Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Το τελευταίο που θα περίμενε κανείς να ανακαλύψει τώρα στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια νεολαία που να στρέφεται προς τις σοσιαλιστικές ιδέες. Η χώρα αυτή είναι, περισσότερο από έναν αιώνα, η αιχμή του δόρατος του καπιταλισμού παγκοσμίως. Ακόμα και σε εποχές που ο σοσιαλισμός ήταν πολύ πιο δημοφιλής διεθνώς από σήμερα, ποτέ η Αριστερά δεν έγινε μείζον πολιτικό ρεύμα στις ΗΠΑ, όπως στις περισσότερες ηπείρους στον Εικοστό Αιώνα. Αντιθέτως, ο «σοσιαλισμός» εθεωρείτο από εκκεντρική έως εγκληματική ιδέα σχεδόν ολόκληρο τον περασμένο αιώνα στις ΗΠΑ. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει πολύ εντυπωσιακά τα ευρήματα συνεχών δημοσκοπήσεων, σύμφωνα με τα οποία, περίπου το 45% των πολύ νέων Αμερικανών θα ψήφιζαν ένα σοσιαλιστή. Ένα εντυπωσιακό μάλιστα ποσοστό (21%) θα ψήφιζε έναν κομμουνιστή!

Αντίστοιχα αποτελέσματα ανακαλύπτει κανείς και στη Γαλλία και Βρετανία. Είναι περισσότερο το μορφωμένο τμήμα της νεολαίας που επιλέγει την αριστερά για να εκφράσει τη δυσφορία ή και την απέχθειά του προς το «σύστημα», κι όταν πάει να ψηφίσει, ψηφίζει Σάντερς στις ΗΠΑ, Κόρμπιν στη Βρετανία (με την καταπληκτική πλειοψηφία των φοιτητών που ψηφίζουν να τον υποστηρίζουν), Μελανσόν στη Γαλλία (ο οποίος ήρθε πρώτος με 30% μεταξύ των νέων έως 24 ετών στις τελευταίες προεδρικές εκλογές), Ποδέμος στην Ισπανία. Οι λιγότερο μορφωμένοι νέοι, ιδίως της εργατικής τάξης, έλκονται περισσότερο από την «αντισυστημική» (τουλάχιστον στα λόγια) ριζοσπαστική ή άκρα δεξιά, όπως τον Τραμπ στην Αμερική και τη Λε Πεν στη Γαλλία. Αν και στην πραγματικότητα, η απόσταση ριζοσπαστικής αριστεράς και ριζοσπαστικής δεξιάς αποδεικνύεται συχνά μικρότερη από αυτή που θα ανέμενε κάποιος που αντιλαμβάνεται τις αποστάσεις στην πολιτική γραμμικά. Παρόλο που συχνά τις δύο τάσεις τις χωρίζει άβυσσος σε ότι αφορά τις ιδεολογικές αναφορές, τόσο η «ριζοσπαστική αριστερά», όσο και η «ριζοσπαστική δεξιά» εκφράζουν συχνά την ίδια «αντισυστημική» προδιάθεση, δίνοντας όμως πολύ διαφορετικές απαντήσεις. (Βεβαίως αυτό αφορά την αρχή της διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης, γιατί το τέλος της μπορεί να είναι πολύ διαφορετικό, όπως απέδειξε η εμπειρία της Γερμανίας στον μεσοπόλεμο).

Η νεολαία δείχνει συνήθως και το βέλος του μέλλοντος και θα ήταν επομένως μάλλον επιπόλαιο να απορρίψει κανείς τη σημασία τέτοιων δημοσκοπικών αποτελεσμάτων, όπως συνήθως κάνουν οι «πολιτικώς ορθοί αναλυτές», που αρέσκονται εξάλλου να γενικεύουν εκφράσεις όπως «λαϊκισμός», που δεν έχουν ακριβώς συγκεκριμένο νόημα. Τι σημαίνει λαϊκισμός; Σημαίνει δημαγωγία, ή λαϊκιστής είναι όποιος αμφισβητεί, πιθανώς δικαιολογημένα, ένα σύστημα, τασσόμενος με τον λαό και όχι με τις «ελίτ»; Η επιλογή του όρου δεν είναι απολύτως αθώα, γιατί μοιάζει να θέλει να ταυτίσει τη δεύτερη με την πρώτη κατηγορία, χαρακτηρίζοντας εμμέσως ως δημαγωγούς και όσους εκφράζουν λαϊκές πεποιθήσεις και όχι τις κατεστημένες απόψεις, οι οποίες θεωρούνται μεν αυτονόητες από τις ελίτ, συναντούν όμως την διαφωνία μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων.

Το πρόβλημα αυτών των αναλυτών είναι ότι εκκινούν από το αξίωμα ότι το σύστημα είναι καλά καμωμένο, επομένως κάθε ριζική αμφισβήτησή του δεν μπορεί παρά να είναι ένα ανερμήνευτο ψυχολογικό ή πνευματικό πρόβλημα όσων την υποστηρίζουν, μια παροδική αρρώστια που με λίγη υπομονή θα περάσει. Μέχρι τώρα όμως, όλες οι εκλογές και τα δημοψηφίσματα στις δυτικές χώρες επιβεβαίωσαν ότι ο λαϊκισμός, ή, για να κυριολεκτήσουμε, ο ριζοσπαστισμός της αριστεράς ή της δεξιάς δεν είναι παροδικό φαινόμενο. ‘Ηρθε για να μείνει. Όσο τουλάχιστον δεν αντιμετωπίζονται τα υφέρποντα προβλήματα του «συστήματος».

Το ποιος όμως μπορεί να τον εκφράσει στην εποχή μας, τι είδους ηγέτες και τι είδους πολιτικά υποκείμενα παραμένει θέμα τελείως ανοιχτό.