Μνήμες Κατοχής και οι ελληνικές διεκδικήσεις αποζημιώσεων

Βίκη Βαν Μπούσχοτεν*, Γιάννος Θανασέκος**
20 Μαρτίου 2021

Ούτε η αναγνώριση «ιστορικής ευθύνης» ούτε η «ηθική αποκατάσταση» ή η έκφραση «δημόσιας συγγνώμης» ούτε ακόμα και η ανάδειξη μιας δημόσιας «Μνήμης» ως εργαλείου συνειδητοποίησης των εγκλημάτων δύνανται να υποκαταστήσουν τις νόμιμες διεκδικήσεις των θυμάτων.

Το ψηφιακό αρχείο «Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα» (MOG) περιλαμβάνει 93 βιντεοσκοπημένες αφηγήσεις ζωής Ελλήνων και Εβραίων αντιστασιακών και θυμάτων του ναζισμού (επιζώντων του Ολοκαυτώματος, μαζικών εκτελέσεων, στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας).

Το αρχείο δημιουργήθηκε στο διάστημα 2016–2018, στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος του Ελεύθερου Πανεπιστημίου Βερολίνου, με επιστημονικό υπεύθυνο τον γνωστό ιστορικό Χάγκεν Φλάισερ. Οι συνεντεύξεις απομαγνητοφωνήθηκαν και μεταφράστηκαν στα γερμανικά.

Το πρόγραμμα, σύμφωνα με την ιστοσελίδα του, αποσκοπούσε στην «ευαισθητοποίηση και γνώση για τα γερμανικά εγκλήματα πολέμου στην Ελλάδα» και συγχρηματοδοτήθηκε από δυο Πανεπιστήμια (Βερολίνου και Αθήνας), από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, το Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον του υπουργείου Εξωτερικών της Γερμανίας και το γερμανικό Ιδρυμα «Μνήμη, Ευθύνη και Μέλλον».

Η γερμανική αυτή χρηματοδότηση δημιούργησε εύλογα σκεπτικισμό ή και έντονες αντιδράσεις ως προς τα κίνητρα αυτού του –κατά τα άλλα ενδιαφέροντος– εγχειρήματος. Μετά τη διαδικτυακή παρουσίαση σχετικής εκπαιδευτικής πλατφόρμας, στις 2 Δεκεμβρίου 2020, οι αντιδράσεις εντάθηκαν.

Ακολούθησε δημόσια συζήτηση σε οξύτατους τόνους, στην οποία το πρόγραμμα του MOG κατηγορήθηκε, μεταξύ άλλων, για «ιστορικό αναθεωρητισμό» (Λυμπεράτος, Εκπαιδευτική Λέσχη 9.1.2021), «ξέπλυμα εθνικοσοσιαλιστικού παρελθόντος» (Μηταφίδης κ.ά. «Εφ.Συν.» 29.12.20), «εξίσωση θυτών και θυμάτων» (Ανδρεάδης «Εφ.Συν.» 5.12.20) και «ωμή γερμανική προπαγάνδα» (Μαργαρίτης, 98.4, 7.12.2020).

Ταυτόχρονα, οι επικριτές κατήγγειλαν το πρόγραμμα είτε για την επιλεκτική χρήση των προφορικών μαρτυριών (Ανδρεάδης) είτε αρνούμενοι την επιστημονική αξία προφορικών μαρτυριών υπερήλικων αφηγητών (Μαργαρίτης).

Θεωρώντας, αφενός, ότι η γερμανική χρηματοδότηση είναι όντως προβληματική και, αφετέρου, ότι οι ακραίες θέσεις των επικριτών –ιδιαίτερα δε όσον αφορά το ψηφιακό αρχείο μαρτυριών– δεν τεκμηριώνονται από το υλικό του προγράμματος, θα προσπαθήσουμε να συμβάλουμε στον δημόσιο διάλογο με μια πιο νηφάλια εκτίμηση, σε τρία αλληλεμπλεκόμενα πεδία: το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων, η αξία της προφορικής μαρτυρίας και η διδασκαλία της εμπειρίας της Κατοχής και του ναζισμού στο ελληνικό σχολείο.

Εναρκτήρια πράξη, η Δίκη της Νυρεμβέργης (1945-1956) αναγορεύει το Δίκαιο ως την κατεξοχήν σφαίρα που διασφαλίζει δημόσια τόσο την απόδοση ευθυνών και ποινών στους θύτες όσο και τη δικαίωση και τις επανορθώσεις που οφείλονται στα θύματα. Ούτε η αναγνώριση «ιστορικής ευθύνης» ούτε η «ηθική αποκατάσταση» ή η έκφραση «δημόσιας συγγνώμης» ούτε ακόμα και η ανάδειξη μιας δημόσιας «Μνήμης» ως εργαλείου συνειδητοποίησης των εγκλημάτων δύνανται να υποκαταστήσουν τις νόμιμες διεκδικήσεις των θυμάτων.

Στο πλαίσιο αυτό παραμένει εκκρεμές το διαχρονικό πρόβλημα των γερμανικών οφειλών απέναντι στην Ελλάδα, ήτοι η μη αναγνώριση και εκπλήρωση των αποζημιώσεων –συμπεριλαμβανομένου του ληστρικού εξαναγκαστικού Κατοχικού Δανείου (1.1.1942)– που δικαίως διεκδικούν τα θύματα των ναζιστικών εγκλημάτων στην Ελλάδα.

Το Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα (ΕΣΔΟΓΕ) έχει τεκμηριώσει και οριοθετήσει σαφώς και επαρκώς τις απαιτήσεις της ελληνικής πλευράς.

Η Γερμανία, επικαλούμενη τόσο τις πενιχρές «αποζημιώσεις» 115 εκατ. μάρκων1 που έλαβε η Ελλάδα στην περίοδο 1959-1963 όσο και αυτές που κατέβαλε το Ιδρυμα «Ευθύνη, Μνήμη και Μέλλον» το 2001-2007 σε περίπου 2.000 Ελληνες επιζώντες των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας, θεωρεί αβάσιμες τις ελληνικές διεκδικήσεις και το θέμα των αποζημιώσεων οριστικά λήξαν2. Από την πλευρά τους, οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις είτε αδράνησαν είτε αποδείχτηκαν άτολμες, διαιωνίζοντας έτσι την εκκρεμότητα.

Εδώ έγκειται και το πρώτο ευάλωτο σημείο της πλατφόρμας του MOG. Πολλά κείμενα που στελεχώνουν το εγχείρημα τεκμηριώνουν το εύρος των υλικών καταστροφών και της λεηλασίας των πόρων μιας ρημαγμένης κοινωνίας, όπως και τις τραυματικές διαστάσεις των βάναυσων αντιποίνων. Αναγνωρίζονται επίσης οι γερμανικές ευθύνες παλινορθώσεων αλλά απουσιάζει παντελώς η τεκμηριωμένη έκθεση των διαχρονικών ελληνικών διεκδικήσεων οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα.

Ως γνωστόν, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δεν παραγράφονται. Ωστόσο, στην πλατφόρμα του MOG κυριαρχεί το αίσθημα της «ηθικής» αποκατάστασης των θυμάτων. Αξιον απορίας στον βαθμό που τόσο οι επιστημονικοί όσο και οι πολιτικοί ιθύνοντες του προγράμματος τυγχάνουν πλήρους γνώσης του θέματος. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι η μόνη αναφορά στις γερμανικές αποζημιώσεις στον ιστότοπο του MOG εμφανίζεται στην ενότητα «Μνήμη», όχι ως αίτημα του παρόντος (κυρίαρχο ακόμα στις κοινότητες των θυμάτων), αλλά ως στοιχείο που ανήκει οριστικά στο παρελθόν.

Η αποσιώπηση αυτή δικαίως μπορεί να θεωρηθεί υποχώρηση απέναντι στη γερμανική βούληση να «ξεχαστεί» το φλέγον αυτό ζήτημα. Πιστεύουμε ότι η πλατφόρμα όφειλε και οφείλει αν όχι να πάρει θέση, τουλάχιστον να παρουσιάσει με ακρίβεια τόσο τις ελληνικές διεκδικήσεις όσο και την έως τώρα άρνηση της ΟΓΔ να διαπραγματευτεί.

Τη γερμανική βούληση προς λήθη του παρελθόντος εκφράζει και ο νόμος που θέσπισε το Ιδρυμα «Ευθύνη, Μνήμη και Μέλλον» (2000). Σκοπός του Ιδρύματος –μετά την ολοκλήρωση των αποζημιώσεων θυμάτων των ναζιστικών στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας (2007)– ανακηρύσσεται, μεταξύ άλλων, η προώθηση της «μνήμης ολοκληρωτικών καθεστώτων και δεσποτισμού».

Η Μνήμη ως άλλοθι. Σε αντιδιαστολή με αυτή τη θεσμική Μνήμη που τείνει να ηγεμονεύει πλέον στην Ευρώπη, οφείλουμε να τονίσουμε τη σημασία που έχει για τους μάρτυρες η δική τους μνήμη ως μέσο για τη δημόσια δικαίωσή τους.

Προφορικές μαρτυρίες

Το ότι τονίσαμε την ανάγκη ξεκάθαρης τοποθέτησης σχετικά με την επικαιρότητα των ελληνικών διεκδικήσεων δεν σημαίνει ωστόσο ότι υποτιμάμε την αξία του ψηφιακού αρχείου μαρτυριών που έχει δημιουργηθεί. Αντιθέτως.

Οι 93 βιντεοσκοπημένες αφηγήσεις μαρτύρων, επώνυμων και αφανών, αντιστασιακών και επιζώντων στρατοπέδων συγκέντρωσης, μαζικών εκτελέσεων και του Ολοκαυτώματος, αποτελούν μια ιδιαίτερα σημαντική πηγή ιστορικής γνώσης για την περίοδο.

Τα συμβατικά («χαρτώα») αρχεία που διαθέτουμε για τα ναζιστικά εγκλήματα προέρχονται από τα θεσμικά όργανα που τα επιτέλεσαν. Ως τέτοια, όχι μόνο είναι ελλιπή (συχνά από εθελούσιες καταστροφές) αλλά επίσης είναι διατυπωμένα και κωδικοποιημένα στη γλώσσα των θυτών που αναπαριστούν τα θύματα ως περιττά όντα, ως «υπάνθρωπους», ως «αντικείμενα» (Stücke) αναλώσιμα κατά βούληση.

Ετσι η συμβολή των προφορικών μαρτυριών ως «ζώντων αρχείων» είναι αποφασιστική, κατ’ αρχάς ως συμπληρωματική αρχειακή πηγή: τεκμηριώνουν λεπτομερώς τις εγκληματικές πράξεις των δυνάμεων Κατοχής που εκείνες φρόντισαν να εξαφανίσουν.

Από την άλλη, οι μάρτυρες δεν μιλάνε μόνο ως θύματα, αλλά και ως δρώντα υποκείμενα. Μιλάνε για τον τρόπο βίωσης της ιστορίας, για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των ναζιστικών εγκλημάτων στις κοινότητές τους, αλλά και για τη μαζική –κυρίως ΕΑΜική– αντίσταση κατά του Αξονα. Aναδεικνύουν βιώματα, αναπαραστάσεις, εικόνες, τραύματα που ενσωματώνονται στο ιστορικό παρόν και συνιστούν κατά συνέπεια πολύτιμο αρχειακό υλικό και αντικείμενο έρευνας τόσο για τον ιστορικό όσο και για τον παιδαγωγό.

Οι αφηγητές και αφηγήτριες του προγράμματος έχουν συνείδηση ότι καταθέτουν ενώπιον της ιστορίας, ως μάρτυρες του μέλλοντος. Ετσι οι μαρτυρίες τους δεν λειτουργούν μόνο ως μέσον εξανθρωπισμού των θυμάτων, αλλά και ως δικαίωση της γενιάς της Αντίστασης.

Το αρχείο, αναγνωρίζοντας τη σημασία της μαρτυρίας τους, τους αποδίδει την αξιοπρέπεια που τους αφαίρεσαν τόσο οι δυνάμεις Κατοχής όσο και οι μεταπολεμικές ελληνικές κυβερνήσεις. Βάσει αυτού του σκεπτικού, θεωρούμε αδικαιολόγητες και εσφαλμένες τις απαξιωτικές εκτιμήσεις των επικριτών του προγράμματος, ιδιαίτερα δε όταν προέρχονται από ιστορικούς.

Εκπαιδευτική πλατφόρμα και σενάρια

Η εκπαιδευτική πλατφόρμα του MOG περιλαμβάνει έξι θεματικά σενάρια. Αφορούν τα βιώματα των παιδιών στην Κατοχή, την καθημερινότητα, την εμπειρία της καταναγκαστικής εργασίας στα στρατόπεδα του Τρίτου Ράιχ, την Αντίσταση και το Ολοκαύτωμα.

Τα εκπαιδευτικά σενάρια αποτελούν μια σύγχρονη διδακτική μέθοδο, ευρέως διαδεδομένη στην ελληνική εκπαίδευση, που έχει σκοπό να αποδεσμεύσει τους μαθητές από την κυριαρχία του εγχειριδίου και να προωθήσει την κριτική σκέψη μέσα από την ενσυναίσθηση και την πολυπρισματικότητα των πηγών.

Στα εκπαιδευτικά σενάρια του MOG, οι μαθητές εισάγονται στη θεματική ενότητα μέσα από τις αφηγήσεις ζωής δύο μαρτύρων. Προτάσσεται μια εισαγωγή για το ιστορικό πλαίσιο της ενότητας και για την παιδαγωγική προσέγγιση.

Στη συνέχεια προτείνονται διάφορες δραστηριότητες που βασίζονται στην αφήγηση του μάρτυρα, αλλά για τις οποίες οι μαθητές έχουν στη διάθεσή τους και έναν αρκετά πλούσιο φάκελο πρόσθετων υλικών (ιστορικά κείμενα, αρχειακό υλικό, ημερολόγια, ταινίες, φωτογραφίες) και μια σχετική βιβλιογραφία. Επιπλέον, μπορεί να αξιοποιηθούν για το χρονολόγιο (που παρουσιάζει τα βασικά γεγονότα στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στον κόσμο από το 1933 μέχρι το 1949) και το ευρετήριο όρων.

Το εκπαιδευτικό υλικό είναι λοιπόν αρκετά πλούσιο, ωστόσο δεν θα ήταν σωστό να υποτιμήσουμε τον κίνδυνο αποσπασματικής και συναισθηματικής κυρίως προσέγγισης, η οποία μπορεί να υπονομεύσει τον στόχο ανάπτυξης της κριτικής ιστορικής σκέψης.

Η ενσυναίσθηση με τα βιώματα των μαρτύρων μπορεί να είναι ένα αποτελεσματικό παιδαγωγικό μέσο ως πρώτη επαφή του μαθητή με την ιστορία, όμως χωρίς εμβάθυνση στις βασικές ιστορικές έννοιες, ο κίνδυνος της απο–ιστορικοποίησης και της αποπολιτικοποίησης είναι ορατός. Σε αυτό το επίπεδο διακρίνουμε ορισμένες ουσιαστικές αδυναμίες του προγράμματος, οι οποίες θα έπρεπε να διορθωθούν.

Μαρτυρίες και γνωστικά προαπαιτούμενα

Πράγματι, η γόνιμη παιδαγωγική χρήση των προφορικών μαρτυριών προϋποθέτει συνεκτικές ιστορικές γνώσεις σχετικά με το ιστορικό τους πλαίσιο, εν τω προκειμένω, σχετικά με τις έννοιες του ναζισμού, του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (Β’ ΠΠ) και των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Ο ναζισμός δεν είναι μόνο ιδεολογία. Ως κίνημα και ως πολιτικό καθεστώς, συγκροτείται κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες πολύμορφων κρίσεων (κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών και ιδεολογικών) που πυροδοτεί σε διεθνές επίπεδο ο Α’ ΠΠ. Στο πλαίσιο των γιγαντιαίων ταξικών και πολιτικών συγκρούσεων της εποχής και της βαθιάς οικονομικής κρίσης και κατάρρευσης της δημοκρατίας, ο ναζισμός επιβάλλεται ως πολιτική επιλογή από τμήματα των γερμανικών οικονομικών και κοινωνικών ελίτ.

Ο Β’ ΠΠ δεν αποτελεί αιφνίδια έκρηξη. Εγγράφεται στις επεκτατικές και ιμπεριαλιστικές βλέψεις οικονομικών και πολιτικών γερμανικών παραγόντων από τα τέλη του 19ου αιώνα, βλέψεις που ο ναζισμός ώθησε στον παροξυσμό που γνωρίζουμε. Με τη σειρά του, ο θεσμός των στρατοπέδων συγκέντρωσης απαιτεί μια σφαιρική προσέγγιση και ιεράρχηση των πολύπλοκων και αλληλένδετων διαστάσεων της ναζιστικής εγκληματικότητας.

Στην πλατφόρμα δεν διευκρινίζεται ούτε ο αρχικός πολιτικός στόχος των στρατοπέδων, με σκοπό την τρομοκράτηση των κοινωνιών, ούτε αναφέρεται η δομή εξουσίας τους, στην οποία συμμετείχαν και οι κρατούμενοι, πολιτικοί και ποινικοί.

Εξ ορισμού, αυτά τα γνωστικά προ–απαιτούμενα οφείλουν να καλύπτονται από το μάθημα της ιστορίας στις διάφορες εκπαιδευτικές βαθμίδες. Η εκπαιδευτική πλατφόρμα που αξιοποιεί τις προφορικές μαρτυρίες ως επικουρική πηγή δεν δύναται να αναπληρώσει από μόνη της τα τεράστια κενά του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος σχετικά με τη διδασκαλία αυτής της ιστορικής περιόδου, ούτε τη γενικότερη υποβάθμιση του μαθήματος της Ιστορίας.

Η τρέχουσα μεταρρύθμιση προμηνύει ένα μέλλον ακόμα πιο ζοφερό. Κάτω από αυτές τις δυσμενείς συνθήκες εναπόκειται στους παιδαγωγούς η σωστή αξιολόγηση και η αξιοποίηση των μαρτυριών.

*Καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Προφορικής Ιστορίας
**Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας


(1) Βλ. Χάγκεν Φλάισερ, «Οι ελληνογερμανικές σχέσεις και ο σωφρονισμός της μνήμης», στο βιβλίο του ίδιου «Οι πόλεμοι της μνήμης. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στη δημόσια ιστορία», Νεφέλη, 2008, 508–538.
(2) Ενώ δεν θεωρεί λήξαν το ζήτημα της πληρωμής συντάξεων σε εθελοντές των SS σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες!

📍 https://www.occupation-memories.org/index.html

Πηγή: www.efsyn.gr