Εμπλέκουν Κύπρο-Ελλάδα στο νέο μακελειό!

0
452
Κυπρος: Προς «αλλαγη καθεστωτος»;
Κυπρος: Προς «αλλαγη καθεστωτος»;

Νομοσχέδιο αμερικανών γερουσιαστών για την Κύπρο: Μηνύματα – επιλογές κυπριακής εθνικής στρατηγικής

Του Δρ. Αρίστου Αριστοτέλους *
21/4/2019

Εισαγωγή
Το δικομματικό νομοσχέδιο που κατατέθηκε στις 9 Απριλίου από τους γερουσιαστές Μενέντεζ και Ρούμπιο στην αμερικανική Γερουσία και το οποίο αναφέρεται σε κατάργηση του εμπάργκο πώλησης ή μεταφοράς στρατιωτικού υλικού των ΗΠΑ στην Κύπρο,  αίρει μια διάκριση σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η σημασία του νομοσχεδίου ωστόσο δεν έγκειται στην κατάργηση της διάταξης αυτής, που αν και θετική είναι αμφιβόλου αξίας για την άμυνα της Κύπρου. Εστιάζεται μάλλον στους πραγματικούς σκοπούς που αυτό εξυπηρετεί, καθώς και στο αποκαλυπτικό περιεχόμενό  του ως προ τον τρόπο που προωθούν οι ΗΠΑ τα συμφέροντά τους στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή.

Το νομοσχέδιο δίνει έμφαση βασικά στη διασφάλιση εναλλακτικών πηγών ενέργειας για την Ευρώπη, στην αντιμετώπιση «κακόβουλων επιδράσεων» διεθνών και άλλων δρώντων στην περιοχή και στην ανάπτυξη στρατηγικών και στρατιωτικών συνεργασιών με Ελλάδα,  Κύπρο  και Ισραήλ. Κι’ ενώ έμμεσα και χωρίς να κατονομάζουν την Τουρκία, οι ΗΠΑ «αντίκεινται» λεκτικά σε προκλητικές ενέργειες στην Ανατολική Μεσόγειο – που η Κύπρος εκλαμβάνει ως τουρκική απειλή –  από την άλλη, κάτω από το κεφάλαιο της ενεργειακής ασφάλειας και συνεργασίας, προωθούν  άμεση εμπλοκή της  Λευκωσίας στη στρατηγική καταστολή της ρωσικής επιρροής, καθώς και στην αντιμετώπιση άλλων δρώντων και τρομοκρατικών οργανώσεων στην περιοχή, που ενδιαφέρουν άμεσα την Αμερική όπως και το Ισραήλ. Την ίδια ώρα,  καθώς η κυβέρνηση της Δημοκρατίας οδηγείται σε εμβάθυνση της  συνεργασίας αυτής, καθίσταται ολοένα πιο δύσκολο να πείσει ότι οι κινήσεις αυτές δεν είναι προϊόν συνειδητής επιλογής ή ότι δεν αλλοιώνουν τις παραδοσιακές ισορροπίες που η Κύπρος τηρεί απέναντι στις μεγάλες δυνάμεις στη διεθνή πολιτική σκηνή.

Τα πιο πάνω έχει ως σκοπό του το παρόν κείμενο να επισημάνει και να αναλύσει, ασχολούμενο με τις πιο σχετικές πτυχές του υπό εξέταση νομοσχεδίου, σχολιάζοντας  την κάθε μια από αυτές ξεχωριστά και προβαίνοντας σε εξαγωγή συμπερασμάτων. Πρόθεσή του δεν είναι να υπερασπιστεί οποιαδήποτε πλευρά αλλά να συμβάλει θετικά στον προβληματισμό γύρω από ένα θέμα που επηρεάζει το στρατηγικό ανταγωνισμό των Μεγάλων στην περιοχή και ασφαλώς τα ενεργειακά θέματα της Κύπρου και  το Κυπριακό.

Το Νομοσχέδιο

Καταρχάς, το νομοσχέδιο αν ψηφιστεί θα φέρει τον τίτλο «Eastern Mediterranean Security and Energy Partnership Act 2019». Είναι ένα δεκαενιασέλιδο κείμενο με 12 τμήματα ή «Sections» (Sec.) και όπως αναφέρει, επιδιώκει «να προαγάγει την ασφάλεια και τον ενεργειακό συνεταιρισμό στην Ανατολική Μεσόγειο, και για άλλους σκοπούς». Οι νομοθετικές ρυθμίσεις που συνδέονται με το εμπάργκο όπλων για την Κύπρο είναι μόνο μερικές παράγραφοι (παρ.). Το μεγαλύτερο μέρος αποτελούν οι «Διαπιστώσεις» της Γερουσίας γύρω από το θέμα (Sec.2, σελίδα 1- 6), η «Δήλωση Πολιτικής» (Sec.3, σ. 6 – 9), καθώς και τα προτεινόμενα μέτρα, εκθέσεις, ενέργειες και απαιτήσεις που περιλαμβάνει. Στο σύνολο τους όλα αυτά και το καθένα ξεχωριστά αποτελούν αντανάκλαση του σκεπτικού της επίσημης αμερικανικής στρατηγικής προσέγγισης και των προωθούμενων συνεργασιών στα ενεργειακά θέματα και την ασφάλεια στην περιοχή, με την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ. Είναι δε επιβεβαιωτικά ευρημάτων άλλης σχετικής μελέτης του συγγραφέα για το θέμα αυτό. (http://strategy-cy.com, 17/11/2018).

Ενεργειακή ασφάλεια και αμερικανική στρατηγική

Πιο συγκεκριμένα, με βάση το κατατεθέν νομοσχέδιο και σε σχέση με την ενεργειακή ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο, την οποία οι Αμερικάνοι ερμηνεύουν να σημαίνει μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από τις προμήθειες  της  Ρωσίας, η Ουάσιγκτον  θεωρεί ότι μέσω της στρατηγικής της στα θέματα αυτά:

«(Α) διευρύνουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ παρέχοντας εν δυνάμει εναλλακτικές πηγές από το ρωσικό αέριο στους συμμάχους και εταίρους των ΗΠΑ»  στην Ευρώπη. Επίσης, «(Β)», θεωρούν ότι οι δραστηριότητες αυτές «δεν πρέπει να εμποδίζονται από άλλα κυρίαρχα κράτη» (Sec. 2, παράγραφος 17, σ. 4).

Για το λόγο αυτό, σε άλλο σημείο υποδεικνύουν ότι:

Οι «ενεργειακές έρευνες στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου θα πρέπει να προστατευτούν έναντι απειλών που προβάλλουν τρομοκρατικές και ακραίες ομάδες, περιλαμβανόμενης της Χεζμπολάχ και οποιουδήποτε άλλου δρώντα στην περιοχή» (Sec.2,  παρ. 16, σ.4)

Όμως, η Τουρκία που είναι «κυρίαρχο κράτος» και προκαλεί ή παρεμποδίζει τις δραστηριότητες στην κυπριακή ΑΟΖ, προφανώς για λόγους που έχουν σχέση με τη συμμαχία της με τις ΗΠΑ, δεν κατονομάζεται ούτε στις παραγράφους αυτές ούτε πουθενά αλλού. Ακόμα και όταν οι γερουσιαστές απαιτούν την υποβολή «Έκθεσης» για τις παραβιάσεις στην κυπριακή ΑΟΖ από το 2017 μέσα σε διάστημα 90 ημερών από την έγκριση του νομοσχεδίου( Sec. 12, παρ. (α) και (β)1 , σ.18-19), που είναι κάτι θετικό για την Κύπρο, και πάλι δεν κατονομάζεται από ποιο, παρόλο που είναι αυτονόητο ότι πρόκειται για την Τουρκία. Αντίθετα αναφέρεται ονομαστικά στη Χεζμπολάχ ικανοποιώντας το Ισραήλ, για το οποίο αποτελεί απειλή. Επίσης παρόλο που δεν προσδιορίζεται ποιοι είναι οι «οποιοιδήποτε άλλοι δρώντες» που προβάλλουν απειλή, εντούτοις σε διάφορα άλλα σημεία του νομοσχεδίου είτε αυτοί κατονομάζονται ευθέως είτε υπονοούνται σαφώς (Ρωσία, Ιράν, τρομοκρατικές οργανώσεις κλπ).

Κύπρος και οι στόχοι της αμερικανικής στρατηγικής

Αρκετά εύγλωττη είναι και η πιο κάτω διαπίστωση της Γερουσίας ως προς το πού στοχεύει η αμερικανική πολιτική στην περιοχή, πώς θα λειτουργήσει η στρατηγική συνεργασία των ΗΠΑ με Ελλάδα, Κύπρο, Ισραήλ και πώς αυτή την εξυπηρετεί:

«Οι τέσσερις χώρες αντίκεινται σε οποιαδήποτε ενέργεια στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο,  που θα μπορούσε να προκαλέσει τη σταθερότητα, να παραβιάσει το διεθνές δίκαιο ή να υπονομεύσει τις καλές σχέσεις γειτονίας, και σε κοινή διακήρυξη στις 21 Μαρτίου 2019 συμφώνησαν να «αμυνθούν ενάντια σε εξωτερικές κακόβουλες επιρροές στην Ανατολική Μεσόγειο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή». (Sec. 2, παρ. 7,  σ. 2)

Εδώ επισημαίνονται τα εξής: Το πρώτο μέρος της διατύπωσης αυτής αν και αόριστο, ωστόσο η Κύπρος και η Ελλάδα το ερμηνεύουν να σημαίνει ότι η χώρα που με τις ενέργειες της προκαλεί αστάθεια και παρανομεί στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο, δεν είναι άλλη από την Τουρκία. Επειδή όμως δεν κατονομάζεται η χώρα αυτή, θα μπορούσε να εκληφθεί  ότι αφορά και οποιονδήποτε άλλο δρώντα στην περιοχή. Επίσης όταν στη συνέχεια αναφέρει πως «οι τέσσερεις χώρες αντίκεινται» («oppose») στις ενέργειες αυτές, εννοεί βέβαια με διπλωματικά και λεκτικά μέσα – πράγμα που σε κάποιο βαθμό ήδη γίνεται σήμερα. Η σκοπιμότητα της διατύπωσης αυτής είναι για να μην υπονοηθεί έστω και κατ’ ελάχιστον ότι οι ΗΠΑ θα αντιδράσουν στρατιωτικά κατά της συμμάχου τους Τουρκίας. Οπότε ναι μεν αυτή η στάση καθόσον αφορά την ανάμιξη των ΗΠΑ ενδεχόμενα να δημιουργεί κάποιες αναστολές στην τουρκική συμπεριφορά – που είναι θετικό για την Κύπρο – από την άλλη δεν είναι τόσο ισχυρή που να αποτρέπει την Άγκυρα από το να συνεχίσει να διεκδικεί και να παρενοχλεί: «Οι Τουρκοκύπριοι έχουν ίσα δικαιώματα επί των ενεργειακών πόρων και δεν θα δεχτούμε οποιεσδήποτε πρακτικές ενάντια σε αυτή την πραγματικότητα. Ελπίζω ότι αυτό είναι αρκετά κατανοητό», δήλωνε ο Τούρκος  υπουργός  Άμυνας μετά από πρόσφατη συνάντηση του με τον Αμερικανό υφυπουργό Άμυνας στις ΗΠΑ, αναφερόμενος στο δικομματικό νομοσχέδιο των γερουσιαστών. (Anadolu Agency, 18/4/2019). Επίσης μερικούς μήνες προηγουμένως το Τουρκικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας επιβεβαίωνε τη θέση του ότι «οι μονομερείς κινήσεις στην περιοχή δεν συμβάλουν στην παγκόσμια ειρήνη” και ότι «δεν θα επιτρέψει καμία κίνηση αντίθετη με τα δικαιώματα και τα συμφέροντα της Τουρκίας ή της “ΤΔΒΚ» (Anadolu Agency, 28/11/2018).

Στο δεύτερο μέρος της προαναφερθείσας ανακοίνωσης, όταν γίνεται αναφορά στην «κοινή διακήρυξη» των τεσσάρων σχετικά με την πρόθεση τους να «αμυνθούν» από «εξωτερικές κακόβουλες επιρροές» στην περιοχή, κάτι στο οποίο προσδίδεται και στρατιωτική διάσταση, αυτό και πάλι αποκλείει τις τυχόν απειλές της Άγκυρα γιατί, ιδιαίτερα στην Ανατολική Μεσόγειο, που αφορά άμεσα την Κύπρο, η Τουρκία με βάση το λεκτικό αυτό δεν θεωρείται «εξωτερική»  δύναμη. Οπότε η λογική κατάληξη της δήλωση αυτής είναι ότι οι «εξωτερικές κακόβουλες επιρροές» από τις  οποίες και οι τέσσερις χώρες «συμφώνησαν να αμυνθούν»,  προέρχονται κυρίως από τη Ρωσία και το Ιράν που δεν είναι τοπικές δυνάμεις. Προέρχονται επίσης και από άλλους δρώντες που αφορούν άμεσα τις ΗΠΑ και το Ισραήλ και οι οποίοι κατονομάζονται σε άλλα μέρη του νομοσχεδίου.

Στοχοποίηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας

Ειδικότερα οι  στοχεύσεις της αμερικανικής στρατηγικής σε σχέση με τη Ρωσία, στην οποία η Ουάσιγκτον εμπλέκει και την Κύπρο, την Ελλάδα και το Ισραήλ, γίνονται ακόμη πιο ξεκάθαρες όταν μέσα από τη «Δήλωση Πολιτικής» του νομοσχεδίου  υπογραμμίζεται ότι «η πολιτική των ΗΠΑ είναι»:

«να υποστηρίξουν προσπάθειες για να αντιμετωπισθεί η παρεμβολή και η επιρροή της Κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω αυξημένης συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας με την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ, για να συμπεριλάβουν την ανταλλαγή  πληροφοριών, τον κυβερνοχώρο και την επίγνωση στον θαλάσσιο τομέα» [“maritime domain awareness”]  (Sec.3, παρ. 9, σ. 8)

Αν αυτά δεν συνιστούν συστράτευση της Κύπρου με τις ΗΠΑ στο πεδίο των πληροφοριών, στον κυβερνοχώρο και γενικά στην παρακολούθηση των κινήσεων στον  θαλάσσιο  τομέα για αντιμετώπιση των ενεργειών ή παρεμβολών της Ρωσίας στην περιοχή προς όφελος των Αμερικανών, τι άλλο είναι; Πώς θα πείσει η Λευκωσία ότι αυτό δεν αποτελεί απόκλιση ή και εγκατάλειψη της πολιτικής της τήρησης ισορροπιών στις σχέσεις της με τη Μόσχα και την Ουάσιγκτον ή ότι οι συνεργασίες αυτές με τις ΗΠΑ – όπως ανέφερε και τον περασμένο Δεκέμβριο ο Κύπριος Κυβερνητικός Εκπρόσωπος – είναι απλώς «διευκολύνσεις που παρέχει η Κύπρος για ανθρωπιστικής φύσεως επιχειρήσεις» ; (ΚΥΠΕ, 5/12/2018)

Σάρκα και οστά στη στρατηγική συνεργασία Κύπρου – ΗΠΑ

Είναι αξιοπαρατήρητο ότι, σύμφωνα με τις «Διαπιστώσεις» του νομοσχεδίου, η στρατιωτική συνεργασία της Κυπριακής Δημοκρατίας με τις ΗΠΑ,  σε τομείς όμως που ενδιαφέρουν πρωτίστως την αμερικανική στρατηγική, άρχισε ήδη να παίρνει σάρκα και οστά:

«Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών», υποδεικνύεται, «παρέχει κατάρτιση σε Κύπριου αξιωματούχους σε θέματα όπως κυβερνοασφάλειας, αντιτρομοκρατίας, εξουδετέρωσης εκρηκτικών μηχανισμών και  διαχείρισης στρατιωτικών αποθεμάτων». (Sec. 2, παρ.20, σ.5)
Η συνεργασία μεταξύ Ουάσιγκτον και Λευκωσία φαίνεται να είναι ακόμη πιο προχωρημένη από ό,τι είναι εκ πρώτης όψεως αντιληπτό αφού, όπως αποκαλύπτεται από τις «Διαπιστώσεις» των Γερουσιαστών, οι ΗΠΑ είχαν μέχρι και ενεργό ανάμειξη στη διαμόρφωση της κυπριακής εθνικής στρατηγικής ασφάλειας:

«Αξιωματούχοι των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν βοηθήσει την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας με την επεξεργασία της εθνικής στρατηγικής ασφάλειας αυτού του έθνους» ( Sec. 2, παρ. 19, σ. 5)

Γι’ αυτή τη στρατηγική εθνικής ασφάλειας ο Κύπριος ΥΠΕΞ δήλωνε πέρσι  ότι η διαμόρφωση της είναι πρωτοποριακό γεγονός για τα κυπριακά δεδομένα και σύντομα θα έδινε στη δημοσιότητα ό,τι θα μπορούσε να ανακοινωθεί (ΚΥΠΕ, 15/11/2018). Κανένας δεν θα ανέμενε ωστόσο ότι η κυβέρνηση θα εκχωρούσε στις ΗΠΑ ρόλο στην επεξεργασία της εθνικής της στρατηγικής –  κάτι που αποτελεί κυρίαρχο δικαίωμα της Κύπρου – δεδομένων μάλιστα και των διαφορετικών αντιλήψεων και προτεραιοτήτων των δύο χωρών στα θέματα ασφάλειας και απειλής. Εκτός βέβαια αν επήλθε πλήρης ταύτιση απόψεων της Λευκωσίας επί των θεμάτων αυτών με τις ΗΠΑ ή απλώς αποτελούσε χειρονομία ένδειξης νομιμοφροσύνης προς την αμερικανική υπερδύναμη.

Πρόσθετες απαιτήσεις της  αμερικανικής πολιτικής

Αυτή η αναπτυσσόμενη στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ φαίνεται να έχει και άλλες προεκτάσεις. Η αμερικανική πολιτική έναντι της ρωσικής παρουσίας και επιρροής στην περιοχή, όπως προκύπτει μέσα από το νομοσχέδιο, δεν εξαντλείται στις προαναφερθείσες στρατηγικές διακηρύξεις, συνεργασίες και ενέργειες. Προχωρεί ακόμη περισσότερο στο να «παροτρύνει» ή και να πιέζει «χώρες της περιοχής» και ασφαλώς σε αυτές περιλαμβάνεται και η Κύπρος, για τα εξής:

– «να αρνηθούν λιμενικές υπηρεσίες σε σκάφη της Ρωσικής Ομοσπονδίας που αναπτύχθηκαν για να υποστηρίξουν την κυβέρνηση του Μπασάρ Αλ Άσσαντ στη Συρία» (Sec. 3, παρ. 13, σ. 9).

– «να εφαρμόσουν πλήρως τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου Περί Αντιμετώπισης των Αντιπάλων της Αμερικής Μέσω Κυρώσεων (CAATSA), για να αποτραπεί η παρέμβαση από την Κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην περιοχή» (Sec. 3, παρ. 15, σ. 9).

– «να απαλλαγούν από στρατιωτικό εξοπλισμό που έχουν προμηθευτεί από τη Ρωσική Ομοσπονδία, προτιμώντας οπλισμό που προμηθεύεται από το ΝΑΤΟ και από χώρες συμμάχους μελών του ΝΑΤΟ» (Sec. 3, παρ. 16, σ. 9).

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Είναι δυνατό η κυπριακή κυβέρνηση, που διακηρύττει ότι ακολουθεί «ισορροπημένη πολιτική» στις σχέσεις της έναντι των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, που παρέχει λιμενικές υπηρεσίες σε ρωσικά σκάφη και που ο κύριος οπλισμός που κατέχει  είναι ρωσικός, να μην αναγιγνώσκει σωστά πού οδηγούν αυτού του είδους οι ρυθμίσεις και μέτρα και προς τα πού την εξωθούν;

Βέβαια αν η συμπόρευση αυτή με την αμερικανική στρατηγική είναι συνειδητή επιλογή εξωτερικής πολιτικής, αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό νοουμένου ότι εξυπηρετεί με βεβαιότητα τα συμφέροντα της Κύπρου – χωρίς να αγνοούνται ασφαλώς θέματα αρχών, ιστορικών σχέσεων και εμπειριών. Βασική προϋπόθεση είναι ότι η κίνηση αυτή θα πρέπει να στηρίζεται σε σοβαρή μελέτη και αξιολόγηση των δεδομένων, καθώς και σε σωστό υπολογισμό των αναμενόμενων βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων κερδών και ζημιών, αποδεικνύοντας  με σαφήνεια ότι για την Κύπρο και το Κυπριακό το κέρδος θα είναι αρκετά πιο μεγάλο. Δηλαδή, ότι απλά η απόφαση αυτή δεν ελαύνεται από ιδεοληψίες και ρηχά συνθήματα του τύπου «είμαστε Ευρωπαίοι» ή ότι «ανήκουμε στη Δύση» ή και από συγχυσμένες αντιλήψεις περί του τι εστί «ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας» και ταύτιση συμφερόντων με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.  Διαφορετικά η εξωτερική πολιτική της Λευκωσίας ακροβατεί και ίσως επικίνδυνα, γιατί οι δυνάμεις που επηρεάζονται ή βρίσκονται στο στόχαστρο αυτής της στρατηγικής, είναι φυσιολογικό να δυσαρεστηθούν και διακριτικά ή άλλως πως να μην μείνουν απαθείς.

Η άρση του εμπάργκο

Ιδιαίτερα σε σχέση με την τελευταία παράγραφο του αποσπάσματος πιο πάνω (Sec. 3, παρ. 16, σ. 9) και σε συνάρτηση με το αμερικανικό εμπάργκο που επιβλήθηκε το 1987 στην μεταφορά στρατιωτικού υλικού των ΗΠΑ στην Κύπρο, η επιχειρηματολογία των γερουσιαστών για να αιτιολογήσουν την πρόταση για άρση της απαγόρευσης αυτής, εστιάζεται όχι βέβαια στην ανάγκη να αμυνθεί η χώρα από την Τουρκία, αλλά στην απεξάρτησή της από τον οπλισμό της Ρωσίας και έχει ως ακολούθως:

«Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν, σαν θέμα πολιτικής, αποφύγει την παροχή αμυντικού υλικού και υπηρεσιών προς την Κυπριακή Δημοκρατία, η κυβέρνηση της Κύπρου έχει, στο παρελθόν, αναζητήσει να αποκτήσει αμυντικό υλικό από άλλες χώρες, περιλαμβανομένων χωρών, όπως η Ρωσία, η οποία προβάλλει προκλήσεις στα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών ανά τον κόσμο» (Sec.2 , παρ. 26, σ.6)

Ως εκ τούτου, στο τμήμα εκείνο του νομοσχεδίου που γίνεται η τεχνική διατύπωση για την «Κατάργηση της Απαγόρευσης της Μεταφοράς Αντικειμένων από τον Κατάλογο των Πυρομαχικών των ΗΠΑ προς την Κυπριακή Δημοκρατία» (Sec.5, σ.11 – 12) και ιδιαίτερα στην παράγραφος (α)1 σελίδα 11, δεν θα μπορούσε να ήταν πιο σαφείς οι επιδιώξεις της ρύθμισης αυτής όταν αναφέρει ότι:

«Η απευθείας πώληση ή μεταφορά οπλισμού από τις Ηνωμένες Πολιτείες προς την Κυπριακή Δημοκρατίας θα προήγαγε τα συμφέροντα ασφάλειας των ΗΠΑ στην Ευρώπη, βοηθώντας να μειώσει την εξάρτηση της κυβέρνησης της Κύπρου από άλλες χώρες  για υλικό που σχετίζεται με την άμυνα, περιλαμβανομένων χωρών που προβάλλουν πρόκληση στα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών σε διάφορα μέρη του κόσμου». Προφανέστατα οι χώρες αυτές είναι η Ρωσία και βέβαια  Κίνα.

Θετικό άλλα και περίπλοκο

Να σημειωθεί βέβαια ότι η κατάργηση του εμπάργκο, εφόσον ψηφιστεί ως έχει κατατεθεί, θα αποτελέσει μια θετική πολιτική πράξη στις σχέσεις Κύπρου και ΗΠΑ, που ενδεχόμενα θα άνοιγε μια νέα αγορά στρατιωτικού υλικού για την Κυπριακή Δημοκρατία. Τα  πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά όσο φαίνονται, αλλά πιο περίπλοκα – πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά – για τους εξής λόγους:

Πρώτο, ναι μεν με την άρση του εμπάργκο οι ΗΠΑ αίρουν μια δυσμενή διάκριση σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά ταυτόχρονα επιβάλλουν μια άλλη άδικη διάκριση είτε μέσω υπάρχουσας νομοθεσίας (CAATSA) είτε μέσω του κατατεθέντος νομοσχεδίου είτε μέσω της στρατηγικής τους συνεργασίας, παροτρύνοντας τη Λευκωσία για τα εξής:

(α) Να απαλλαγεί από τον υφιστάμενο ρωσικό οπλισμό που βασικά αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του οπλοστασίου της Εθνικής Φρουράς, όπως είναι:  τα 82 άρματα μάχης Τ- 80U,  τα 43 τεθωρακισμένα οχήματα μάχης BMP-3,  τα 6 αντιαεροπορικά συστήματα Tor –M1, τα 11 μαχητικά ελικόπτερα Si-35P και άλλα ( Οι Στρατιωτικές Δυνάμεις στην Κύπρο, Κ.Κ.Σ.Μ, 2018).

(β) Να πάψει να προμηθεύεται οποιοδήποτε στρατιωτικό υλικό από τη ρωσική πολεμική βιομηχανία, διαφορετικά θα διακινδυνεύει να υποστεί κυρώσεις, γεγονός που και σήμερα – πέραν της οικονομικής στενότητας στη διάθεση πόρων – προφανώς αποτελεί σε κάποιο βαθμό τροχοπέδη στην εξασφάλιση ανταλλακτικών και ικανοποιητικού επιπέδου συντήρησης οπλικών συστημάτων από τη Ρωσία.

Δεύτερο, οι πρόνοιες αυτές εάν εφαρμοστούν αποδυναμώνουν την κυπριακή άμυνα απέναντι στις κατοχικές δυνάμεις, αλλά και επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων για στήριξη της Κύπρου, όπως και την ασφάλεια της Ελλάδας. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την Κύπρο η απομάκρυνση των ρωσικών οπλικών συστημάτων και η αντικατάστασή τους με αμερικανικά ή άλλα νατοϊκά είναι μια επίπονη και μακροχρόνια διαδικασία, που στην πορεία υλοποίησης ίσως να άφηνε την κυπριακή άμυνα εκτεθειμένη.

Τρίτο, η διαδικασία αυτή ενδεχόμενα να σημαίνει επανασχεδιασμό ολόκληρου του αμυντικού οικοδομήματος της Κύπρου και σε μικρότερο βαθμό της Ελλάδας, και αυτό δεν είναι μια απλή διατύπωση. Πρόκειται για ένα κολοσσιαίο έργο που εκτός του ότι προϋποθέτει εξασφάλιση της απαιτούμενης εμπειρογνωμοσύνης και τεχνογνωσίας σε όλο το φάσμα της αμυντικής και στρατιωτικής δραστηριότητας, καθώς και επανεκπαίδευση του προσωπικού σε νέα οπλικά συστήματα, συνεπάγεται και τη διάθεση τεράστιων οικονομικών πόρων, δισεκατομμυρίων ευρώ,  για να υλοποιηθεί και να φτάσει η κυπριακή άμυνα σε υποφερτά επίπεδα αποτελεσματικότητας.

Τέταρτο, η Κύπρος δεν διαθέτει και ούτε είναι σε θέση να διοχετεύσει τέτοιους πόρους προς την κατεύθυνση αυτή. Ούτε και φαίνεται ότι είναι δυνατό να εξασφαλίσει τέτοια στρατιωτική βοήθεια από άλλη χώρα όπως αυτή που παίρνουν για παράδειγμα από τις ΗΠΑ το Ισραήλ ($3.8 δις κάθε χρόνο για την επόμενη δεκαετία), ο Λίβανος ($1.5 δις, το 2017) και η Αίγυπτος ( 1.2 δις, το 2018).

Στρατιωτική βοήθεια

Να σημειωθεί επίσης ότι ακόμη και αυτά τα $2 εκ. που στο νομοσχέδιο αναφέρεται ότι εγκρίνονται για να δοθούν ως βοήθεια προς την Κύπρο, για το οικονομικό έτος 2020, στα πλαίσια του προγράμματος των ΗΠΑ «Διεθνής Στρατιωτική Εκπαίδευση και Κατάρτισης» (Sec. 6,  σ. 12)  θα διατεθούν για σκοπούς που εξυπηρετούν περισσότερο στόχους της αμερικανικής στρατηγικής στη συνεργασία τους με την Κυπριακή Δημοκρατία, όπως:

«Καλύτερη κατανόηση των ΗΠΑ», «καθιέρωση μιας σχέσης μεταξύ των στρατιωτικών των ΗΠΑ και των στρατιωτικών της χώρας για τη δημιουργία συμμαχιών στο μέλλον» και «ενίσχυση της διαλειτουργικότητας και των δυνατοτήτων για κοινές επιχειρήσεις». (Sec. 6, παρ.1 – 7, σ. 12 – 13)

Εύλογα βέβαια διερωτάται εδώ κανείς: Τι εννοείται με την καθιέρωση σχέσης για τη δημιουργία συμμαχιών, καθώς και με την ενίσχυση των δυνατοτήτων για κοινές επιχειρήσεις; Και εναντίον ποιου; Επίσης, από τι έχουν ενθαρρυνθεί οι Αμερικανοί να διατυπώνουν αυτές και όλες τις προηγούμενες σχετικές τοποθετήσεις; Μήπως σχημάτισαν τις αντιλήψεις αυτές από τις αλλεπάλληλες επαφές της κυβέρνησης της  Λευκωσίας, μετά τις εκλογές του 2013,  για ένταξη της Κύπρου στο πρόγραμμα του ΝΑΤΟ «Συνεταιρισμός για την Ειρήνη»; Μήπως πείσθηκαν από τις κυβερνητικές εκκλήσεις στις συναντήσεις με  νατοϊκούς και Αμερικανούς αξιωματούχους,  πίσω από κλειστές πόρτες, για να βοηθήσουν να ανοιχτεί ο δρόμος για είσοδο της Κύπρου στον Οργανισμό αυτό – μια στάση που όπως ομολογεί ο τέως ΥΠΕΞ «ήταν όντως μια σημαντική αλλαγή στην εξωτερική μας πολιτική, η οποία έγινε ευμενώς δεκτή»;  (Ι. Κασουλίδης, 30 Χρόνια Παρόν, Ιδέες και Σκέψεις για την Κύπρο μας, Καθημερινή, Λευκωσία,2019, σ.56-60).  Δεν είναι όμως και αυτό αντίθετη στην πολική της «σωστής τήρηση ισορροπιών» με τη Ρωσία που και ο νυν και ο τέως ΥΠΕΞ δηλώνουν ότι υποστηρίζουν; (Ι. Κασουλίδης , ο.π. σ.180)

Συνεπώς δεν είναι τυχαίο γιατί στο νομοσχέδιο, ταυτόχρονα με την πρόταση για άρση του εμπάργκο,  υποστηρίζεται και η «ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στο πρόγραμμα του ΝΑΤΟ, Συνεταιρισμός για την Ειρήνη.» (Sec. 5. Παρ. 2(Β), σ.11). Ούτε και είναι περίεργο γιατί μέσα από αυτό αποκαλύπτεται βασικά ότι κάτω από την επικεφαλίδα «ενεργειακή ασφάλεια και σταθερότητα», αναπτύσσονται και προωθούνται κυρίως τα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα, με μοχλό τις στρατιωτικές σχέσεις των  ΗΠΑ  με την Κύπρο, την Ελλάδα και το Ισραήλ. Με σαφή στόχο τις ρωσικές και άλλες «κακόβουλες επιρροές» στην περιοχή, ενώ μόνο πολύ έμμεση και διπλωματική αναφορά περιλαμβάνεται για τις τουρκικές προκλήσεις και απειλές.

Γενικό συμπέρασμα

Καταλήγοντας λοιπόν, ως γενικό συμπέρασμα θα μπορούσε να λεχθεί ότι τέτοια μέτρα βέβαια και πολιτικές, όπως αυτά που περιλαμβάνονται εντός του νομοσχεδίου, για να υλοποιηθούν δεν είναι αρκετό  μόνο να ψηφιστούν από τη Γερουσία και να προωθηθούν από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Απαιτούν και τη συναίνεση της Λευκωσίας. Συνεπώς είναι αυτονόητο ότι δεν θα μπορούσαν να προταθούν αν δεν υπήρχαν προηγουμένως διαβεβαιώσεις ή τουλάχιστον σοβαρές ενδείξεις αποδοχής τους από την Κυπριακή Δημοκρατία.  Αν αυτό όντως αληθεύει, επιβεβαιώνει την άποψη ότι η κυπριακή κυβέρνηση βρίσκεται ήδη με το ένα πόδι στο άρμα των ΗΠΑ αλλά και ότι παρόλο που φραστικά επιμένει στην τήρηση ισορροπιών έναντι των Μεγάλων, στην πράξη φαίνεται να οδεύει προς αντίθετες κατευθύνσεις.  Αυτό όμως, όπως έχει αναλυθεί πιο πάνω, θα μπορούσε να αποδειχθεί τραγικό για την Κύπρο και το Κυπριακό αν αυτές οι αποκλίσεις ή επιλογές πολιτικής είναι αποτέλεσμα αίολων αναλύσεων και εσφαλμένων υπολογισμών.

* Πρώην Βουλευτής,  Ειδικός σε θέματα Άμυνας και Στρατηγικής.

Διαβάστε επίσης:

Κύπρος: Συγκρούσεις κομμάτων για τους Αμερικανούς