To “Θερμό Φθινόπωρο” της Ιταλίας και η σφαγή της Πιάτσα Φοντάνα

0
78

Στις 12 Δεκεμβρίου 1969, με την πολύνεκρη βομβιστική επίθεση στην Αγρ. Τράπεζα στην Πλατεία Φοντάνα του Μιλάνου, επιβαλλόταν το τέλος του “Θερμού Φθινοπώρου” της Ιταλίας.

Γράφει ο Γιώργης-Βύρων Δάβος*
12 Δεκεμβρίου 2020

Στις 12 Δεκεμβρίου 1969, με την πολύνεκρη βομβιστική επίθεση στην Αγροτική Τράπεζα στην Πλατεία Φοντάνα του Μιλάνου, ουσιαστικά επιβαλλόταν βίαια ένα τέλος στην επελαύνουσα απεργιακή κινητοποίηση, εκείνην την πραγματική πολιτική κοσμογονία, που έμεινε στα χρονικά ως “το Θερμό Φθινόπωρο” της Ιταλίας και απετέλεσε μία από τις πιο αποφασιστικές στιγμές στην παγκόσμια ιστορία το εργατικού κινήματος;. Ταυτόχρονα, το ορόσημο τούτο αποτελεί μία τραγική υπενθύμιση για το πόσο ανενδοίαστα ο κρατικός μηχανισμός μπορεί να θέσει εν έργω τους μηχανισμούς και τα σκοτεινά ερείσματά του για να εξουδετερώσει τη λαϊκή αντίσταση και τις διεκδικήσεις της, μέσα από προβοκάτσιες, κατασυκοφαντήσεις, διαστρεβλώσεις, απηνείς διώξεις, ακόμη και με στυγνές δολοφονίες.

Ακριβώς εκείνην τη στιγμή, η δράση του εργατικού κινήματος είχε φθάσει στον κολοφώνα της, έχοντας “στριμώξει” την εργοδοσία και την κρατική μηχανή, με τη μαζικότητα και την αποφασιστικότητά του. Ξεκινώντας ουσιαστικά από τα επεισόδια του Ιουλίου γύρω από τις διεκδικήσεις των εργατών της Fiat στο Μιραφιόρι και τις συγκρούσεις στις 3 Ιουλίου, ένα τεράστιο κίνημα απεργιών και κινητοποιήσεων συνέγειρε και συνεπήρε ολάκερη τη χώρα, από το Πεδεμόντιο ίσαμε τη Σικελία, προκαλώντας τριγμούς στο ιταλικό μοντέλο ανάπτυξης, που στηρίχθηκε στην εκμετάλλευση της φθηνής εργασίας και την εσωτερική μετανάστευση, που αύξανε τις ανισότητες Βορρά-Νότου και τις ταξικές διακρίσεις. Ο σεισμός του “Θερμού Φθινοπώρου” του 1969 έφερε ηχηρά στο πολιτικό προσκήνιο το εργατικό κίνημα, που αναβιώνοντας τις θριαμβικές στιγμές του 1920 και αποτινάσσοντας τις ήττες του (Φασισμός, πόλεμος, σταλινική αντεπανάσταση) απέδειξε πως με την ισχύ του μπορεί να ξεπεράσει τον κομματικό πατερναλισμό και τη γραφειοκρατία και να υπαγορεύσει από τα κάτω τις εξελίξεις.

Το ιταλικό “θερμό φθινόπωρο” υπήρξε η έκφραση των μετασχηματισμών στο ίδιο το εσωτερικό της εργατικής τάξης, της αλλαγής της διαστρωμάτωσης στο εσωτερικό της βάσει των παραμέτρων που έθετε η “επαγγελματική” απασχόληση στο εργοστάσιο (ειδικότητες, κριτήρια αξιολόγησης της εργασίας, παραγωγικότητα κτλ.) και αποτέλεσε τη στιγμή που βρίσκει την “αντικειμενική βάση” της η εξισωτική πορεία των αγώνων. Εκείνων των αγώνων που μετά την ήττα στη FIAT το 1955, κλιμακώθηκαν έως τα γεγονότα της Πλατείας Στατούτο στο Τορίνο το 1962 και στους κατοπινούς αγώνες, από τα μισά της ίδιας δεκαετίας.

Η έκρηξη των κινητοποιήσεων τον Σεπτέμβριο του ’69 συνέπεσε με τη λήξη των συλλογικών συμβάσεων, ιδίως στην βιομηχανία μετάλλου. Όμως το έδαφος είχε προετοιμασθεί νωρίτερα, κατά τις διεκδικήσεις των εργατών για τις αποζημιώσεις σε ατυχήματα και για την εκλογή εκπροσώπων τους στο Δ.Σ. των επιχειρήσεων. Πλέον, μετά την πρώτη φάση της φρενήρους παραγωγής και της ανάπτυξης στην μεταπολεμική Ιταλία, από τις αρχές της δεκαετίας, η αποσπασματικότητα στη γραμμή παραγωγής, η είσοδος της νέας τεχνικής και η οργάνωση της εργασίας με γνώμονα την σύμβαση κατά επιχείρηση, έχει αλλάξει τα δεδομένα της αντιπροσώπευσης, καθιστώντας ανεπαρκείς τις απλές επιτροπές μέσα στο εργοστάσιο. Την ίδια στιγμή, η κοινωνία και τα κινήματα ήδη βρίσκονταν σε κίνηση, μέσα από τις φοιτητικές κινητοποιήσεις πριν και κατά τη διάρκεια του ’68, την πολιτική και συναισθητική όσμωση των διεθνών εξελίξεων (Βιετνάμ, Παλαιστινιακό, Μάης του ’68, κινητοποιήσεις στη Γερμανία, σοβιετική επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία, το “έπος” του Τσε Γκεβάρα κι ο μύθος του Μάο Τσε Τουνγκ) και έτσι ο σπινθήρας δεν άργησε να πυροδοτήσει παντού στην Ιταλία την απεργιακή έκρηξη. Όμως το φθινόπωρο των Ιταλών εργατών (θρεμμένο από τις αντιαυταρχικές διεκδικήσεις του φοιτητικού κινήματος και του αντι-ιμπεριαλιστικού αγώνα, του “τριτοκοσμισμού” και τη μακρά εμπειρία των αγώνων στα εργοστάσια και στις πλατείες για την αναβάθμιση της εργατικής αντιπροσώπευσης και την είσοδο των συνδικάτων στα εργοστάσια), καίτοι λιγότερο θορυβώδες από τα συνθήματα του Γαλλικού Μάη διήρκεσε περισσότερο και είχε, ακόμη και βραχυπρόθεσμα, απτά αποτελέσματα. Και εάν το σύστημα δεν είχε καταφύγει στην προβοκάτσια της Πιάτσα Φοντάνα στις 12 Δεκεμβρίου 1969, τότε το εργατικό κίνημα θα είχε καταφέρει πολλά περισσότερα αποτελέσματα από το Statuto dei Lavoratori, το “Καθεστώς των Εργαζομένων” του Μαϊου του 1970

Στην Ιταλία, σε αντίθεση με τη Γαλλία, η ανάπτυξη δεν βασίσθηκε στην εργατική δύναμη των ξένων, αλλά απεναντίας στην εσωτερική μετανάστευση φτωχών και ακτημόνων από τον Νότο. Στην Ιταλία, όπου το ημερομίσθιο ήταν πάντα από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη (ακόμη και στην εποχή του boom, προς τούτο και το ‘60 και το ‘70 συνεχιζόταν η εξωτερική μετανάστευση) τα τεράστια ποσοστά παραγωγής επιτυγχάνονται όχι από τη χρήση των τεχνολογικών μέσων και της οργάνωσης της παραγωγής, όπως σε Γερμανία και Γαλλία, αλλά με τον υψηλό βαθμό εκμετάλλευσης του ανθρώπινου παράγοντα, μέσα από τους ρυθμούς και χρόνους εργασίας, τη χρήση κινήτρων (ιδίως του μεταβλητού μέρους του μισθού) και του συστήματος “με το κομμάτι”. Η μεγάλη διαθεσιμότητα από την πλατιά στρατιά ανέργων και φτωχών του Νότου κυρίως, ευνοούσε την εργοδοτική επιλογή τούτη. Η υστέρηση τούτη στην οργάνωση της εργασίας στον χώρο δουλειάς αντανακλούσε φυσικά και στην πρωτόγονη μορφή της εκπροσώπησης των εργατών. Παράλληλα, με την μετανάστευση της πρώτης γενιάς στα αστικά κέντρα και την αστικοποίηση των επιγόνων της, σταδιακά στα πανεπιστήμια και στα εργοστάσια είχε πλασθεί μία νέα τάξη: αυτή του, φτωχού, εργάτη-φοιτητή, του φοιτητή-προλετάριου. Για τον λόγο τούτο, από την πρώτη στιγμή ξεπήδησε μία φυσική οργανική σχέση (και όχι θεωρητική όπως στον γαλλικό Μάη) ανάμεσα στο φοιτητικό και το εργατικό κίνημα. Κατά συνέπεια πλάι στο αίτημα για την αύξηση του μισθού και τη μείωση του ωραρίου, τυποποιήθηκε και το αίτημα του δικαιώματος σπουδών, αλλά και διαμορφώθηκε και ένα ευρύτερο πλαίσιο διεκδικήσεων, που καθόρισαν το εργασιακό καθεστώς και στα επόμενα χρόνια, όπως οι πληρωμένες γενικές συνελεύσεις και η εξίσωση διοικητικών υπαλλήλων και εργατών στη γραμμή παραγωγής, δικαιώματα για τις εργαζόμενες μητέρες.

Από τις αρχές του έτους, η Fiat ήλθε αντιμέτωπη με σοβαρές κινητοποιήσεις όταν αποφάσισε να μειώσει μισθούς σε ορισμένες κατηγορίες εργατών, και όταν τόλμησε να απολύσει 30.000 απεργούς, οι αντιδράσεις ήσαν τέτοιες που αναγκάσθηκε να κάνει πίσω. Το ίδιο επαναλήφθηκε τον Σεπτέμβριο, με την Fiat να κατηγορεί εργαζόμενους για σαμποτάζ: τουλάχιστον 14.000 εργαζόμενοι ήλθαν αντιμέτωποι από τον Οκτώβριο αντιμέτωποι με 60 διαφορετικά κατηγορίες. Το αποτέλεσμα ήταν να οργανωθούν απεργιακές κινητοποιήσεις, που γονάτισαν τη γραμμή παραγωγής, οδήγησαν σε βίαια επεισόδια και είχαν σαν αποτέλεσμα η θρυαλλίδα των καταλήψεων να εξαπλωθεί σε όλον τον βιομηχανικό Βορρά. Καταλήφθηκε η Pirelli κι άλλες μεγάλες επιχειρήσεις-σύμβολα, χιλιάδες φοιτητές κι εργάτες από όλη την Ιταλία συρρέουν έξω από τα εργοστάσια και οργανώνουν διαδηλώσεις σε όλες τις πόλεις για να συμπαρασταθούν στους απεργούς, να στηρίξουν τα αιτήματά τους, αλλά και να διατρανώσουν τη βούλησή τους για αλλαγές στην κοινωνία και την πολιτική. Η πάλη των εργατών, μπολιασμένη από την εμπειρία των σπουδαστικών αγώνων, εμπλουτισμένη με την οργανωτική δύναμη των ελεύθερων συνελεύσεων, τη σύσφιξη των σχέσεων ανάμεσα σε οργανωμένους εργάτες και στα μη εγγεγραμμένα μέλη, την όσμωση με τους αλληλέγγυους (σπουδαστές, κοινωνία, εργάτες άλλων κλάδων), αλλά και τις νέες τακτικές που εδράζονται στην αρχή “ελάχιστη ζημιά στους εργάτες, μέγιστη στο Κεφάλαιο” και περιλαμβάνουν λεπτομερώς διαρθρωμένες απεργίες, στάσεις μεμονωμένων τμημάτων, βραδύτητα, στάσεις για συνελεύσεις κτλ. έδωσε νέα διάσταση στην οργάνωση και εκτέλεση των αγώνων.

Το παράδειγμα των βιομηχανικών εργατών ακολουθούν κι άλλοι παραγωγικοί τομείς ή ομάδες εργαζομένων (νοσοκομεία, εκδόσεις, μεταφορές, εκπαιδευτικοί κ.ο.κ) και άλλοι απασχολούμενοι που δεν καλύπτονται από κλαδικές συμβάσεις (κομμωτήρια, ράφτρες, νταντάδες, βιοτεχνίες κτλ.). Έτσι, ο σπινθήρας των κινητοποιήσεων έβαλε σε κίνηση ένα εξαιρετικά ευρύ κοινωνικό φαινόμενο: Το κύμα των διεκδικήσεων βγάζει στους δρόμους πάνω από 5 εκατ. εργαζομένους, ενώ εκατομμύρια είναι και οι αλληλέγγυοι που στηρίζουν με κάθε τρόπο τους απεργούς, σφίγγοντας τον κλοιό γύρω από τα εργοστάσια και πλημμυρίζοντας τους δρόμους των πόλεων στα τέσσερα σημεία της Ιταλίας. Άλλωστε, η άνοδος των τιμών των προϊόντων, η μείωση της αγοραστικής δύναμης για τα χαμηλά εισοδήματα, η μαυλιστική πίεση του καταναλωτισμού (που φυσικά παρά τις επαγγελίες του και τον διαφημιστικό του λούστρο, δεν είναι ισότιμος για όλους) ήσαν κοινά προβλήματα όλης της κοινωνίας. Μία κοινωνία, η οποία μέσα από τις διεκδικήσεις έμαθε και διέπλαθε ταξική συνείδηση και αντιλαμβανόταν πως με την κοινή δράση μπορεί να εξασφαλίσει δικαιώματα. Μέσα στη διάρκεια του ιταλικού “φθινοπώρου” συντελέσθηκε μία διαδικασία “αλλαγής” της παλιάς με την νέα εργατική πρωτοπορία, που εκβάλλει σε έναν νέο ιδεολογικό-συνδικαλιστικό προσανατολισμό και σε μία μεταβολή και διεύρυνση της στόχευσης, από το στενά “συνδικαλιστικό” στο πλατιά “πολιτικό”.

Ωστόσο, όπως συμβαίνει σε τέτοιου είδους παλλαϊκές κινητοποιήσεις, πάντοτε υπάρχει ένα σημείο καμπής που αλλάζει την δυναμική της πορείας τους. Στις 19 Νοεμβρίου στο Μιλάνο, στη διάρκεια μεγαλειώδους διαδήλωσης, ξεσπούν επεισόδια κοντά στο Πανεπιστήμιο. Στη διάρκειά τους συγκρούονται δύο τζιπ της αστυνομίας, την ώρα που προσπαθούσαν πέφτοντας στο πλήθος να σταματήσουν την συγκέντρωση και λόγω της έλλειψης ορατότητας από τη σύγκρουση σκοτώνεται ο αστυνομικός Ανναρούμμα. Μολονότι πρόκειται για ατύχημα, η “μονταζιέρα” του κράτους και των φιλικών μέσων ενημέρωσης μπαίνει σε κίνηση, με τις αρχές επιρρίπτουν την ευθύνη στους διαδηλωτές, τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Σάραγκατ να μιλάει για “δολοφονία”, τον Ανναρούμμα να αναδεικνύεται σε μάρτυρα και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης διογκώνουν την αντεργατική προπαγάνδα.

Η σύγκρουση των εργατών με το κράτος και τους μηχανισμούς του, που πλέον έχει αρχίσει να δείχνει πως εκείνο είναι ο εχθρός, έχει αρχίσει πλέον να οξύνεται. Η θετική μαζική εμπειρία έξω από τα εργοστάσια, η δυνατότητα αυτοοργάνωσης που έδειξαν οι παραγωγικοί κλάδοι έξω από τους κλασικούς κορπορατιστικούς και κομματικούς σχηματισμούς, οδήγησε στη δημιουργία νέων πολιτικών υποκειμένων και κι αυτόνομων οργανώσεων της Αριστεράς, όπως η Προλεταριακή Αυτονομία του Τόνι Νέγκρι και η Lotta Continua (Διαρκής Πάλη). Κάποιες από αυτές αργότερα θα ενσωματωθούν στις τάξεις της τρομοκρατίας στη διάρκεια των “Μολυβένιων Χρόνων”.

Στις 28 Νοεμβρίου στη Ρώμη καταγράφεται το τελευταίο επικό επεισόδιο του Θερμού Φθινοπώρου, με την πάλλουσα διαδήλωση 100.000 μεταλλουργών από όλη την Ιταλία. Είναι φανερό ότι το κίνημα βρίσκεται στον κολοφώνα του. Τότε το κράτος αποφασίζει να δράσει, όχι μόνο manu militari, όπως μέχρι τότε, αλλά στρατολογώντας τις νεοφασιστικές ομάδες και ασκώντας την ‘μαύρη τρομοκρατία’. Στις 12 Δεκεμβρίου 1969, η πολύνεκρη έκρηξη στην γεμάτη κόσμο Αγροτική Τράπεζα στην Πλατεία Φοντάνα του Μιλάνου, με 17 νεκρούς και 88 τραυματίες, που αρχικά αποδόθηκε στους αναρχικούς, η κατασυκοφάντηση του κινήματος από τα οργανικά του καθεστώτος μέσα ενημέρωσης, εξανάγκασαν το κίνημα στο εξής να βρίσκεται σε θέση άμυνας. Στις 21 Δεκεμβρίου συμφωνήθηκε νέα κλαδική σύμβαση με ικανοποιητικούς όρους, η οποία επικυρώθηκε τον Ιανουάριο του επόμενου έτους.

Το επεισόδιο της Πιάτσα Φοντάνα, και ό,τι επακολούθησε, και που ακόμα η μηχανορραφία του απασχολεί την ερευνητική και πολιτική βιβλιογραφία αποτελεί ένα δείγμα της βρώμικης διαχείρισης της κρίσης των Μολυβένιων Χρόνων (Anni di Piombo) από το ιταλικό πολιτικο-δικαστικό κατεστημένο, τις μυστικές υπηρεσίες, και την πανταχού παρούσα CIA (με τις διάφορες επιχειρήσεις Gladio, που άπλωναν κι απλώνουν τα παρακλάδια της και στην Ελλάδα). Αποτελεί την εναρκτήρια πράξη της “Πολιτικής της Έντασης” που εγκαινίαζαν οι κρατικοί μηχανισμοί, για να καταπνίξουν και διαλύσουν διά της βίας και την καταιγιστική λαϊκή αγανάκτηση για τις πολιτικές λιτότητας που προωθούσαν οι εργοδότες, αλλά και να γονατίσουν και καθυποτάξουν το ανερχόμενο κίνημα της Αυτονομίας, που ιδίως με την Lotta Continua και την Potere Operaio είχαν κλιμακώσει και διευρύνει τη δράση τους από τον συνδικαλισμό μέσα και έξω από τα εργοστάσια, στις ευρύτερες κοινωνικές και δικαιωματικές διεκδικήσεις, συσπειρώνοντας όλο και περισσότερες μάζες νεολαίων, όχι μόνον φοιτητών αλλά και ριζοσπαστικοποιημένων εργατών.

Ιδιαίτερα την μεθόδευση τούτη επιμαρτυρούν και τεκμηριώνουν τα γεγονότα που οδήγησαν στην αρχική ενοχοποίηση του αναρχικού χώρου, που κορυφώθηκε με την “αυτοκτονία” του αναρχοσυνδικαλιστή Τζουζέπε Πινέλι μέσα στο αστυνομικό τμήμα (που τόσο γλαφυρά αποτύπωσε θεατρικά ο Ντάριο Φο στο “Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού”) και τη σύλληψη, διαπόμπευση και παρά την απόδειξη της αθωότητάς του παραπομπή σε δίκη και (σε αντίθεση με τους πραγματικούς ενόχους που έμειναν σχεδόν ατιμώρητοι) στην καταδίκη, του επίσης αναρχικού Πιέτρο Βαλπρέντα. Μία στρατηγική που είχε ως κύριο μέλημα τον εξοπλισμό των ακραίων νεοφασιστικών στοιχείων, όπως της “Νέας Τάξης” (Ordine Nuovo) του Πίνο Ράουτι και την επιμελητειακή, πολιτική, επικοινωνιακή τους συνδρομή στο να πραγματοποιούν ένοπλες προβοκάτσιες, τις οποίες οι μηχανισμοί ελέγχου της κοινής γνώμης απέδιδαν στην “κόκκινη τρομοκρατία”. Μέχρι κι ο τοτινός πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας Σάραγκατ είχε επιστρατευθεί για να συκοφαντήσει τις αριστερές οργανώσεις και το πρωτοποριακό συνδικαλιστικό και φοιτητικό κίνημα της εποχής, ενώ ο αστικός Τύπος σύγκορμα συντασσόταν με την κυβερνητική γραμμή και πλειοδοτούσε στην συκοφάντηση και την διαστρέβλωση των γεγονότων (που αναδεικνύει με ανατριχιαστική ακρίβεια και ευστοχία Μάρκο Μπελόκιο στην ταινία του “Χτύπα το τέρας στην πρώτη σελίδα”, με έναν μεγαλειώδη Τζαν-Μαρία Βολοντέ στον ρόλο του μη ορρωδώντος προ ουδενός εξωνημένου αρχισυντάκτη).

Η σφαγή της Πιάτσα Φοντάνα, ήταν το τελευταίο σκαλί ενός σχεδίου που είχε οργανωθεί στην εντέλεια: πρώτα έγιναν οι αναίμακτες πρόβες στις εκρήξεις τον Απρίλιο του ‘69 στη Φιέρα και στον σταθμό του Μιλάνο, και κατόπιν σε διάφορα τραίνα, προτού δοθεί το αποφασιστικό κι αιματηρό πλήγμα του Δεκέμβρη (όπως έτσι είχε προβαρισθεί κάποια χρόνια αργότερα κι η απαγωγή του Μόρο, με την αναίμακτη απαγωγή του Ντε Μαρτίνο το ‘77). Όχι μόνον η έκρηξη στην Πιάτσα Φοντάνα, αποδείχθηκε πως υπήρξε οργανωμένο σχέδιο και εκτέλεση των νεοφασιστικών στοιχείων, αλλά επίσης και πολλές άλλες παρόμοιες ενέργειες, από τη δολοφονία αστυνομικών στο Φρίουλι και αλλού, έως την πολύνεκρη βομβιστική επίθεση στον σταθμό της Μπολόνια το 1980.

Άλλωστε, είτε οι έρευνες, είτε τυχαία περιστατικά επιβεβαίωσαν στο κύλισμα του χρόνου το πόσο ευσταθούσε το (επιστημονικής φαντασίας, υπό άλλες συνθήκες) σενάριο για συνεργασία όλων αυτών των κύκλων, περιλαμβανομένης και της CIA: η σύλληψη το 1972 του “Νεοταξικού” Φράνκο Φρέντα και η διαπίστωση ότι τα εκρηκτικά της έκρηξης προέρχονταν από τον κύκλο του ή η απαγγελία κατηγοριών το 1998 από τον μιλανέζο δικαστή Γκουΐντο Σαλβίνι κατά του αμερικανού αξιωματικού Ντέιβιντ Κάρετ, σταθμάρχη της CIA, για στρατιωτική κατασκοπία και άμεση συμμετοχή στα γεγονότα της Πιάτσα Φοντάνα.

Το ίδιο το γεγονός της Πιάτσα Φοντάνα, αλλά και το σκάνδαλο ότι ακόμη σήμερα οι ιθύνοντες νόες, όπως και οι φυσικοί αυτουργοί, παραμένουν κάποιοι ακαταδίωκτοι, ασύλληπτοι και ατιμώρητοι για χρόνια, υπενθυμίζει επίσης την εγγενή δυνατότητα που έχει το κράτος να ασκεί αποκλειστικά εκείνο την τρομοκρατία. Γιατί πάντοτε τα κράτη που αντιμετωπίζουν μία σοβαρή κοινωνική κρίση καταφεύγουν πάντοτε και μόνο στην, λεγόμενη αμυντική τρομοκρατία, μία έμμεση μορφή τρομοκρατίας, η οποία πρέπει πάση θυσία να φαίνεται πως στρέφεται εναντίον τους.

Το Θερμό Φθινόπωρο είχε τελειώσει άδοξα με την Πιάτσα Φοντάνα, όμως οι κοινωνικές και πολιτικές διεκδικήσεις, κάτω από την πίεση του νέου “εμφυλίου πολέμου” περνούσε πια σε νέα φάση: από τους δρόμους στην παρανομία, από τις μαζικές κινητοποιήσεις στα όπλα.

* Ο Γιώργης-Βύρων Δάβος εργάζεται ως δημοσιογράφος και κριτικός Τέχνης και διδάσκει Αισθητική στην Ακαδημία της Μπρέρα (Μιλάνου) και Κοινωνιογλωσσολογία και Λογική Φιλοσοφία της Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο του Βίγο (Ισπανία), ενώ στον ελεύθερο χρόνο του….γράφει.

Πηγή:kosmodromio.gr