Τις σκέψεις τους για το δημοψήφισμα στην Καταλωνία, το οποίο έχει κηρυχθεί παράνομο από το ισπανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, ξετυλίγουν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο καθηγητής του Παν/μίου της Βαρκελώνης Joan Botella, και ο Βάσκος πολιτικός Inaki Irazabalbeitia Fernandez.

Η προοπτική του δημοψηφίσματος αλλά και της ανεξαρτησίας έχει διχάσει βαθειά την καταλάνικη κοινωνία, λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Joan Botella, εκ των υπογραφόντων μιας δήλωσης διανοουμένων κατά του δημοψηφίσματος και της ανεξαρτησίας, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στη Βαρκελώνη. Κοσμήτωρ της Σχολής Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών του Αυτόνομου Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης, γνωστός συγγραφέας, διανοούμενος της Καταλωνίας, o Joan Botella εξηγεί γιατί, αν και επιμένει να μην είναι απαισιόδοξος, φοβάται τις συνέπειες της συνεχιζόμενης κλιμάκωσης μεταξύ των κεντρικών αρχών του ισπανικού κράτους στη Μαδρίτη και της Βαρκελώνης.

Από την πλευρά του, ο Βάσκος διανοούμενος και πολιτικός, ο Δρ. I?aki Irazabalbeitia Fernandez εκτιμά ότι η επιθυμία της καταλάνικης κοινωνίας να αποφασίσει η ίδια το μέλλον της είναι μια πραγματικότητα και δεν θα τη σπάσουν οι νόμοι ή η καταστολή. Το Λαϊκό Κόμμα μπορεί να εμποδίσει το δημοψήφισμα της 1ης Οκτωβρίου. Αλλά το πολιτικό πρόβλημα θα παραμείνει και πρέπει να χρησιμοποιηθούν πολιτικά μέσα για να λυθεί, εκτιμά ο Δρ. Inaki Irazabalbeitia Fernandez

Ακολουθούν οι συνεντεύξεις των κκ Χοάν Μποτέλα και Ινιάκι Ιραθαμπαλμπέιτια-Φερντάντεθ στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και στον δημοσιογράφο Δημήτρη Κωνσταντακόπουλο.

 

Συνέντευξη του Joan Botella (Κοσμήτωρ της Σχολής Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών του Αυτόνομου Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης)

Ερώτηση: Για ποιο λόγο έχετε ταχθεί εναντίον της ιδέας ενός δημοψηφίσματος και της ανεξαρτησίας της Καταλωνίας; Οι Καταλανοί διαθέτουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης;

Απάντηση: Δεν είμαι εναντίον της ιδέας ενός δημοψηφίσματος γενικά. Είμαι εναντίον του συγκεκριμένου δημοψηφίσματος, που οργανώθηκε χωρίς συμφωνία με τους κεντρικούς θεσμούς, εναντίον της θέλησης των μισών μελών του περιφερειακού κοινοβουλίου και κατά παράβαση τόσο του ισπανικού νομικού και συνταγματικού πλαισίου, όσο και των κανόνων που έθεσε η Επιτροπή της Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Σε ότι τώρα αφορά την αυτοδιάθεση, είναι προφανές ότι η Καταλωνία δεν εκπληρώνει τις προϋποθέσεις, όπως αποικιακή κατάσταση, καταπίεση κλπ. Αυτό δεν αποκλείει βέβαια την δυνατότητα μιας απόσχισης, εάν μια ευρεία πλειοψηφία Καταλανών το επιθυμεί, κάτι που δεν συμβαίνει σήμερα.

Ερώτ. Πως είδατε τη στάση των κεντρικών αρχών στη Μαδρίτη απέναντι στη Βαρκελώνη και τους ανθρώπους που υποστηρίζουν το δημοψήφισμα;

Απάντ. Θεωρώ απαράδεκτη την αντίδραση της κεντρικής κυβέρνησης. Πρώτον γιατί αποβλέπει σε καθαρή καταστολή. Θέλουν να βάλουν φωτιά στον κάμπο. Να εμποδίσουν δηλαδή την ανάδειξη “ενδιάμεσων προτάσεων”, όπως αυτές που υπερασπίζονται, με περισσότερο ή λιγότερο ενθουσιασμό, οι Ποδέμος ή το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE). Η κυβέρνηση Ραχόι αποσκοπεί να παράγει μια απλουστευμένη συζήτηση, τύπου “άσπρο ή μαύρο”, ενώ η πολυπλοκότητα της κατάστασης απαιτεί πιο σύνθετες λύσεις. Θέλει να “απονομιμοποιήσει” τις πιο μετριοπαθείς προτάσεις της αριστεράς.

Ερωτ. Ποια κοινωνικά στρώματα είναι κυρίως υπέρ ή κατά της ανεξαρτησίας της Καταλωνίας;

Απάντ. Η υποστήριξη προς την ανεξαρτησία αυξάνεται με την ηλικία και με το εισόδημα. Είναι ισχυρότερη στις αγροτικές περιοχές, παρά στις πόλεις. Και είναι ιδιαίτερα ισχυρή μεταξύ όσων έχουν αποκλειστικά καταλάνικη οικογενειακή καταγωγή. Το κέντρο δημοσκοπήσεων της περιφερειακής κυβέρνησης, το Centre d’Estudis d’Opini? (CEO) έχει κάνει σχετικές έρευνες και τις έχει δημοσιεύσει στην ιστοσελίδα του.

Ερώτ. Πως βλέπουν οι άνθρωποι σε άλλες περιοχές της Ισπανίας το αίτημα της καταλάνικης ανεξαρτησίας.

Απάντ. Ορισμένοι με συμπάθεια, ορισμένοι με ισχυρή αντίθεση, αλλά κυρίως η κατάσταση χαρακτηρίζεται από μια ευρεία έλλειψη πληροφόρησης. Εντούτοις η κατάσταση βελτιώθηκε αισθητά εν σχέσει με πριν 25 χρόνια. Υπάρχει τώρα μεγαλύτερη υποστήριξη και συμπάθεια.

 

Συνέντευξη του Inaki Irazabalbeitia Fernandez (μέλος του Γραφείου του Κόμματος Aralar, πρώην ευρωβουλευτής της ομάδας των Πρασίνων-Ελεύθερη Ευρωπαϊκή Συμμαχία, μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας για τη Βασκική)

Ερώτ. Ποιές είναι οι βασικές αιτιάσεις που σπρώχνουν ένα σημαντικό τμήμα του καταλανικού λαού να ζητά την απόσχιση από την Ισπανία;

Απάντ. Είναι αδύνατο να καταλάβουμε την παρούσα κατάσταση στην Καταλωνία χωρίς να δούμε την ιστορία της. Στα τέλη του Μεσαίωνα, υπήρχαν τέσσερα χριστιανικά βασίλεια στην Ιβηρική χερσόνησο, η Αραγωνία, η Καστίλη, η Ναβάρα και η Πορτογαλία. Η Καταλωνία ήταν τμήμα του βασιλείου της Αραγωνίας, που διέθετε μια «συνομοσπονδιακή» δομή εντός της οποίας το πριγκηπάτο της Καταλωνίας είχε τους δικούς του θεσμούς και νόμους.

Το 1469, ο Φερδινάνδος ο 2ος της Αραγωνίας παντρεύτηκε την Ισαβέλλα της Καστίλλης, ενώνοντας τα δύο βασίλεια υπό ένα στέμμα, αλλά με κάθε βασίλειο να διατηρεί τους δικούς του θεσμούς και νόμους. Η Ισπανία δεν υπήρξε ενιαίο βασίλειο και οι βασιλείς της δεν ονομάζονταν Βασιλείς της Ισπανίας, αλλά της Αραγωνίας, της Καστίλης, της Ναβάρα, ο κόμης της Μολίνα?

Στην Καταλωνία η κατάσταση άλλαξε το 1714. Στον πόλεμο διαδοχής για τον ισπανικό θρόνο, η Αραγωνία, περιλαμβανομένης της Καταλωνίας, υποστήριξε τον Κάρολο των Αψβούργων εναντίον του Φίλιππου Ντ’ Ανζού, που τον υποστήριζε η Καστίλλη. Ο Κάρολος έχασε και αυτή η ήττα οδήγησε στην εξαφάνιση του στέμματος της Αραγωνίας και όλων των νόμων και θεσμών της. Η Καταλωνία έγινε μια περιοχή σαν τις άλλες, υπό το στέμμα της Καστίλλης.

Το αντίθετο συνέβη στη Χώρα των Βάσκων που διατήρησε τους νόμους της και τους θεσμούς της ως τα μέσα του 19ου αιώνα, ως αποτέλεσμα των πολέμων διαδοχής του ισπανικού θρόνου που έγιναν γνωστοί ως οι πόλεμοι των Καρλιστών, όπου η Χώρα των Βάσκων συμμάχησε με την πλευρά που ηττήθηκε.

Οι Καταλανοί διατήρησαν πάντα ένα αίσθημα ταυτότητας ως λαός. Οι προτάσεις για μια ομοσπονδιακή Ισπανία που έγιναν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα προήρχοντο από την Καταλωνία. Το 1931, ταυτόχρονα με την ανακήρυξη της Δημοκρατίας στην Ισπανία, ανακηρύχθηκε και η Δημοκρατία της Καταλωνίας. Μεταξύ 1932 και 1939, η Καταλωνία είχε ένα καθεστώς αυτονομίας με ευρείες εξουσίες.

Ακολούθησε ο Φρανκισμός, μια από τις σκοτεινότερες εποχές για όλους τους λαούς και τα έθνη της Ισπανίας. Μεταξύ πολλών άλλων μορφών καταπίεσης, απαγορεύθηκε και η χρήση άλλων γλωσσών πλην των ισπανικών.

Μετά τον θάνατο του Φράνκο το 1975 και με τη διαδικασία εκδημοκρατισμού των κρατικών δομών, ετέθη και το θέμα του δικαιώματος των εθνών που συναποτελούν την Ισπανία στην αυτοδιάθεση και, τελικά, το αναγνώρισε ακόμα και το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE. Τα έθνη ήταν η Καταλωνία, η Γκαλίθια – ή Γαλικία – και η Χώρα των Βάσκων.

Εντούτοις, εξαιτίας της ισχύος του στρατού και άλλων θεσμών του Φρανκισμού, το σύνταγμα του 1978 δεν αναγνώρισε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και πήρε θέση υπέρ της ακατάλυτης ενότητας του ισπανικού έθνους. Δηλαδή αναγνώρισε την Ισπανία ως ένα μόνο έθνος, όχι ως έθνος των εθνών. Το σύνταγμα αναγνώρισε τις λεγόμενες εθνικότητες (Καταλωνία, Γκαλίθια και Χώρα των Βάσκων) και άνοιξε τον δρόμο για την αυτονομία περιοχών όπως η Murcia ή η La Rioja που δεν είχαν ποτέ μια δική τους ταυτότητα.

Το 1979, η Καταλωνία συμφώνησε με το ισπανικό κράτος ένα καθεστώς αυτονομίας που της παρέσχε ευρείες εξουσίες στη εκπαίδευση, την εσωτερική της οργάνωση και άλλους τομείς, όχι όμως στην επιβολή και συλλογή φόρων. Αυτό σημαίνει ότι η Καταλωνία εξαρτάται από τη Μαδρίτη για να χρηματοδοτήσει την αυτονομία της. Στον τομέα των οικονομικών η Καταλωνία έμεινε στο ίδιο επίπεδο με τις αυτόνομες περιοχές που δεν διαθέτουν δικές τους γλώσσες και πολιτιστικές παραδόσεις. Το καθεστώς της Χώρας των Βάσκων και την Αυτόνομης Κοινότητας της Ναβάρρα είναι διαφορετικό γιατί αυτές εισπράττουν απευθείας φόρους και μετά αποδίδουν ένα τμήμα τους στη Μαδρίτη.

Μια από τις ρίζες της τωρινής κατάστασης βρίσκεται εκεί. Η Καταλωνία έχει μικρές δυνατότητες για παράδειγμα να αποφασίσει σε ποιες οδικές υποδομές να επενδύσει. Η Μαδρίτη αποφασίζει. Ως αποτέλεσμα, το αεροδρόμιο της Βαρκελώνης έρχεται δεύτερο μετά της Μαδρίτης, ο μεσογειακός σιδηροδρομικός διάδρομος δεν κατασκευάστηκε, το τραίνο υψηλής ταχύτητας άργησε να φτάσει στη Βαρκελώνη κλπ. Την ίδια ώρα, σε άλλες περιοχές της χώρας κατασκευάζονται αεροδρόμια χωρίς να πηγαίνουν εκεί αεροπλάνα, σιδηρόδρομοι υψηλής ταχύτητας χωρίς επιβάτες και αυτοκινητόδρομοι που δεν χρησιμοποιεί σχεδόν κανείς.

Επιπλέον, υπάρχει μια περιφρόνηση προς την Καταλάνικη γλώσσα και κουλτούρα από ορισμένες τομείς της ισπανικής κοινωνίας. Και σα να μην έφταναν αυτά, μια διαδικασία επανασυγκέντρωσης άρχισε από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 στην Ισπανία. Η Μαδρίτη αρχίζει να περιορίζει την δυνατότητα λήψης αποφάσεων από τις αυτόνομες κοινότητες.

Μια μεγάλη μεταβολή έλαβε χώρα το 2003 στην Καταλωνία. Το παραδοσιακό κόμμα της Καταλάνικης εθνικιστικής μπουρζουαζίας, το CiU, που κυβερνούσε από το 1978, έχασε την εξουσία. Συγκροτήθηκε μια συμμαχική κυβέρνηση μεταξύ των Σοσιαλιστών του Partit dels Socialistes de Catalunya, που είναι το τμήμα του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PSOE) στην Ισπανία, αλλά υπέρ της ομοσπονδίας και πολύ «καταλάνικο», της Ρεπουμπλικανικής Αριστεράς της Καταλωνίας (Esquerra Republicana de Catalunya), ενός αριστερού κόμματος υπέρ της ανεξαρτησίας και της Πρωτοβουλίας για την Καταλωνία – Πράσινοι (Initiativa per Catalunya – El Verts), ενός οικο-σοσιαλιστικού κινήματος, όπου συνυπάρχουν τάσεις υπέρ της ομοσπονδίας και υπέρ της ανεξαρτησίας. Η κυβέρνηση αυτή θεώρησε ότι οι υφιστάμενες ρυθμίσεις δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα της Καταλάνικης κοινωνίας και αποφάσισαν να φτιάξουν ένα νέο Καταστατικό Χάρτη της Αυτονομίας.

Κατά την ισπανική προεκλογική εκστρατεία του 2004, ο σοσιαλιστής (PSOE) υποψήφιος Ροντρίγκεθ Θαπατέρο, υποσχέθηκε ότι θα σεβαστεί τον νέο Καταστατικό Χάρτη που θα ενέκρινε το καταλάνικο κοινοβούλιο. Αναπάντεχα, ο Θαπατέρο κέρδισε τις εκλογές, εν πολλοίς λόγω του εξαιρετικού αποτελέσματος στην Καταλωνία. Το κείμενο του νέου Καταστατικού Χάρτη της καταλάνικης αυτονομίας ψηφίστηκε από το τοπικό κοινοβούλιο (120 ψήφοι υπέρ, 15 κατά) και υποβλήθηκε στο Συνέδριο των Βουλευτών στη Μαδρίτη για συζήτηση και επικύρωση, ώστε να καταστεί νόμος. Υπό την πίεση της γιακωβίνικης πτέρυγας του κόμματός του ο Θαπατέρο υπαναχώρησε από τις υποσχέσεις και το κείμενο του Καταστατικού Χάρτη περιόρισε το επίπεδο αυτονομίας της Καταλωνίας.

Παρόλα αυτά, το κείμενο εγκρίθηκε τελικά με δημοψήφισμα στις 18 Ιουνίου 2006, παρά το ότι τόσο η Ρεπουμπλικανική Αριστερά της Καταλωνίας, όσο και το Λαϊκό Κόμμα τάχθηκαν υπέρ της καταψήφισής του.

Το Λαϊκό Κόμμα άρχισε συλλογή υπογραφών σε όλη την Ισπανία εναντίον των νέων ρυθμίσεων και προσέφυγε στο Συνταγματικό Δικαστήριο το οποίο, το 2010, εν μέρει το δικαίωσε, περαιτέρω περιορίζοντας το καθεστώς αυτονομίας που εγκρίθηκε στο δημοψήφισμα, μια πολύ παράδοξη κατάσταση σε ένα υποτιθέμενο δημοκρατικό κράτος.

Ήταν σε αυτό το σημείο, που άρχισε να αλλάζει η στάση της καταλάνικης κοινωνίας απέναντι στην ανεξαρτησία. Μια θέση που αρχικά υποστηριζόταν από λιγότερο από 20% των Καταλανών άρχισε να γίνεται όλο και πιο δημοφιλής και να αυξάνεται η δυσφορία απέναντι στην Ισπανία. Από την άλλη μεριά, ένα 70% έως 80% πιστεύουν ότι το μέλλον της Καταλωνίας πρέπει να αποφασισθεί από τους ίδιους τους Καταλανούς. Με άλλα λόγια ότι η Καταλωνία είχε το δικαίωμα της απόσχισης ή της αυτοδιάθεσης.

Το 2012, το CiU ξανακέρδισε την εξουσία και προσπάθησε να διαπραγματευθεί ένα σύμφωνο με την κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος στη Μαδρίτη. Αλλά το Λαϊκό Κόμμα είχε απόλυτη πλειοψηφία, δεν ενδιαφερόταν να κάνει σοβαρή διαπραγμάτευση και έδωσε στην καταλάνικη κυβέρνηση μια αόριστη και μη δεσμευτική απάντηση. Τότε, το κόμμα της καταλάνικης μπουρζουαζίας αποφάσισε να αλλάξει την παραδοσιακή θέση του και να υιοθετήσει την επιδίωξη της ανεξαρτησίας από την Ισπανία.

Το σημείο καμπής ήταν η εθνική ημέρα της Καταλωνίας (Diada) το 2012. Περίπου ένα εκατομμύριο κάτοικοι, σε έναν πληθυσμό επτά εκατομμυρίων συγκεντρώθηκαν ζητώντας η Καταλωνία να αποτελέσει ένα νέο κράτος στην Ευρώπη. Eξίσου μαζικές συγκεντρώσεις επαναλήφθηκαν και στις επόμενες Diadas.

Αντιμέτωπη με το πολιτικό πρόβλημα ότι ένα σημαντικό τμήμα Καταλανών πολιτών ήθελαν την δημιουργία ανεξάρτητου κράτους, η κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος πήρε μια πολύ σκληρή θέση, αρνούμενη τον διάλογο και τη διαπραγμάτευση και θέτοντας τη «νομιμότητα» υπεράνω της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Για το Λαϊκό Κόμμα, η ενότητα της Ισπανίας είναι εκτός συζητήσεως, κάτι υπεράνω της όποιας θέλησης των πολιτών της.

Στη διάρκεια των τεσσάρων ετών που το Λαϊκό Κόμμα είχε την απόλυτη πλειοψηφία, ελίχθηκε για να προσαρμόσει το ισπανικό δικαστικό σύστημα γύρω από την κοσμοθεωρία του και τον τρόπο του να καταλαβαίνει τις δημοκρατικές αρχές, βάζοντας ανθρώπους που σκέφτονταν με το δικό του τρόπο σε θέσεις-κλειδιά και περιβάλλοντας το Συνταγματικό Δικαστήριο με εξουσίες που δεν είναι συνηθισμένες στα αντίστοιχα δικαστήρια αληθινά δημοκρατικών χωρών. Το Συνταγματικό Δικαστήριο είναι υπό τον έλεγχο συντηρητικών δικαστών.

Το Λαϊκό Κόμμα χρησιμοποιεί τώρα αυτό το δικαστικό σύστημα για να μην επιτρέψει το δημοψήφισμα της 1ης Οκτωβρίου με μέτρα όπως η σύλληψη μελών της κυβέρνησης της Καταλωνίας, η έκδοση κλήσεων προς περισσότερους από 700 δημάρχους που είναι υπέρ της ανεξαρτησίας και απαγορεύοντας συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις. Η κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος περνάει τώρα τις κόκκινες γραμμές ενός δημοκρατικού κράτους. Σήμερα, η Ισπανία είναι όσο δημοκρατική είναι και η Τουρκία.

 

Δημοσιεύτηκε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ στις 30.9.2017