Τράμπ κατά Μπάιντεν. Ο καπιταλισμός και οι αντιφάσεις του

0
565

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Η σημερινή παγκόσμια συγκυρία, αν δούμε το τι συμβαίνει στις αμερικανορωσικές και σινοαμερικανικές σχέσεις, στην ευρεία Μέση Ανατολή, στη Λατινική Αμερική, στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, στην παγκόσμιο οικονομία και στις κοινωνικές εξεγέρσεις από την Αμερική στον Λίβανο και από τη Βολιβία στη Γαλλία, έχει αρκετές ομοιότητες με ότι συνέβη κατά τα έτη 1914, 1929 και 1939, δηλαδή με τις χρονιές που ξέσπασαν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και η μεγάλη παγκόσμια οικονομική κρίση. Στην πραγματικότητα, μόνο η ύπαρξη των πυρηνικών όπλων έχει εμποδίσει την έκρηξη παγκοσμίου πολέμου με τη μορφή που τον ξέραμε. Αλλά ζούμε, χωρίς αμφιβολία, ήδη, σε περιβάλλον παγκοσμίου πολέμου “χαμηλής έντασης”, σε slow motion. Όσο για τη συνείδηση της ανθρωπότητας δεν φαίνεται να έχει κάνει μεγάλες προόδους από τον 20ό αιώνα, να διαθέτει σήμερα καλύτερη πολιτική σκέψη και συνείδηση από ότι στο παρελθόν, για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα είτε των οικονομικών κρίσεων, είτε των γεωπολιτικών ανταγωνισμών.

Υπάρχει όμως τώρα και μια τεράστια διαφορά εν σχέσει με το παρελθόν, όχι μόνο με τον Εικοστό Αιώνα, αλλά με όλη την ανθρώπινη ιστορία. Ο Άνθρωπος ανέπτυξε, μετά το 1945, παραγωγικές δυνάμεις και τεχνολογίες που κινδυνεύουν να καταστρέψουν την ίδια τη ζωή στον πλανήτη και που παρέχουν επίσης την υλική, τεχνολογική βάση ενός Ολοκληρωτισμού χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Υπάρχει ο κίνδυνος μιας πυρηνικής και η βεβαιότητα (αν δεν ληφθούν εντός των επομένων 10 ετών ριζικά μέτρα) μιας κλιματικής καταστροφής. Υπάρχει η βαθιά διαταραχή της σχέσης του Ανθρώπου με τη Φύση, η ραγδαία αστικοποίηση, η προσφυγή στην βιομηχανική, υπερεντατική και χημική ή και γενετικά τροποποιημένη γεωργία, η μαζική μόλυνση του περιβάλλοντος και του ανθρωπίνου σώματος και μυαλού. Υπάρχουν τα πειράματα με το DNA, η δυνατότητα ευρύτατης παρακολούθησης, χειραγώγησης και αποβλάκωσης των ανθρώπων από τους γίγαντες του ίντερνετ, υπάρχει και το Τέρας της αναδυόμενης Τεχνητής Νοημοσύνης.

Οι νέες τεχνολογίες, η συσσωρευμένη τεράστια γνώση και οι νέες παραγωγικές δυνάμεις βρίσκονται ως επί το πλείστον στα χέρια μικρών ομάδων ιδιωτικών ολιγοπωλίων ή μονοπωλίων, που ελέγχουν στην πραγματικότητα το ίδιο το μέλλον της ζωής στη Γη, χωρίς κανένα πραγματικό δημοκρατικό, κοινωνικό και διεθνή έλεγχο. Μικρές ομάδες που καθορίζονται από την επιθυμία μεγιστοποίησης του κέρδους και της κυριαρχίας τους, ει δυνατόν σε όλες τις σφαίρες της ζωής και αναπτύσσονται στο σώμα της ανθρωπότητας, όπως ο καρκίνος στο σώμα του ανθρώπου.

Έχουμε ξεκινήσει μια σειρά πρωτοφανών πειραμάτων, ικανών να τερματίσουν τον βίο μας ως είδους εντός του τρέχοντος αιώνα, αν δεν πάρουμε αποφασιστικά μέτρα, αν δεν αλλάξουμε στην πραγματικότητα εκ βάθρων το κοινωνικό και διεθνές μας σύστημα και τον πολιτισμό μας. Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την προέλευση του κορονοϊού, μπορούμε όμως να είμαστε βέβαιοι ότι συνιστά μια απλή, ήπια μόνο πρόγευση της Κόλασης που ετοιμάζουμε.

Θεωρητικά, οι νέες παραγωγικές δυνάμεις και τεχνολογίες παρέχουν τη δυνατότητα στον Άνθρωπο να περάσει από το βασίλειο της Ανάγκης στο βασίλειο της Ελευθερίας. Είναι σήμερα δυνατή η κάλυψη του μεγαλύτερου μέρους των εύλογων αναγκών του παρόντος και ενός αρκετά μεγαλύτερου ανθρώπινου πληθυσμού, κάτι που δεν συνέβαινε στο παρελθόν. Αλλά αυτό θα προϋπέθετε την αντικατάσταση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και διανομής και μια ριζική αλλαγή στη σφαίρα του πολιτισμού. ‘Όχι μόνο δεν διαφαίνεται κάτι τέτοιο στον ορίζοντα σήμερα, δεν τίθεται καν ως αξιόπιστη πρόταση, ως εναλλακτικό όραμα, από καμιά ισχυρή πολιτική δύναμη ή κράτος.

Η σκιά της σοβιετικής κατάρρευσης

Η ανθρωπότητα εξακολουθεί να ζει σε μεγάλο βαθμό υπό το κράτος της βαθιάς και καταλυτικής επίδρασης που είχε πάνω της η σοβιετική κατάρρευση (εν πολλοίς αυτοκτονία, αφού δεν προήλθε από ξένη εισβολή ή πόλεμο, αλλά από την προσχώρηση μεγάλου μέρους των σοβιετικών ελίτ στη Δύση και τον Καπιταλισμό). Ανεξάρτητα από τη γνώμη που μπορεί κανείς να έχει για το σοβιετικό καθεστώς όπως εξελίχθηκε, το σοβιετικό «πείραμα» απετέλεσε τη σπουδαιότερη, ίσαμε με τώρα, απόπειρα δημιουργίας μιας κοινωνίας εναλλακτικής προς τον Καπιταλισμό από τις ίδιες τις κατώτερες, λαϊκές και πληβειακές τάξεις, σε συνέργεια με πρωτοπόρους διανοούμενους, που συνέθεσαν την πείρα του εκπληκτικού “χρυσού αιώνα” της πνευματικής Ρωσίας (1825-1932), με την εμπειρία ογδόντα χρόνων ευρωπαϊκού εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος. Πείραμα που ξεκίνησε, ανεξάρτητα από την πορεία που πήρε στη συνέχεια, εκφράζοντας τη φιλοδοξία να κάνει τον Άνθρωπο υποκείμενο της Ιστορίας του και την κοινωνία ιδιοκτήτη της Οικονομίας. Έτσι, η κατάρρευσή του βιώθηκε ως το τέλος της Ουτοπίας.

Μόνο τώρα, δύο και τρεις δεκαετίες μετά, αρχίζουν να κάνουν δειλά την εμφάνισή τους δυνάμεις που αρχίζουν και θέτουν ξανά το ζήτημα της ανατροπής του Καπιταλισμού, έστω και υπό τη μορφή διακήρυξης. Συνέβη με τον Τσάβες στη Βενεζουέλα, με τον Κόρμπιν στη Βρετανία, με τα Κίτρινα Γιλέκα στη Γαλλία και με την αμερικανική νεολαία που υποστήριξε τον Σάντερς. Ζώντας στην καρδιά του Καπιταλισμού, οι πολύ νέοι Αμερικανοί αποκτούν καθαρότερη συνείδηση της πραγματικής κοινωνικής κατάστασης και, παρόλο που δεν έχουν ίσως διαβάσει ούτε μία σοσιαλιστική εφημερίδα ή βιβλίο στη ζωή τους, απαντούν τώρα στις δημοσκοπήσεις ότι είναι υπέρ του Σοσιαλισμού (και αυτό στην πιο αντι-σοσιαλιστική και αντι-κομμουνιστική ίσως χώρα του πλανήτη έως πρόσφατα!). Αλλά, βέβαια, έχουν να αντιμετωπίσουν ένα σύστημα που χρησιμοποίησε τις σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μη αμφισβήτησης για να ελέγξει κατά τρόπο πρωτοφανή (συνήθως δι’ εξαγοράς) το πολιτικό, δημοσιογραφικό και πανεπιστημιακό προσωπικό και να καταδιώξει κάθε ανεξάρτητο διανοούμενο, ικανό να προσφέρει στις κοινωνίες τις εναλλακτικές που χρειάζονται.  Γι’ αυτό και συχνά η νεανική αμφισβήτηση αναγκάστηκε να προσφύγει στις μεγάλες ηλικίες (Σάντερς, Κόρμπιν) αφού δεν μπόρεσε να βρει εκφραστές στις ενδιάμεσες ή τις νεώτερες.

Στο περιβάλλον κυριαρχίας (και βαθιάς παρακμής ταυτόχρονα) του πολιτισμού του Χρήματος, οι νέες τεχνολογίες και παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύχθηκαν μετά το 1945, χρησιμοποιούνται κατά τρόπο που παροξύνει τους ανταγωνισμούς, θέτει σε άμεσο κίνδυνο το φυσικό και βιολογικό ακόμα κεφάλαιο (και την ίδια την επιβίωση) της ανθρωπότητας και επιτείνει την οικονομική κρίση και τις κοινωνικές ανισότητες, τόσο στο εσωτερικό των κρατών, όσο και σε πλανητική κλίμακα.

 Από το ιδεώδες της προόδου στο «ιδεώδες» της καταστροφής

Αν στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και το καπιταλιστικό και το «σοσιαλιστικό» στρατόπεδο όριζαν τις επιδιώξεις τους με όρους παγκόσμιας προόδου, σήμερα η έννοια αυτή, βασική στο ανθρώπινο εγχείρημα από την Αναγέννηση και δώθε, δείχνει να έχει εγκαταλειφθεί. «Όλοι ξέρουμε ότι οι επόμενες γενηές θα ζουν χειρότερα από τις τωρινές», είπε μια μέρα ο Μπαρόζο, Πρόεδρος τότε της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και νυν υψηλά ιστάμενο στέλεχος της Goldman Sachs, χωρίς μάλιστα κανείς να τον εγκαλέσει για μια τόσο καταπληκτική δήλωση. Για ποιο λόγο να ζούμε χειρότερα, ενώ ο κόσμος μας γίνεται συνολικά πλουσιότερος και με όλο και αποτελεσματικότερες τεχνολογίες;

Ο Πρόεδρος Τραμπ από την πλευρά του το μόνο που έχει να μας προτείνει είναι πόλεμος κατά πάντων. Πόλεμος κατά της Κίνας, κατά του Ιράν, κατά εν γένει του Νότου και της Ανατολής, πόλεμος ακόμα και εναντίον των συμμάχων της Αμερικής αλλά και στο εσωτερικό των αμερικανικών πόλεων, πόλεμος κατά του Κλίματος και κατά του Πολιτισμού. Στην πραγματικότητα και πόλεμος κατά της Ρωσίας, αν τον κρίνουμε όχι από τις παραπλανητικές εντυπώσεις που θέλει να δημιουργεί (όπως και ο Χίτλερ μέχρι να επιτεθεί στη Ρωσία), αλλά από το έργο της κυβέρνησής του.

Ας μας επιτραπεί, για να δούμε καλύτερα γιατί το δυτικό καπιταλιστικό σύστημα παρήγαγε έναν Τραμπ (και επίσης έναν Τζόνσον, έναν Μπολσονάρου, ένα Μόντι και ένα Νετανιάχου), ως απάντηση στην κρίση του, μια σύντομη αναφορά στην περίοδο που ξεκινάει με τη σοβιετική κατάρρευση – αυτοκτονία του 1989-91, «ιδρυτικό» τρόπον τινά για την εποχή μας ιστορικό γεγονός (όπως ένα άλλο «ιδρυτικό» γεγονός ήταν, για τον Εικοστό Αιώνα, η Ρωσική Επανάσταση του 1917).

 Η Αυτοκρατορία του Χρήματος

Η εποχή μας, η εποχή μετά το 1989-91, χαρακτηρίζεται από την κατακόρυφη άνοδο της «Αυτοκρατορίας του Χρήματος», του παγκόσμιου χρηματιστικού Κεφαλαίου και όσων το ελέγχουν, μιας Αυτοκρατορίας που μοιάζει ενίοτε πιο ισχυρή και από την Αμερικανική. Επιδιώκει τη θεμελίωση μιας αιώνιας κυριαρχίας του Χρήματος πάνω στον Άνθρωπο, το «Τέλος της Ιστορίας» κατά Φουκουγιάμα, την αναίρεση δηλαδή όλων των αγώνων για ελευθερία και την πλήρη αντιστροφή του ρητού του Πρωταγόρα από τα ‘Αβδηρα, «πάντων χρηµάτων µέτρον ἐστίν ἄνθρωπος, τῶν µέν ὄντων ὡς ἐστιν, τῶν δέ οὐκ ὄντων ὡς οὐκ ἔστιν». Υπό την έννοια αυτή είναι ολοκληρωτική, αν και διατηρεί ακόμα τις αναφορές στο δημοκρατικό καθεστώς και μια στοιχειώδη σχέση με τον Ορθολογισμό.

Δημιούργημα του ανθρώπου το Χρήμα γίνεται αφέντης του, τείνει να ρυθμίζει πλέον όλες τις σφαίρες του ζώντος. Στην προσπάθεια να επικρατήσει παγκόσμια και να δημιουργήσει τον Homo Economicus που χρειάζεται, ανθρώπους χωρίς κοινωνική αναφορά και χωρίς ηθική, είτε ισοπεδώνει, είτε «καταλαμβάνει» και κενώνει περιεχομένου όλους τους παραδοσιακούς θεσμούς και όλες τις παραδοσιακές ισχυρές ταυτότητες, όπως είναι τα έθνη, τα κράτη, οι λαοί, οι παραδοσιακές ιδεολογίες και θρησκείες, κάθε είδους ισχυρές ταυτότητες, ακόμα και το φύλο, παρά τον βιολογικό του καθορισμό. Ο Καπιταλισμός μεταβαίνει σταδιακά στην περίοδο αυτή από την νεοφιλελεύθερη εκδοχή του στον Καπιταλισμό της Καταστροφής και εξελίσσεται σε είδος «Νεοφεουδαρχίας» του Χρήματος.

Η «Παγκοσμιοποίηση» δεν είναι παρά η απόπειρα επιβολής, μετά την κατάρρευση του «σοσιαλιστικού» μπλοκ, των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και διανομής και του συνοδεύοντος πολιτισμού σε όλο τον πλανήτη.

 Η Αυτοκρατορία «διασπάται» ως προς τις μεθόδους και τις ιδεολογίες

Ο ηγετικός πυρήνας της Αυτοκρατορίας του Χρήματος, της Αμερικής και ολόκληρης της Δύσης ενοποιείται γύρω από αυτή την κεντρική επιδίωξη, την πληρέστερη δυνατή κυριαρχία της Δύσης και του Κεφαλαίου σε όλη τον πλανήτη και σε όλες τις μορφές της ζωής. Ταυτόχρονα όμως αναπτύσσονται και διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό του, που αντανακλούν εν μέρει, κληρονομούν και τις αντιθέσεις που είχαν αναπτυχθεί στα πλαίσια του καπιταλισμού στο παρελθόν.

Θυμίζουμε ότι στη δεκαετία του 1930 είχαμε τη διάσπαση και οξύτατη σύγκρουση ανάμεσα στον «δημοκρατικό ιμπεριαλισμό» (Τσώρτσιλ, Ρούζβελτ) και τον «ολοκληρωτικό ιμπεριαλισμό» (Χίτλερ, Μουσολίνι, Ιαπωνία). Αργότερα είχαμε, στο αγγλοαμερικανικό κατεστημένο, την εμφάνιση μιας μειοψηφικής μεν, πλην ισχυρής ολοκληρωτικής τάσης, αυτής που ήθελε να πάει σε πόλεμο με την ΕΣΣΔ το ταχύτερο δυνατό, ακόμα και πριν τελειώσει ο Β’ Παγκόσμιος, της ίδιας που πιθανώς οργάνωσε τη δολοφονία των αδελφών Κέννεντι και του Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, του Κίσσινγκερ, οργανωτή των πραξικοπημάτων στη Χιλή το 1973 και στην Κύπρο το 1974. Είχαμε τους «προγόνους» των Νεοσυντηρητικών όπως το αμερικανοεβραϊκό περιοδικό Commentary, τον Οντέτ Γινόν, που διακηρύσσει ότι ο Ανθρωπισμός είναι παρωχημένος και τον Χάντινγκτον που υποστήριζε από τότε ότι τα φυσικά όρια του πλανήτη καθιστούν  αδύνατη τη γενίκευση της δημοκρατίας.

Η τάση αυτή δεν πείστηκε ποτέ ότι η «ευτυχής παγκοσμιοποίηση», η ελκτική δύναμη του δυτικού παραδείγματος και η αυτόματη λειτουργία του καπιταλισμού επαρκεί για να εξασφαλίσει την αιώνια νίκη του. Χρειάζεται για μια τέτοια επιδίωξη και πολύ μεγάλη δόση στρατιωτικής βίας και εξαναγκασμού, χρειάζεται επίσης η χρήση των εθνικών και θρησκευτικών ταυτοτήτων, στα πλαίσια του «Διαίρει και Βασίλευε» και της «Στρατηγικής του Χάους” και της «Σύγχυσης», που τόσο ανάγλυφα βλέπουμε σήμερα τις εκδηλώσεις τους όπου κι αν κυττάξουμε. Η ομάδα αυτή δεν διαφωνεί με τους κλασικούς νεοφιλελεύθερους Παγκοσμιοποιητές ως προς την τελική επιδίωξη, διαφωνεί όμως για το ποια μέσα και ποιες ιδεολογίες είναι κατάλληλες για τον σκοπό.

Ήδη το 1993, ο Χάντινγκτον αντιτάσσει τον “Πόλεμο των Πολιτισμών” στο «Τέλος της Ιστορίας» του Φουκουγιάμα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οι εκθέσεις Τζερεμάια και Βούλφοβιτς περιγράφουν μια «προ-ενεργό» (proactive) στρατηγική για να διατηρήσουν οι ΗΠΑ την παγκόσμια ηγεμονία, επιδίωξη που είναι ο διακηρυγμένος σκοπός του «Σχεδίου για έναν Αμερικανικό Αιώνα». Μέσα στη δεκαετία του 1990, μια ομάδα υπό τον Ρίτσαρντ Περλ καταρτίζει για λογαριασμό και με χρηματοδότηση του Νετανιάχου το σχέδιο της εισβολής στο Ιράκ και των πολέμων στη Μέση Ανατολή που θα ακολουθήσουν στη δεκαετία του 2000. Δολοφονούνται ο Γιτζάκ Ράμπιν και ο Γιάσερ Αραφάτ, μεγάλα εμπόδια στο δρόμο του Πολέμου.

Η τάση αυτή, επειδή είναι μειοψηφική και επειδή το πρόγραμμά της προκαλεί οξείες αντιδράσεις αποκαλυπτόμενο, χρησιμοποιεί κατά σύστημα μεθόδους «πραξικοπημάτων», παραπλάνησης και «εισοδισμού» για να πετύχει τους σκοπούς της. Καταφέρνει με τη νοθεία στη Φλόριντα να πάρει την εξουσία (Μπους, Τσένει, Ράμσφελντ) και ξετυλίγει το πρόγραμμά της, χρησιμοποιώντας την 11η Σεπτεμβρίου (που πιθανότατα δεν απέτρεψε ενώ μπορούσε) για να εγκαινιάσει τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», δηλαδή του Ισλάμ και να εισβάλλει στο Ιράκ. Η εισβολή αυτή είναι, πρώτον, ένα υποκεφάλαιο του Πολέμου των Πολιτισμών του Χάντινγκτον, δεύτερον μια άσκηση αυτοκρατορικής εξουσίας, εμμέσως πλην σαφώς απευθυνόμενης επίσης στη Ρωσία, την Κίνα και την Ευρώπη, τρίτον η υλοποίηση μιας πολύ βασικής επιδίωξη του Ισραήλ υπό τον Νετανιάχου που θα ήθελε να καταστρέψει οποιοδήποτε καθεστώς του αραβο-μουσουλμανικού κόσμου δυνάμενο να απειλήσει την ισραηλινή παντοδυναμία στη Μέση Ανατολή. ‘Όπως περνάμε από τον νεοφιλελεύθερο στον καπιταλισμό της καταστροφής, έτσι κι εδώ περνάμε από τον ιμπεριαλισμό της κατάκτησης σε αυτόν της καταστροφής.

Το Ιράκ ήταν το πρώτο πιάτο, αλλά ο προγραμματισμός των Νεοσυντηρητικών ήταν η ανατροπή σε 2-3 χρόνια όλων των καθεστώτων της Μέσης Ανατολής έως το Ιράν, αλλά και της Βόρειας Κορέας. ‘Όπως η επέμβαση και διάλυση της Γιουγκοσλαβίας ήταν η «γενική δοκιμή» για τους πολέμους της Μέσης Ανατολής, έτσι και οι τελευταίοι είναι «γενική δοκιμή» για αυτό που θα ακολουθήσει ή και ακολουθεί (π.χ. στην πρ. ΕΣΣΔ).

‘Όπως στην οικονομία έχουμε τη μετάβαση από τον νεοφιλελεύθερο στον καπιταλισμό της καταστροφής (π.χ. Ελλάδα), έτσι και στη γεωπολιτική έχουμε τη μετάβαση από τον ιμπεριαλισμό της κατάκτησης σε αυτόν της καταστροφής (π.χ. Ιράκ). Αμφότερες οι τάσεις συνιστούν ισχυρή ένδειξη της εγγενούς δυσκολίας του παγκόσμιου συστήματος να αντιμετωπίσει την κρίση του, χωρίς να προκαλεί όλο και μεγαλύτερες καταστροφές.

Η εισβολή των Αμερικανών (και των Βρετανών, Αυστραλών και Πολωνών συμμάχων τους) στο Ιράκ, δεν ήταν ο περίπατος που είχαν υποσχεθεί οι «στρατηγοί» των Νεοσυντηρητικών, είτε γιατί πραγματικά το πίστευαν, είτε γιατί ήθελαν να διευκολύνουν την είσοδο στο μεσανατολικό και ευρύτερο Χάος. Η χώρα κατελήφθη μεν, τα στρατεύματα κατοχής όμως συνάντησαν λυσσώδη αντίσταση από τον σουννιτικό ιδίως πληθυσμό και η κατοχή αυτή δεν μπόρεσε ποτέ να σταθεροποιηθεί επαρκώς, ενώ η εισβολή παρέμεινε εντελώς απονομιμοποιημένη στην παγκόσμια και δυτική κοινή γνώμη. Εκ των πραγμάτων, η Αυτοκρατορία ετέθη προ του διλήμματος να προχωρήσει σε πολύ ευρύτερη κλιμάκωση, για να πετύχει την υλοποίηση του νεοσυντηρητικού προγράμματος ανατροπής όλων των μεσανατολικών καθεστώτων ή να πάει σε αναδίπλωση, αναμένοντας καλύτερες μέρες.

Η κλιμάκωση θα ήταν πόλεμος κατά του Ιράν με χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων. Προτάθηκε, αλλά προσέκρουσε στην έντονη αντίθεση του αμερικανικού βαθέος κράτους, του Στρατού και των μυστικών υπηρεσιών, και δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί.

Η απόπειρα αναστροφής του Ομπάμα και οι λόγοι της αποτυχίας της

Φτάνουμε έτσι στην εκλογή Ομπάμα, που εκφράζει τις αντίπαλες προς τους Νεοσυντηρητικούς ομάδες στην ηγεσία της Αμερικής και της Δύσης. Δεν θέλει όμως ο νέος Πρόεδρος ή δεν μπορεί να έρθει σε πλήρη σύγκρουση με το λόμπυ και τους νεοσυντηρητικούς που εκπροσωπούνται και στο ίδιο το εσωτερικό ακόμα της κυβέρνησής του, από την Χίλαρυ Κλίντον, που τους κάνει όλα τα χατήρια και από τον Βικτώρια Νούλαντ που είναι βασικό τους στέλεχος, γεγονός που εξουδετερώνει σε μεγάλο βαθμό την αποτελεσματικότητα των πολιτικών του, όπως όταν υπέκυψε στην πίεση να επέμβει στη Λιβύη. Καταφέρνει πάντως ο Ομπάμα, και πρέπει αυτό να του προσμετρηθεί, να αποφύγει τις δύο κύριες αιχμές του νεοσυντηρητικού προγράμματος, δηλαδή την στρατιωτική επέμβαση στη Συρία, αλά Ιράκ, στην οποία τον σπρώχνουν Νεοσυντηρητικοί και Νετανιάχου το 2013, αλλά και τον πόλεμο κατά του Ιράν, με το οποίο υπογράφει μάλιστα συμφωνία.

Όμως, και παρά τη «λάμψη» του Προέδρου, ο παγκόσμιος καπιταλισμός της εποχής της παγκοσμιοποίησης δεν έχει κατά τα φαινόμενα τη δυνατότητα – ή τη διάθεση – να κάνει τις παραχωρήσεις που χρειάζεται για να στηρίξει την εναλλακτική στο πρόγραμμα κατίσχυσης δια της βίας των Νεοσυντηρητικών. Το μετριοπαθές «πολιτικό Ισλάμ» που προσπάθησε να στηρίξει ο Ομπάμα, ως εναλλακτική στον «πόλεμο των πολιτισμών» στη Μέση Ανατολή,  δεν έχει τρόπο να χρηματοδοτηθεί στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης «παγκοσμιοποίησης». Μόνο η Τουρκία κάτι κατάφερε, κι αυτής όμως η σχετική επιτυχία της παραμένει εύθραυστη και αν το κατάφερε το έκανε παίζοντας επιδέξια διάφορα αντιδυτικά χαρτιά. Η δυσκολία για τους Δυτικούς είναι δομική. Αν οι εισβολές δεν λύνουν το πρόβλημα της δυτικής κυριαρχίας, έτσι δεν το λύνουν και οι εκλογές, όπως φάνηκε με τις επιτυχίες της Χαμάς και του Μόρσι.

Την ισχυρότερη ένδειξη, αν όχι απόδειξη για την οργανική αδυναμία της Δύσης και του καπιταλισμού να λύσουν τα προβλήματα του κόσμου, μας παρέχει άλλωστε η κολοσσιαία κοινωνική καταστροφή στην πρώην ΕΣΣΔ, ως αποτέλεσμα της εισαγωγής του καπιταλισμού, καταστροφή χωρίς προηγούμενο στην ιστορία της βιομηχανικής εποχής. Αν ο καπιταλισμός δεν κατόρθωσε να ανεβάσει το επίπεδο της ΕΣΣΔ, αλλά αντίθετα το κατέστρεψε, χώρας με εξαιρετικά εκπαιδευμένο πληθυσμό και υψηλή επιστημονική, τεχνολογική και βιομηχανική βάση, ποια είναι η πιθανότητα να λύσει αυτό το σύστημα τα προβλήματα της Αφρικής; Η κολοσσιαία αποτυχία της Ρωσίας του Γέλτσιν, θέτοντας σε κίνδυνο ακόμα και την ενότητα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, θα αναγκάσει τελικά μια ομάδα του ίδιου του ρωσικού κράτους στην επιχείρηση διακοπής, δια του Πούτιν, της αποσύνθεσης.

Μια εξίσου αποφασιστική ένδειξη ότι βρισκόμαστε ενώπιον δομικής δυσκολίας της Δύσης και του Καπιταλισμού μας το παρέχει η Κίνα. Προχωρώντας σε μαζικές επενδύσεις εκεί οι Δυτικοί αφενός απέβλεψαν σε υπερκέρδη, αφετέρου ήλπισαν ότι η είσοδος του ξένου κεφαλαίου θα υπονομεύσει το οικονομικό καθεστώς (σχεδιασμένη οικονομία) και το πολιτικό (εξουσία του ΚΚ), προκαλώντας μια κινεζική «περεστρόικα». Τίποτα από τα δύο δεν έγινε. Παρά τις μεγάλες παραχωρήσεις στο ξένο κεφάλαιο και τον καπιταλισμό, η Κίνα δεν προσχώρησε στην «χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση», δηλαδή στο σύστημα παγκόσμιας δικτατορίας του χρηματιστικού κεφαλαίου, και δεν εγκατέλειψε το πολιτικό μονοπώλιο του ΚΚΚ. Το καθεστώς δεν ανετράπη. Είναι μία από τις ελάχιστες χώρες του κόσμου που μπόρεσαν να ελέγξουν το ξένο κεφάλαιο, όχι να ελεγχθούν από αυτό. Η άνοδός της συνιστά σήμερα μια από τις σοβαρότερες προκλήσεις στην κυριαρχία του δυτικού Καπιταλισμού στον πλανήτη.

Έτσι, μετά τις αποτυχίες των Νεοσυντηρητικών στη φάση των πολέμων κατά του Ιράκ, βλέπουμε και την αποτυχία των νεοφιλελεύθερων ελίτ να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα του συστήματος, όπως την είσοδο στη μεγάλη οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008 και συνεχίζεται, την άνοδο της Κίνας, την επάνοδο της Ρωσίας και άλλα. ‘Όπως εξελίσσεται ο δυτικός καπιταλισμός δεν έχει τα περιθώρια (ή πάντως τη διάθεση) παραχωρήσεων στο εσωτερικό των δυτικών κρατών (στην Αμερική δεν καταφέρνει ούτε να πραγματοποιήσει την περίθαλψη για όλους, στην Ευρώπη αντιμετώπισε προσωρινά την κρίση καταστρέφοντας ένα κράτος – μέλος της ΕΕ, την Ελλάδα!), αλλά ούτε και αποτελεσματικής αντιμετώπισης των εξωτερικών απειλών στην παγκόσμια κυριαρχία του.

Και επειδή η φυσιολογική εξέλιξη του συστήματος σε τέτοια κρίση, θα ήταν είτε ένα παγκόσμιο τώρα New Deal, που δεν επιθυμεί ή ένας παγκόσμιος πόλεμος που δεν φαίνεται εύκολος, οι αποτυχίες της περιόδου Ομπάμα ενίσχυσαν τελικά την πιο ριζοσπαστική ομάδα μέσα στο διεθνές σύστημα που προκρίνει μια στρατηγική γενικευμένου Χάους.

Η Αυτοκρατορία αντεπιτίθεται

Αντιμέτωπο με αυτές τις προκλήσεις μια μερίδα του ίδιου του συστήματος προσφεύγει και πάλι στις υπηρεσίες της εξτρεμιστικής του τάσης, που επανέρχεται στην εξουσία με τον Τραμπ, υπό την επιρροή ανθρώπων όπως ο Τίελ, ο Μπάνον, ο Πομπέο, ο Νετανιάχου. ‘Όπως, τηρουμένων των αναλογιών, το γερμανικό Κεφάλαιο, αναγκάστηκε να ανεχθεί και να προσφύγει  στις υπηρεσίες των «παρείσακτων» του συστήματος, των Εθνικοσοσιαλιστών του Αδόλφου Χίτλερ.

Παρά τις σημαντικές διαφορές με τους Ναζί, η εμπειρία του Τραμπ επιτελεί την ίδια ιστορική λειτουργία. Χρησιμοποιεί την δυσφορία των λαϊκών μαζών από το σύστημα για να τις βάλει από το παράθυρο στην υπηρεσία του. Η αλλοπρόσαλλη και εξωφρενική συμπεριφορά του Προέδρου συνεισφέρει σημαντικά στην καταστροφή της ίδιας της έννοιας του νοήματος, των κοινωνικών και διεθνών συμβάσεων, στην επιχείρηση καταστροφής του ίδιου του Λόγου, βασικού εργαλείου του Ανθρώπου στον αγώνα για την Ελευθερία του, στις στρατηγικές δηλαδή του Χάους και της Σύγχυσης. Ο Τραμπ έχει μια τεράστια συμβολή στην καταστροφή των όποιων λογικών και ηθικών κανόνων της αμερικάνικης κοινωνίας και της «διεθνούς κοινότητας», καταστροφή που είναι αναγκαία αν θέλει κάποιος να μετατρέψει την ανθρωπότητα σε αγέλες άγριων ζώων, ικανών να στραφούν οπουδήποτε με την επιδέξια χρήση των κατώτερων λειτουργιών της συνείδησης, των ενστίκτων και του ασυνείδητου, αλλά και των φανταστικών νέων δυνατοτήτων χειραγώγησης μέσω του ‘Ιντερνετ.

Τις πραγματικές βέβαια επιδιώξεις του Τραμπ, ή καλύτερα αυτών που τον επηρεάζουν, πρέπει να τις ανιχνεύσουμε στην πράξη, όχι στη ρητορεία του. Το πρώτο πράγμα που έκανε,  αναλαμβάνοντας την Προεδρία, ο δήθεν αντισυστημικός πρόεδρος, είναι να δώσει στην Goldman Sachs την απευθείας οικονομική διακυβέρνηση της Αμερικής. Τεστάρει στη συνέχεια την πυρηνική απειλή έναντι της Ρωσίας, με τους δύο βομβαρδισμούς της Συρίας παρά την εκεί παρουσία ρωσικών στρατευμάτων. Τεστάρει και την Κίνα απειλώντας με πλήρη εξαφάνιση τη Βόρειο Κορέα. Εξοικειώνει την παγκόσμια κοινή γνώμη με το αδιανόητο ενδεχόμενο του πυρηνικού πολέμου. Καταστρέφει τη δομή του ελέγχου των πυρηνικών όπλων και υπονομεύει κάθε δεσμευτικό διεθνή κανόνα και κάθε διεθνές πλαίσιο συνεργασίας. Παραδίδει πλήρως και με τρόπο που δεν έχει κάνει κανείς Πρόεδρος των ΗΠΑ την αμερικανική εξωτερική πολιτική στο Ισραήλ του Νετανιάχου. Αποχωρεί από τη συμφωνία για το Ιράν και προετοιμάζει ενεργά τον πόλεμο με τη χώρα αυτή, που θα είχε ήδη ξεσπάσει, και παρολίγον να ξεσπάσει, αν δεν τον σταμάταγε η αντίδραση του αμερικανικού βαθέος κράτους, αντίδραση που σταμάτησε επίσης και την πρόθεσή του να χρησιμοποιήσει τον στρατό για την καταστολή των διαδηλώσεων στις αμερικανικές πόλεις.

Υποτίθεται ότι είναι φίλος της Ρωσίας και πολλοί εκτιμούν ότι εξυπηρετεί το στρατηγικό σχέδιο να σπάσει τη συμμαχία της με την Κίνα, που θέτει ανυπέρβλητα εμπόδια στην παγκόσμια κυριαρχία του δυτικού Κεφαλαίου. Ωστόσο η κυβέρνησή του κλιμάκωσε την επιχείρηση περικύκλωσης της Ρωσίας και συνεργάστηκε με το Ισραήλ για να πετύχει μια συμφωνία Σερβίας – Κοσόβου, που αποκλείει Ρωσία και Κίνα από τα Βαλκάνια, ενώ σπρώχνει την Τουρκία εναντίον της Ρωσίας στη Λιβύη και την Συρία. Και εδώ θυμίζει τη «φιλία» του Χίτλερ με το Κρεμλίνο που κατέληξε στην επίθεση του Ιουνίου 1941 και την παρολίγον καταστροφή της ΕΣΣΔ.

Σε διάφορους κύκλους ο Τραμπ παραμένει δημοφιλής λόγω της αντίθεσής του στην παγκοσμιοποίηση. Αλλά πρόκειται για μια χίμαιρα. Ο Τραμπ δεν είναι αντίθετος και δεν θα μπορούσε να είναι στην ουσία της παγκοσμιοποίησης που είναι η γενίκευση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και διανομής στον πλανήτη. Ούτε είναι δυνατόν να παλέψει κανείς κατά της παγκοσμιοποίησης, αποβλέποντας σε έναν «καλό», «εθνικό καπιταλισμό» που είναι, στην εποχή μας, μεγαλύτερη ουτοπία από όση αντιπροσώπευσαν στην εποχή τους ο «σοσιαλισμός σε μια και μόνη χώρα» και ο «εθνικοσοσιαλισμός».

Αυτό που θέλει ο Τραμπ είναι να εισάγει ένα στοιχείο βίας και καταναγκασμού, όχι να καταργήσει την «παγκοσμιοποίηση», αλλά να την αντικαταστήσει από ένα πολύ χειρότερο σύστημα, στο οποίο θα λειτουργεί μεν, μόνο όμως στο μέτρο που λειτουργεί υπέρ των αμερικανικών καταρχήν (και ευρύτερων δυτικών δευτερευόντως) συμφερόντων. Θέλει να λύσει τα προβλήματα βιωσιμότητας του καπιταλισμού με περισσότερη βία κατά της Κίνας, κατά των λαϊκών στρωμάτων, κατά του Ιράν, κατά του περιβάλλοντος και του ανθρώπινου  πολιτισμού. Αυτό είναι το αληθινό πρόταγμα του Τραμπ και των πολιτικών συμμάχων του διεθνώς (Τζόνσον, Μπολσονάρου, Μόντι, Νετανιάχου κλπ.). Αν επικρατήσουν, θα αυξήσουν σημαντικά την πιθανότητα πλανητικής εμβέλειας καταστροφών.

Οι πιθανότητες να επικρατήσουν αυξάνονται στο μέτρο που έχουν απέναντί τους χρεωκοπημένες νεοφιλελεύθερες ελίτ, όπως αυτές που συσπειρώνονται τώρα πίσω από τον Μπάιντεν, ελίτ που δεν έχουν τίποτα σχεδόν να προσφέρουν στη χώρα τους και τον κόσμο και που έκαναν τα πάντα για να σταματήσουν την δημοκρατική και σοσιαλιστική πρόκληση του Σάντερς, τον οποίο τους ενδιέφερε να νικήσουν περισσότερο από ότι να εμποδίσουν τον Τραμπ.

Είναι αλήθεια ότι αυτές οι νεοφιλεύθερες ελίτ είναι πιο συντηρητικές και λιγότερο επικίνδυνες από το εξτρεμιστικό ρεύμα γύρω από τον Τραμπ, που μπορεί να προκαλέσει πολύ μεγάλες και ενδεχομένως ανεπίστρεπτες καταστροφές στην ανθρωπότητα αν εξακολουθήσει να κυριαρχεί στην εξουσία των ΗΠΑ και μόνο με την κλιματική του πολιτική. Αλλά είναι η δική τους πολιτική, η πολιτική των ίδιων των νεοφιλελεύθερων ελίτ,  που γεννάει και τροφοδοτεί τον ακροδεξιό, φασίζοντα εξτρεμισμό του Τραμπ και των συμμάχων του διεθνώς.

 Η ανάγκη εναλλακτικής

Μόνο η έγκαιρη συγκρότηση εθνικών και διεθνών πολιτικών υποκειμένων, φορέων ενός νέου υποδείγματος, σε Νότο, Ανατολή και Δύση, που θα ενοποιήσουν τον αγώνα για τις κοινωνικές, τις δημοκρατικές, τις οικολογικές ανάγκες της ανθρωπότητας, ξεκινώντας από τις επιμέρους αντιστάσεις που αναπτύσσονται και ενοποιώντας τες σε μια πανανθρώπινη διεκδίκηση ενός καλύτερου, πιο πολιτισμένου και ασφαλούς κόσμου, μπορεί να αντιμετωπίσει τις τρομακτικές απειλές ενός Καπιταλισμού αχαλίνωτου μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ (και της παγκόσμιας αριστεράς) και που έχει στα χέρια του τα πιο φονικά εργαλεία.

Πολλοί θα πουν ίσως ότι αυτά είναι ουτοπικά. Κατά τη γνώμη μας είναι πολύ περισσότερο ουτοπικό να πιστεύει κανείς ότι το ανθρώπινο είδος θα επιβιώσει του παρόντος αιώνος χωρίς να παράγει τα υποκείμενα, τις ιδέες και τις πολιτικές που χρειάζεται απελπιστικά, όσο δύσκολο κι αν φαίνεται σήμερα κάτι τέτοιο.