεία του για 2.000 χρόνια, τη γλώσσα του ακόμα περισσότερο και με ήθη και πεποιθήσεις που λίγο άλλαξαν ακόμα και μετά από αιώνες ξένης επιρροής.

Πιθανώς μαρτυρά αυτό την ισχύ των Ομηρικών της ριζών και, όπως σημείωσε ο ιστορικός Sir David Hunt, την κληρονομιά της Αθήνας και της Κωνσταντινούπολης.

Είναι επίσης μια μαρτυρία, νομίζω, της ικανότητας ενός έθνους να αποσυρθεί στον εαυτό του, μια ενστικτώδης μορφή παθητικής αντίστασης, ίσως, για να προστατέψει την ταυτότητά του μέσω της κοινωνικής και θρησκευτικής πανοπλίας του. Στο κάτω-κάτω, πόσες φορές πρέπει να ζητηθεί από ένα έθνος να επανορίσει τον εαυτό του; 

(από την Εισαγωγή στο Barbara Cornwall Lyssarides, My Old Acquaintance, Nicosia, 1999)