Όταν οι μεγάλες πόλεις πραγματοποιούν απόσχιση – στο όνομα του προοδευτισμού

0
466

15 Μαΐου 2020

Δημοσιεύουμε τη μετάφραση του παρακάτω κειμένου της Le Monde Diplomatique, που περιγράφει αναλυτικά τις διαδικασίες δικτύωσης των μεγάλων μητροπόλεων του πλανήτη, η οποία διέπεται από το γνωστό νεοφιλελεύθερο ιδεολογικό οπλοστάσιο της καινοτομίας, της ανάπτυξης και της επιχειρηματικότητας και συνοδεύεται από την περιφρόνηση της «υπανάπτυκτης και αντιδραστικής» εσωτερικής περιφέρειας· μια σύγκρουση που είδαμε να πραγματώνεται στη Γαλλία με τον πιο ρητό τρόπο τα τελευταία χρόνια, μέσα από το κίνημα των κίτρινων γιλέκων που ταλάνισε την προεδρία του νεοφιλελεύθερου ινδάλματος Μακρόν. Αυτές τις μέρες που η καραντίνα του κορωνοϊού λήγει ενώ οι διάφορες αλλαγές που έφερε η πανδημία σε επίπεδο δικαιωμάτων, ελέγχου, εργασιακών σχέσεων και καθημερινότητας μοιάζουν να ήρθαν για να μείνουν, και τη στιγμή που η κυβέρνηση προωθεί το «κατεπείγον» νομοθετικό της έργο, με πρώτο δείγμα το καταστροφικό νομοσχέδιο για το περιβάλλον που ψηφίστηκε πριν από λίγες μέρες, το κείμενο μπορεί να φαντάζει παράκαιρο. Αναδεικνύοντας όμως την ιδεολογία της κυκλοφορίας σε πρακτικό και θεσμικό επίπεδο, υπενθυμίζει την αξία ενός επιχειρήματος που ακούγεται σαν ψίθυρος πίσω από την ασταμάτητη θριαμβολογία για την επιτυχία του επιτελικού κράτους και των ειδικών του στην αντιμετώπιση της πανδημίας: τηρουμένων των αναλογιών, ο βαθμός εξάπλωσης και καταστροφικότητας της πανδημίας δείχνει παγκοσμίως να είναι ανάλογος του βαθμού συνδεσιμότητας και ένταξης στην παγκόσμια κυκλοφορία που χαρακτηρίζει τις πόλεις και τα μέρη που έχουν χτυπηθεί περισσότερο (Μιλάνο, Νέα Υόρκη, Λονδίνο), όπως βέβαια και μιας σειράς από άλλους συναφείς κοινωνικούς παράγοντες, π.χ. το πλήθος των γηροκομείων. Η ηγεμονία του λόγου περί τεχνικής διαχείρισης της πανδημίας, από τον οποία χορτάσαμε, παραγκωνίζει αναλύσεις σαν αυτή που ακολουθεί, και την κεντρική κατεύθυνση που πρέπει να σκεφτούμε στον απόηχο του τελευταίου τριμήνου: αυτήν της κριτικής της ανάπτυξης ως κεντρικής αλήθειας για την συγκρότηση θεσμών και υποκείμενων

~

Όταν οι μεγάλες πόλεις πραγματοποιούν απόσχιση – στο όνομα του προοδευτισμού

Στην πλειονότητα των δυτικών χωρών, οι κάτοικοι και οι διαχειριστές των μητροπόλεων είναι δυσαρεστημένοι. Απόστολοι του προοδευτισμού, της ανοικτότητας και της καινοτομίας, δεν εκτιμούν την τροχιά που παίρνει η υπόλοιπη χώρα, οι μικρές πόλεις και η ύπαιθρος, που κυριεύονται από την ακροδεξιά και τον «λαϊκισμό». Έχουν λοιπόν αρχίσει να συσπειρώνονται για να οργανώσουν την αντεπίθεση.

Του Benoît Bréville*

Μετάφραση: Μάριος Κατρίτσης, Στέφανος Ρέγκας

Για να έχει ελπίδες να κατακτήσει τη δημαρχία μιας μεγάλης γαλλικής πόλης εν έτει 2020, κάθε σοβαρός υποψήφιος πρέπει να συμμορφωθεί με ορισμένους κανόνες. Παραδείγματος χάρη, να δεσμευθεί ότι θα φυτέψει δέντρα. Στο Παρίσι, η Ανν Ινταλγκό (σοσιαλιστές) προτείνει να φυτέψουν 170.000 μέσα σε 6 χρόνια, ενώ ο αντίπαλός της, ο Σεντρίκ Βιγιανί (Μακρόν), που τον Ιούλιο του 2019 διοργάνωσε μια «Νύχτα δέντρων» στο Ίδρυμα Cartier, υποστηρίζει ένα ευρύ πρότζεκτ δενδροφυτευμένων πεζόδρομων. Στη Μασσαλία, η υποψήφια των Les Républicains (LR, δεξιά) Μαρτίν Βασάλ θέλει να προσθέσει τόσα δέντρα όσα και τα παιδιά που θα γεννηθούν – περίπου 70.000, αν οι Μαρσεγιέζοι διατηρήσουν τα ίδια επίπεδα γονιμότητας με την προηγούμενη θητεία· δηλαδή τρεις φορές περισσότερα απ’ ό,τι η προερχόμενη από τους Σοσιαλιστές αντίπαλός της, γερουσιάστρια Σαμιά Γκαλί. Στη Λιλ, οι υποψήφιοι αντιπαρατίθενται γύρω από τα «αστικά δάση» και τους «χώρους πρασίνου».

Αλλά η αγάπη για την κηπουρική δεν αρκεί. Πρέπει επίσης να υποσχεθεί κανείς ότι θα κατασκευάσει πράσινα κτίρια, ότι θα ενθαρρύνει τη χρήση του ποδηλάτου και το carpooling, ότι θα μεταστρέψει τις σχολικές καντίνες στη βιολογική διατροφή, ότι θα υποστηρίξει τον πολιτισμό, θα ευνοήσει την ενεργειακή μετάβαση, θα αναπτύξει την ελκυστικότητα της πόλης. Πρέπει τέλος να γαρνίρει το πρόγραμμά του με όρους όπως «καινοτομία», «διαφάνεια», «συμμετοχική δημοκρατία» και να πετάει τη λέξη «βιώσιμος» όσο πιο συχνά γίνεται: βιώσιμη ανάπτυξη, βιώσιμη πόλη, βιώσιμη επικράτεια, βιώσιμος τουρισμός, βιώσιμο κτίριο, κ.λπ.

Οι ίδιες λέξεις, οι ίδιες φόρμουλες, οι ίδιες ιδέες επανέρχονται σε όλους τους υποψηφίους, των οποίων τα προγράμματα μοιάζουν να αντλούν από έναν κατάλογο «καλών πρακτικών» αναπαράξιμων από πόλη σε πόλη, κι ακόμη από χώρα σε χώρα, αφού η δημοτική φροντίδα διαφέρει ελάχιστα στο Σηάτλ, στο Μόντρεαλ ή στο Βερολίνο. Ως εάν η τοπική πολιτική να αναγόταν σε μια σειρά πραγματιστικών απαντήσεων, λύσεων της κοινής λογικής σε χειροπιαστά προβλήματα.

«Όσο τα έθνη μιλούν, οι πόλεις πράττουν», αρεσκόταν να επαναλαμβάνει ο Μάικλ Μπλούμπεργκ όταν ήταν δήμαρχος της Νέας Υόρκης (2002-2013) και προήδρευε στο Cities Climate Leadership Group (C40), ένα ισχυρό φόρουμ που συσπειρώνει τις 94 μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου γύρω από τη μάχη ενάντια στην κλιματική αλλαγή. Από τότε, το ρητό έχει εξαπλωθεί. Για πολλούς αρμόδιους λήψης αποφάσεων στο δημοτικό επίπεδο, τα κράτη, βουτηγμένα σε ιδεολογικές και μεροληπτικές διαμάχες, είναι ανίκανα να δράσουν αποτελεσματικά, επομένως οι πόλεις είναι αυτές που πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν τις ανεπάρκειες· μια ιδέα η οποία, παρουσιαζόμενη ως βεβαιότητα στη βιβλιογραφία των επαγγελματιών της πολεοδομίας, αποτελεί τη βάση της «διπλωματίας των πόλεων». Το δόγμα έχει τις ρίζες του στις παλιές γαλλογερμανικές αδελφοποιήσεις της συμφιλίωσης μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (βλ. το ένθετο κείμενο στο τέλος), αλλά εμπνέει πλέον μυριάδες συμμαχίες, φόρουμ, δίκτυα που ενώνουν πόλεις από τις τέσσερεις γωνιές του πλανήτη. Ο αριθμός και η επιρροή τους δεν σταμάτησαν να αυξάνονται εδώ και τριάντα χρόνια. Αριθμούσαν πενήντα πέντε το 1985· σήμερα είναι πάνω από διακόσια:[1] το C40, αλλά επίσης το Eurocities, το Παγκόσμιο σύμφωνο των δημάρχων για το κλίμα και την ενέργεια, το Διεθνές συμβούλιο τοπικών πρωτοβουλιών για το περιβάλλον (ICLEI), οι Ηνωμένες πόλεις και τοπικές κυβερνήσεις (CGLU), το Δίκτυο δημιουργικών πόλεων της UNESCO, οι Δήμαρχοι για την ειρήνη (Mayors for Peace), η ομάδα Υγιείς πόλεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας… «Σχετικά με τις ανισότητες, την μετανάστευση, την διακυβέρνηση, τα ανθρώπινα δικαιώματα και πολλά άλλα κρίσιμα ζητήματα, οι πόλεις παρακάμπτουν όλο και περισσότερο τις εθνικές τους κυβερνήσεις και οργανώνονται μεταξύ τους για να βρουν λύσεις», αναφέρει με ικανοποίηση ο Άιβο Ντάαλντερ, πολιτικός επιστήμονας και πρώην σύμβουλος του Μπαράκ Ομπάμα.[2]

Πώς να φτιάξετε μια «trendsetting city»

Συντονισμένες στο ίδιο μήκος κύματος, όλες αυτές οι ομαδοποιήσεις επωφελούνται από την υποστήριξη της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) και πληθώρας πολυεθνικών – ΙΚΕΑ, Microsoft, Google, Velux ή Dell Technologies φιγουράρουν ανάμεσα στους σπόνσορες του τελευταίου παγκόσμιου συνεδρίου των δημάρχων του C40. Συνιστούν έναν ισχυρό αναμεταδότη του μητροπολιτικού ευαγγελίου που ενώνει τοπικές εξουσίες και επιχειρήσεις στους κόλπους της λατρείας της καινοτομίας. Εξάλλου, ο ιδιωτικός τομέας αγαπά τόσο πολύ τη «διπλωματία των πόλεων» που λανσάρει και αυτός ομαδοποιήσεις, όπως το City Protocol του γίγαντα της πληροφορικής Cisco ή τις «100 Ανθεκτικές Πόλεις» του Ιδρύματος Ροκφέλερ.

Εκτός από το να προωθούν την ανακύκλωση του πράσινου καπιταλισμού, τα διεθνή δίκτυα των πόλεων διαδραματίζουν έναν καθοριστικό ρόλο στον ορισμό «καλών πρακτικών», που κυκλοφορούν έπειτα από πόλη σε πόλη. Στο πλαίσιο των διπλωματικών τους δραστηριοτήτων, οι δημοτικές ομάδες οργώνουν τα συνέδρια, τα σαλόνια, τις εκθέσεις και πολλαπλασιάζουν τα εκπαιδευτικά ταξίδια. Με βάση τη σκηνοθεσία ενός εκθεσιακού χώρου, παρουσιάζουν τα επιτεύγματά τους, τις εμπειρίες τους και ακούν τους ομολόγους τους να κάνουν το ίδιο. Έπειτα μπορεί η καθεμιά να επιστρέψει σπίτι της με λύσεις έτοιμες για χρήση. «Η προσφυγή στις πρακτικές των άλλων επιτρέπει στους δρώντες να συνδυάσουν δύο αντικρουόμενους σκοπούς: την παραγωγή κάτι νέου με ταυτόχρονες εγγυήσεις ότι οι χρησιμοποιούμενες πρακτικές έχουν αποδειχθεί επιτυχημένες αλλού», αναλύουν ο Αλέν Μπουρντέν και Ζοέλ Ιντ.[3] Το C40 υπερηφανευόταν ότι είχε προωθήσει, ανάμεσα στο 2012 και το 2018, πάνω από δεκατέσσερεις χιλιάδες συγκεκριμένες δράσεις για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Υπό την αιγίδα του, η Τσανγκουόν (Ν. Κορέα), το Τόκυο και η Νέα Υόρκη μοιράστηκαν τις καινοτόμες τους τεχνικές επίστρωσης των στεγών, ώστε να αντανακλούν τις ακτίνες του ηλίου και να δροσίζουν τα κτίρια. Η Βαρκελώνη, η Σιγκαπούρη, το Ώκλαντ και η Βαρσοβία αντάλλαξαν γνώσεις πάνω στα ηλεκτροκίνητα λεωφορεία. Πόλεις αιχμής σε κάποιον τομέα (το Παρίσι για το μετρό, η Κοπεγχάγη για το ποδήλατο) συνεισέφεραν την τεχνική τους υποστήριξη σε άλλες λιγότερο πεπειραμένες.

Για να βραβεύσει τις καλύτερες ιδέες, το C40 οργανώνει κάθε χρόνο τα Βραβεία Φιλανθρωπίας Μπλούμπεργκ C40. Στην τελετή του 2019 διακρίθηκαν οι πράσινοι διάδρομοι του Μεδεγίν (Κολομβία), τα φωτοβολταϊκά πάνελ της Σεούλ, το πρόγραμμα υποστήριξης των πράσινων ενεργειών του Σαν Φρανσίσκο, τα ηλεκτρικά λεωφορεία της Καντόνας στην Κίνα… «Αυτά τα εγχειρήματα αξίζουν να μελετηθούν από τους δημάρχους και τους κυβερνήτες των πόλεων ολόκληρου του κόσμου», δήλωσε η πρόεδρος του C40, Ανν Ινταλγκό, στην απονομή των βραβείων. Για τις πόλεις που ευελπιστούν να ενισχύσουν τη διεθνή τους εικόνα, μια τέτοια βράβευση συνιστά το καταλληλότερο μέσο. Η προσφορά δεν λείπει: κάθε δίκτυο, κάθε επιθεώρηση, κάθε επίπεδο διακυβέρνησης αναδεικνύει τους καλούς του μαθητές. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απονέμει κάθε χρόνο τον τίτλο της «ευρωπαϊκής πρωτεύουσας» (πράσινη, πολιτιστική, νεότητας ή καινοτομίας) και μοιράζει τα Access City Awards (για να ανταμείψει την προσοχή προς τους ηλικιωμένους ή τα άτομα με αναπηρία). Στη Γαλλία, το Υπουργείο Οικονομίας χορηγεί το σήμα «French Tech», προορισμένο να βοηθήσει στην άνθηση των «τεχνολογικών πρωταθλητών» που ενδέχεται να προσελκύσουν ξένους επενδυτές.

Η πόλη που θα λάβει κάποια διάκριση είναι βέβαιο ότι θα εκθειαστεί στον ειδικό Τύπο. Κάποιες φορές μπορεί ακόμη και να αποκτήσει το κύρος του υποδείγματος. Το όνομά της θα παραμείνει επομένως συσχετισμένο με μια ενάρετη πρακτική που θα τύχει μιμήσεως –ή συχνότερα απομιμήσεως– παντού στον κόσμο. Θα γίνει μια πόλη που θα ορίσει τη νέα τάση, μια trendsetting city.[4] Το Πόρτο Αλέγκρε με τον συμμετοχικό του προϋπολογισμό, η Σιγκαπούρη με το σύστημα των αστικών της διοδίων, το Μπιλμπάο με τη στρατηγική της οικονομικής του αναγέννησης μέσω του πολιτισμού (το περίφημο «εφέ Γκούγκενχαϊμ»), το Αμβούργο με τη διαχείριση των πλημμυρικών κινδύνων, το Σιάτλ με το εκκολαπτήριο των start-up επιχειρήσεων, το Λονδίνο με τη διαχείριση των τεράστιων αθλητικών εκδηλώσεων, το Βανκούβερ με το μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξής του…

Κάθε μητρόπολη ονειρεύεται να γίνει πρότυπο, γιατί όπως υπογραμμίζει ο Υβ Βιτάρ, ένας από τους ελάχιστους Γάλλους ειδικούς της διπλωματίας των πόλεων, ο οικονομικός πόλεμος ανάμεσα στις μεγάλες πόλεις «συνοδεύεται από έναν ανταγωνισμό που διέρχεται από την κατασκευή εικόνων, σαγηνευτικών επωνυμιών, εμπορικών σημάτων ή αλλιώς branding».[5] Η συμμετοχή σε φόρουμ σαν το C40 είναι για τις πόλεις ένα εξαιρετικό μέσο σχεδιασμού της εικόνας τους και αύξησης της φήμης της επωνυμίας τους, απαραίτητων προϋποθέσεων για να διακριθούν στον ανταγωνισμό μεταξύ τους και να προσελκύσουν επενδυτές, επιχειρήσεις, διπλωματούχους εργαζόμενους, φοιτητές ή να φιλοξενήσουν μεγάλες εκδηλώσεις που θα αποφέρουν οικονομικά οφέλη. «Πενήντα, ή ίσως εκατό πόλεις είναι ο κινητήρας της διανόησης, του πολιτισμού και της οικονομίας του κόσμου» συνόψισε ο Ραμ Εμάνιουελ, δήμαρχος του Σικάγο από το 2011 έως το 2019. «Εργαζόμαστε όλοι πάνω στα ίδια πράγματα, γιατί έχουμε όλοι τις ίδιες ευκαιρίες. Πρέπει να κάνουμε τις πόλεις μας ανταγωνιστικές. Οι θέσεις εργασίας και οι επιχειρήσεις [που θέλουμε να προσελκύσουμε] δεν είναι απλώς διεθνείς, αλλά επίσης κινητικές[6]

Για να εντυπωσιάσουν τους επενδυτές, οι δημοτικές ομάδες καταφεύγουν σε συμβουλευτικά γραφεία για θέματα πόλεων – ένας τομέας που ανθίζει. Με το τυποποιημένο τους λεξιλόγιο, τα γραφεία αυτά βοηθούν να συμπληρωθούν οι φάκελοι υποψηφιότητας για διάφορα βραβεία και διακρίσεις, καθώς και οι ογκώδεις φόρμες αιτήσεων επιχορηγήσεων των διάφορων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων που χρηματοδοτούν καινοτόμα αστικά εγχειρήματα. Επινοούν επιπλέον ελκυστικά λογότυπα και διαφημιστικά συνθήματα, κατά προτίμηση στα αγγλικά («Only Lyon», «So Toulouse», «My Rodez»), προορισμένα να φιγουράρουν σε όλους τους χορηγούς επικοινωνίας ή να προβληθούν σε μεγάλες εκδηλώσεις. Ο ανταγωνισμός των πόλεων εμπλέκει τις πόλεις σε μια λογική benchmarking,[7] σε έναν «αγώνα ταχύτητας χωρίς γραμμή τερματισμού», όπου η καθεμία προσπαθεί να φανεί πιο καινοτόμα, πιο μοντέρνα, πιο διασυνδεδεμένη, όποιο και αν είναι το επίπεδο (εθνικό, ηπειρωτικό ή παγκόσμιο) στο οποίο διαγωνίζεται. Έτσι λοιπόν η Αιξ-αν-Προβάνς καταλήγει να παρουσιάζεται στους επενδυτές σαν να είναι το Σαν Φρανσίσκο: «Η πόλη του διάσημου ζωγράφου Πωλ Σεζάν κατόρθωσε να προσαρμοστεί ώστε να είναι σήμερα διακεκριμένη ως French Tech και να παρέχει ένα ελκυστικό οικοσύστημα στους φορείς των εγχειρημάτων και στους δημιουργούς των επιχειρήσεων (…). Πόλη έξυπνη, διασυνδεδεμένη, αποφασιστικά στραμμένη προς την ψηφιακή καινοτομία και τη διεθνή κοινότητα, η Αιξ-αν-Προβάνς είναι μια πόλη μοντέρνα, κοσμοπολιτική, πολιτιστική, δυναμική, ανοιχτή στον κόσμο», καυχιέται μια μπροσούρα της διεύθυνσης «Διεθνούς ελκυστικότητας και συνεργασίας» της δημαρχίας.

Εδαφική ρήξη

Αν και ανταγωνίστριες, οι μητροπόλεις ξέρουν να συμμαχούν για να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους και να χρησιμοποιούν τη «διπλωματία των πόλεων» για σκοπούς lobbying. Το δίκτυο Eurocities έχει σαν αποστολή του «να επηρεάσει τις ευρωπαϊκές πολιτικές ώστε να φροντίσουν ότι η γνώμη των μεγάλων πόλεων θα λαμβάνεται υπόψη στον σχεδιασμό των πολιτικών». Η CGLU υπερηφανεύεται ότι ασκεί «πολιτικό lobbying» στις Βρυξέλλες –καθώς και στην Παγκόσμια Τράπεζα και στον ΟΗΕ– για να επιτύχει «την ίδρυση ενός ευρωπαϊκού κεφαλαίου για τη “διπλωματία των πόλεων”». Το ICLEI συγκεντρώνει τις πιέσεις του στη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (GIEC) ώστε να την παρακινήσει να υπογραμμίσει περισσότερο την κεντρική θέση που πρέπει να έχουν οι πόλεις στη μάχη ενάντια στην κλιματική υπερθέρμανση. Όσο για το C40, δημιούργησε το 2017 τον σύλλογο Urban 20, ο οποίος επιδιώκει να ασκήσει πίεση στους υπουργούς που συμμετέχουν στις διαβουλεύσεις των συνόδων κορυφής των G20.[8]

Διαμορφώνεται επομένως ένας φαύλος κύκλος. Η παγκοσμιοποίηση, συγκεντρώνοντας τα πλούτη και τις δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας στις μητροπόλεις, αύξησε το οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό τους βάρος. Αντιμέτωπες με τα ίδια προβλήματα, στεγάζοντας τον ίδιο ευκατάστατο και μορφωμένο πληθυσμό, άρχισαν πρώτα να μοιάζουν μεταξύ τους –βρίσκουμε στη Νέα Υόρκη ή στο Πεκίνο τους ίδιους ουρανοξύστες, τα ίδια αποστειρωμένα εμπορικά κέντρα, τις ίδιες «δημιουργικές συνομαδώσεις» [clusters]– και έπειτα να συνασπίζονται. Ενωμένες για να υπερασπιστούν τα κοινά τους συμφέροντα, επηρεάζουν πλέον τα κέντρα αποφάσεων, από την Παγκόσμια Τράπεζα έως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και κατευθύνουν έτσι τις δημόσιες πολιτικές προς όφελός τους, ενισχύοντας ένα μοντέλο ανάπτυξης χωρικά άνισο, που παραμελεί την επαρχία και τις μικρές κοινότητες.

Αν και δεν είναι κάτι νέο, το χάσμα ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της επικράτειας σπάνια έχει υπάρξει μεγαλύτερο. Όταν οι μεν κάνουν τα κτίρια οικολογικά και τα λεωφορεία ηλεκτροκίνητα, οι δε τρέμουν τις κατοικίες που έχουν μείνει έρημες ελλείψει ενοίκων και τσακώνονται για τα αραιά δρομολόγια των λεωφορείων, που δεν περνούν τα βράδια, ούτε τις αργίες, ούτε τα σαββατοκύριακα… Η ρήξη, που απαντάται στην πλειοψηφία των δυτικών χωρών, έχει οξυνθεί σημαντικά από την κρίση του 2008 κι έπειτα. Στη Γαλλία το ακαθάριστο εθνικό προϊόν (ΑΕΠ) ανά κάτοικο στην περιοχή του Παρισιού αυξήθηκε κατά 3% μεταξύ 2008 και 2016· στο υπόλοιπο της χώρας έχει μείνει στάσιμο. Στις ΗΠΑ, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, το ποσοστό εργασίας στις μητροπολιτικές περιοχές αυξήθηκε κατά 4,8 μονάδες, ενώ στις μη μητροπολιτικές περιοχές έπεσε κατά 2,4 μονάδες. Η απόκλιση είναι ακόμα πιο εντυπωσιακή στη Ηνωμένο Βασίλειο, όπου το Λονδίνο κέρδισε το 35% των νέων θέσεων εργασίας της χώρας από το 2008.[9] Για το Παρίσι, τη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, ή ακόμα και για το Άμστερνταμ ή το Τορόντο, η κρίση δεν ήταν παρά ένα παροδικό επεισόδιο. Δέκα χρόνια αργότερα, η απασχόληση κρατιέται καλά, τα κτηματομεσιτικά έχουν εκτοξευτεί, οι επενδύσεις συρρέουν, οι ανώτερες τάξεις δεν έχουν ξαναϋπάρξει ποτέ τόσο συγκεντρωμένες σε ένα μέρος – ακόμα κι αν θύλακες φτώχιας φυσικά υπάρχουν, ιδιαίτερα στα συγκροτήματα εργατικών κατοικιών.

Από την άλλη πλευρά, τα λιγότερο πυκνοκατοικημένα, πιο λαϊκά τμήματα της επικράτειας συνεχίζουν να υφίστανται τις επιπτώσεις της ύφεσης. Έχουν εγκλωβιστεί σε μια αλυσίδα, όπου η εξαφάνιση των βιομηχανικών και λιγότερο εξειδικευμένων θέσεων εργασίας έχει προκαλέσει δημογραφική πτώση, η οποία με τη σειρά της έχει επιφέρει μείωση των τιμών των ακινήτων και κρίση των τοπικών οικονομιών. Λιγότεροι κάτοικοι, λιγότερες θέσεις εργασίας, φθηνότερη στέγη, σημαίνουν ταυτόχρονα λιγότερα έσοδα για τις τοπικές κοινότητες, με επιπτώσεις στην προσφορά δημόσιων υπηρεσιών, στη συντήρηση των υποδομών… Οι περιοχές αυτές συνεχίζουν να παραμένουν μη ελκυστικές, σπρώχνοντας ακόμα περισσότερο τον πληθυσμό να φύγει και ούτω καθεξής.

Εκεί είναι που η ακροδεξιά και γενικότερα τα λεγόμενα «λαϊκιστικά» κόμματα –αυτά που αμφισβητούν την παγκοσμιοποίηση και την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και αγαθών– είναι περισσότερο εδραιωμένα. Στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016, ο Ντόναλντ Τραμπ θριάμβευσε στις κομητείες όπου η αύξηση των εσόδων ήταν πιο χαμηλή, ή όπου ο πληθυσμός μειωνόταν και αυξανόταν το ποσοστό θνησιμότητας. Στη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, η Εθνική Συσπείρωση[10] και οι οπαδοί του Brexit πετυχαίνουν τα καλύτερά τους αποτελέσματα στις περιοχές που έχουν πληγεί περισσότερο από τη μείωση των τιμών των ακινήτων.[11] Στον αντίποδα, τα κόμματα που αυτοαποκαλούνται «φιλελεύθερα» –υπέρμαχοι των ελεύθερων εμπορικών συναλλαγών, του πράσινου καπιταλισμού, της ανοιχτότητας και της καινοτομίας– συγκεντρώνουν το κύριο μέρος των ψήφων τους στις μητροπόλεις. Το 2016 στις ΗΠΑ η υποψήφια των Δημοκρατικών, Χίλαρι Κλίντον, κέρδισε τις 88 από τις 100 πιο πυκνοκατοικημένες κομητείες (αυτές που περιλαμβάνουν τις μεγάλες πόλεις), συχνά αφήνοντας πολύ πίσω τον αντίπαλό της, όπως για παράδειγμα στην Ουάσινγκτον, όπου μόνο το 4% των ψηφοφόρων τάχθηκε υπέρ του κ. Τραμπ.

Η ίδια κατάσταση απαντάται και στην Ουγγαρία, όπου η Βουδαπέστη διοικείται από τον Οκτώβριο από έναν οικολόγο, ορκισμένο εχθρό του πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπάν. Στην Τσεχία, τον Νοέμβριο του 2018 η Πράγα διάλεξε για δήμαρχο ένα μέλος του κόμματος των Πειρατών που θέλει να φυτέψει ένα εκατομμύριο δέντρα σε οκτώ χρόνια και που υπερασπίζεται τους πρόσφυγες, σε αντίθεση με τον πρωθυπουργό Αντρέι Μπάμπις, ο οποίος καταγγέλλει την «εποικιστική μετανάστευση» στην Ευρώπη. Ακόμα και στην Κωνσταντινούπολη, που πριν από εικοσιπέντε χρόνια υπήρξε το σημείο εκκίνησης του ισλαμοσυντηρητικού προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τα πράγματα ανατράπηκαν την περασμένη χρονιά, αφού η πόλη πέρασε στα χέρια του κοσμικού και σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της αντιπολίτευσης. «Ο συνασπισμός των εκκοσμικευμένων κατοίκων των πόλεων, των επιχειρηματικών κοινοτήτων, των νέων, των γυναικών και των μειονοτήτων κινητοποιήθηκε ενεργά. (…) Τούρκοι, Κούρδοι και Ουζμπέκοι μοιράζονται τα πεζοδρόμια με Σενεγαλέζους, Καταριανούς και Σύριους. Κωνσταντινουπολίτες έβδομης γενιάς ζουν στην πόλη με μετανάστες, εκπατρισμένους και πρόσφυγες. Μοιραζόμενοι τον ίδιο χώρο, αν όχι την ίδια ζωή, οι μυριάδες των πολιτών συνδέονται μέσω των κοινών τους αστικών ποιοτήτων», αναφέρει εντυπωσιασμένη η Washington Post, ιδιοκτησίας του Τζεφ Μπέζος, αφεντικού της Amazon.

Υπεράσπιση των «αξιών»

Το μακάριο αυτό όραμα έχει διαδοθεί ευρέως εδώ και δεκαπέντε χρόνια περίπου. «Οι αξίες της Νέας Υόρκης, όπως οι αξίες άλλων μεγάλων πόλεων του κόσμου, είναι αξίες αισιοδοξίας, πολυπολιτισμικότητας και επιμονής, τις οποίες όλοι πρέπει να ενστερνιζόμαστε», εκτιμά ο Guardian (31 Οκτωβρίου 2016). Ιδιαίτερα ενθουσιώδες, το παγκόσμιο οικονομικό φόρουμ του Νταβός φτάνει μέχρι το σημείο να βλέπει στις μητροπόλεις ένα «αντίδοτο στον λαϊκισμό»: «Η πλειονότητα των πόλεων του κόσμου επαναπροσδιορίζουν την πολιτική, την οικονομία, την οικολογική δράση εκκινώντας από τους κατοίκους. Κατασκευάζουν ένα θετικό, συμπεριληπτικό, πλουραλιστικό όραμα για το μέλλον, ενόσω οι εθνικιστές ηγέτες σπέρνουν τον φόβο, κλείνουν τα σύνορα και ορθώνουν τείχη». Δεδομένου ότι «οι αστικοί και οι αγροτικοί πληθυσμοί αποκλίνουν όλο και πιο βίαια όσον αφορά τις αξίες και τις προτεραιότητες», το συμπόσιο των εκατομμυριούχων προσκαλεί τις μητροπόλεις να οργανωθούν και να ενισχύσουν τη «διπλωματία των πόλεων».[12] Ο Άιβο Ντάαλντερ, πρώην σύμβουλος του κ. Ομπάμα, υποστηρίζει ακόμα και τη δημιουργία «μίνι πρεσβειών», που θα εγκατασταθούν όπου οι πόλεις έχουν σημαντικά συμφέροντα, ώστε να ξεπεράσουν τα ενδεχόμενα προσκόμματα των κυβερνήσεων. Το Σάο Πάολο, το Λονδίνο και το Τορόντο επιχείρησαν ήδη πειράματα τέτοιου είδους, αλλά πυροδότησαν την οργή των κατοίκων, οι οποίοι τα εξέλαβαν ως σπατάλη του δημόσιου χρήματος. «Μια σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα θα μπορούσε να είναι μια λύση», προτείνει ο σχεδιαστής στρατηγικής.

Ορισμένες πόλεις έχουν ήδη ξεκινήσει να οργανώνουν τη σταυροφορία τους ενάντια στον λαϊκισμό. Στην Ανατολική Ευρώπη, οι δήμαρχοι της Πράγας, της Μπρατισλάβα, της Βαρσοβίας και της Βουδαπέστης υπέγραψαν τον περασμένο Δεκέμβρη ένα «Σύμφωνο των ελεύθερων πόλεων». Αψηφούν τις κυβερνήσεις τους, τις οποίες κατηγορούν ότι διασπείρουν «το είδος του ξενοφοβικού εθνικισμού που έχει βυθίσει την Ευρώπη στον πόλεμο δύο φορές κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα»: «δεν μένουμε προσκολλημένοι σε μια ξεπερασμένη αντίληψη των εννοιών της κυριαρχίας και της ταυτότητας, αντίθετα πιστεύουμε σε μια κοινωνία ανοιχτή, βασισμένη στις πολύτιμες κοινές μας αξίες, αυτές της ελευθερίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της δημοκρατίας, της βιωσιμότητας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ανεκτικότητας και της πολυπολιτισμικότητας», εξομολογούνται οι τέσσερις αιρετοί, αμέσως πριν ενθαρρύνουν τις πόλεις «να συνεργαστούν, διαθέτοντας από κοινού τους πόρους τους, ανταλλάσσοντας τις ιδέες τους».

Αλλά και στις ΗΠΑ, οι μητροπόλεις μοιάζουν να παίρνουν το ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης στον πρόεδρο. Τον Ιανουάριο του 2017, αμέσως μόλις ο κ. Τραμπ εγκαταστάθηκε στον Λευκό Οίκο, οι δήμαρχοι του Σαν Φρανσίσκο, του Λος Άντζελες, του Σιάτλ, της Βοστώνης, της Νέας Υόρκης, της Ουάσινγκτον, του Ντιτρόιτ, αλλά και του Σικάγο, ανήγγειλαν ότι δεν θα εφαρμόσουν τα διατάγματά του που είχαν ως στόχο να σκληρύνουν τη μάχη ενάντια στην παράνομη μετανάστευση. Ο δήμαρχος της Βοστώνης κατήγγειλε την «καταστροφική» και «αντιαμερικανική» νομοθεσία, την «επίθεση ενάντια στους κατοίκους της Βοστώνης, στη δύναμη της Βοστώνης και στις αξίες της Βοστώνης». «Η πόλη μας και οι αξίες μας δεν θα αλλάξουν με την εκλογή (…). Δεν είμαστε όργανα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης», ισχυριζόταν εμφατικά ο ομόλογός του στην Ουάσινγκτον.[13] Μερικούς μήνες αργότερα η αντίδραση επικεντρωνόταν στο ζήτημα του περιβάλλοντος, καθώς πολλές μητροπόλεις εκδήλωναν την πρόθεσή τους να σεβαστούν τη συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, παρά την υπαναχώρηση που αποφάσισε ο κ. Τραμπ.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, αυτό που άναψε το φυτίλι ήταν το Brexit. Την επομένη του δημοψηφίσματος του Ιουνίου του 2016, κυκλοφόρησε ένα αίτημα προς υπογραφή που ζητούσε την ανεξαρτησία του Λονδίνου. Σε μερικές εβδομάδες, συγκέντρωσε 180.000 υπογραφές. Χωρίς να φτάσει στο σημείο να υποστηρίξει την απόσχιση της πρωτεύουσας, ο δήμαρχος, Σαντίκ Καν, θέλησε κι αυτός να διαχωριστεί από το εθνικό πεπρωμένο. Τέσσερις μέρες μετά τα αποτελέσματα, δημοσίευε μαζί με την Ανν Ινταλγκό μια ανοιχτή επιστολή στους Financial Times και στην Le Parisien: «Οι πόλεις μας είναι χώροι όπου ο καθένας, απ’ όπου και αν προέρχεται, μπορεί να νιώσει σαν στο σπίτι του. Ως δήμαρχοι του Παρισιού και του Λονδίνου είμαστε αποφασισμένοι να συνεργαστούμε πιο στενά για να κατασκευάσουμε ακόμα δυνατότερες συμμαχίες ανάμεσα στις πόλεις της Ευρώπης και του κόσμου. Μαζί, μπορούμε να αποτελέσουμε ένα ισχυρό αντίβαρο στον λήθαργο των εθνών-κρατών και στην επιρροή των λόμπυ. Μαζί, θα διαμορφώσουμε τον αιώνα που έρχεται.»

Για να καθησυχάσει τουρίστες και επενδυτές, ο κ. Καν παρουσίασε επίσης μια επικοινωνιακή καμπάνια γύρω από το hashtag «#LondonIsOpen» (Το Λονδίνο είναι ανοιχτό). Υποστηριζόμενος από το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο, από την Δημοτική Αρχή του Λονδίνου [City of London Corporation], από πολλά think tanks και πολυεθνικές, αξιώνει τη δημιουργία μιας βίζα εργασίας που θα ισχύει αποκλειστικά για το Λονδίνο, όπως και την ετεροδικία της πρωτεύουσας σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της με την Κοινή Αγορά. Κανένα από τα αιτήματα δεν ευοδώθηκε, αλλά η δριμεία αυτή αντιπολίτευση επέτρεψε στον κ. Καν να αποκτήσει ένα διεθνές ανάστημα, ανέλπιστο για δήμαρχο: μοιράζεται πλέον το βήμα με ξένους υπουργούς και αρχηγούς κρατών (τον Καναδό Τζάστιν Τρυντώ, τον Αργεντίνο Μαουρίσιο Μάκρι, τον Γάλλο Εμανουέλ Μακρόν…).[14]

Ο αριστερός τύπος χαιρετίζει με ενθουσιασμό την αντίσταση. Στο αφιέρωμά της «Οι πόλεις αναλαμβάνουν την εξουσία» (πρώτο τρίμηνο του 2020), η γαλλική επιθεώρηση Regards βλέπει για παράδειγμα στην ανταρσία των αμερικανικών μητροπόλεων μια απόδειξη ότι «υπάρχουν περιθώρια ελιγμών για να αντισταθεί κανείς στην κατασταλτική πολιτική του προέδρου [Τραμπ]». Ενισχύοντας όμως την ιδέα ότι δεν τις αφορά πλέον η μοίρα της υπόλοιπης χώρας, οι μητροπόλεις συμβάλλουν στην μεγέθυνση των εδαφικών ρήξεων. Συμβάλλουν επίσης στον μετασχηματισμό των κοινωνικογεωγραφικών χασμάτων σε συγκρούσεις «αξιών» –μια λέξη που επανεμφανίζεται διαρκώς. Η διαχωριστική γραμμή δεν βρίσκεται πλέον μεταξύ περιοχών που επωφελούνται από την παγκοσμιοποίηση, από το ελεύθερο εμπόριο, από την κυκλοφορία μυαλών, από τα φθηνά εργατικά χέρια μεταναστών, και περιοχών που πλήττονται από όλα αυτά, αλλά μεταξύ περιοχών ανοιχτών, στραμμένων προς το μέλλον, και άλλων κλειστών, αγκιστρωμένων στις παραδόσεις τους.

Πετυχημένος πολιτικός αναλυτής και πρώην σύμβουλος του προέδρου Ουίλιαμ Κλίντον, ο Μπέντζαμιν Μπάρμπερ δημοσίευσε ένα βιβλίο με τίτλο Αν οι δήμαρχοι κυβερνούσαν τον κόσμο.[15] Το έργο, που χαίρει της μεγάλης εκτίμησης των αρμοδίων χάραξης πολιτικής, του χάρισε πληθώρα συνεντεύξεων, προσκλήσεων, προτάσεων συμμετοχής σε συνέδρια. Το βιβλίο παρουσιάζει μια τυπολογία που απεικονίζει απλοϊκά τον τρόπο με τον οποίον οι μητροπολιτικές ελίτ αντιλαμβάνονται τους συμπολίτες τους. Ο Barber συνδέει τις μητροπόλεις και τις μεγαλουπόλεις με τους όρους «ανοιχτός», «δημιουργικός», «κοσμοπολίτης», «κινητικός», «μεταβαλλόμενος», «μέλλον», «καινοτομία», «εκκοσμικευμένος», «προοδευτικός», «ελευθερία», «εκλέπτυνση», «εμπόριο». Για να χαρακτηρίσει την ύπαιθρο και τη βαθιά Αμερική, χρησιμοποιεί τις λέξεις «κλειστός», «συμβατικός», «επαρχιακός», «στάσιμος», «στατικός», «ξεπερασμένος», «επανάληψη», «θρήσκος», «συντηρητικός», «παράδοση», «απλοϊκότητα», «αυτάρκεια».

Προχωρώντας πέρα απ’ τα κλισέ, ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης Λώρενς Ρ. Τζέικομπς επιχείρησε να κατανοήσει τη ρήξη κάνοντας έρευνα στη Μινεσότα όπου διδάσκει και όπου ο κ. Τραμπ κέρδισε σχεδόν είκοσι κομητείες που είχαν εκλέξει τον Μπαράκ Ομπάμα το 2008 και το 2012.[16] Ανάμεσα στους παράγοντες του διαχωρισμού, θέτει πρώτα απ’ όλα στο προσκήνιο τη μεγάλη μισθολογική απόκλιση μεταξύ της Μινεάπολης και της υπόλοιπης Μινεσότας. Το 2017 η μητρόπολη αποφάσισε να ανεβάσει προοδευτικά τον κατώτατο μισθό στα 15 δολάρια την ώρα – ένα μέτρο που υιοθετείται γενικώς στις μεγάλες πόλεις ώστε να μπορούν οι λιγότερο εξειδικευμένοι εργαζόμενοι να διαμένουν όπως-όπως σ’ αυτές, μέσα σ’ ένα πλαίσιο ραγδαίας αύξησης των τιμών των ακινήτων. Σε άλλες περιοχές της Μινεσότας, ο κατώτατος μισθός δεν ξεπερνάει τα 10 δολάρια την ώρα στις μεγάλες επιχειρήσεις και τα 8,15 δολάρια στις μικρές – όταν οι κάτοικοι καταφέρνουν να βρουν εργασία. Οι άνθρωποι που συνάντησε ο ερευνητής βιώνουν μια τέτοια απόκλιση ως αποκλεισμό. «Παντού [στη Μινεάπολη], υπάρχουν γερανοί και ταμπέλες “Προσλαμβάνουμε” για δουλειές που ξεκινάνε από 15 δολάρια την ώρα», σχολιάζει ένας κάτοικος μιας μικρής κοινότητας που έχει μεγάλη ανάγκη να εργαστεί.

Ο Τζέικομπς υπογραμμίζει επίσης το πόσο ο λόγος, η ρητορική, οι έννοιες που χρησιμοποιεί το «προοδευτικό» στρατόπεδο της Μινεάπολης, υπολογισμένα για να αρέσουν στις ανώτερες μητροπολιτικές τάξεις, μοιάζουν εκτός τόπου και χρόνου στους υπόλοιπους κατοίκους της πολιτείας. Αναφέρει ειδικά την έννοια του «λευκού προνομίου», που είναι της μόδας στις σχολές των κοινωνικών επιστημών και που χρησιμοποιείται αδιακρίτως από τους εκλεγμένους της Μινεάπολης και από τους τοπικούς δημοκράτες ακτιβιστές (μετά από πυροβολισμούς σε ένα αστυνομικό τμήμα, σχετικά με κατοίκους που μάχονταν για την προστασία των πράσινων χώρων…). Μερικές από τις πιο φτωχές κομητείες της Μινεσότας απαρτίζονται μέχρι και 95% από λευκούς. Καταδικασμένοι σε χαμηλούς μισθούς και επισφάλεια, οι κάτοικοί τους δεν αισθάνονται καθόλου προνομιούχοι, ιδιαίτερα όταν βλέπουν τη Μινεάπολη. Αντί για «λευκό προνόμιο» προτιμούν να κάνουν λόγο για «μητροπολιτικό προνόμιο», που συνδέεται εξίσου με εθνοτικές μειονότητες και με «λευκά κολάρα», που κάθονται πίσω απ’ τα γραφεία τους για να κερδίσουν τα προς το ζην.[17]

Οι μεγάλες πόλεις και αυτοί που χαράσσουν την πολιτική τους συναλλάσσονται ολοένα και περισσότερο με τους ομολόγους τους απ’ όλον τον κόσμο, αλλά είναι αποκομμένοι από ένα τμήμα της χώρας τους. Ο καθ’ όλα καινοτόμος, ανοιχτός, βιώσιμος, δημιουργικός και έξυπνος λόγος τους δεν μπορεί να κρύψει την άνευ προηγουμένου ιδιοποίηση του πλούτου που διαχειρίζονται. Είναι, επομένως, στ’ αλήθεια οι καταλληλότεροι για να προτείνουν το «αντίδοτο στον λαϊκισμό»;

~

Ένθετο κείμενο

«Να κάνουμε την Ευρώπη αγαπητή»

Η γέννηση της «διπλωματίας των πόλεων» χρονολογείται συνήθως από την επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν έλαβαν χώρα οι πρώτες αδελφοποιήσεις της γαλλογερμανικής συμφιλίωσης – τότε αυτές οι διαδικασίες αποκαλούνταν «ταιριάσματα». Η πρώτη ολοκληρώθηκε το 1950 μεταξύ των πόλεων Μονμπελιάρ και Λούντβιγκσμπουργκ. Το Ιανουάριο του 1963, καθώς η Συνθήκη των Ηλυσίων σφράγιζε τη συμφιλίωση μεταξύ των δύο χωρών, οι αδελφοποιήσεις ήταν ήδη πάνω από εκατόν τριάντα. (1) Εκείνη την περίοδο μπήκαν στον χορό κι άλλες χώρες. Το 1951, η Τρουά και η Τουρναί (Βέλγιο) ενώθηκαν· το 1956, το Παρίσι και η Ρώμη… «Η αδελφοποίηση είναι η συνάντηση δύο κοινοτήτων που θέλουν να συνδεθούν για να δράσουν εντός μιας ευρωπαϊκής προοπτικής, για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά τους και για να αναπτύξουν μεταξύ τους όλο και στενότερους δεσμούς φιλίας», έγραφε το Συμβούλιο Κοινοτήτων και Περιφερειών της Ευρώπης, ένας οργανισμός που δημιουργήθηκε το 1951. (2)

Αυτό το ιδεώδες ευρωπαϊκής αδερφοσύνης συνεχίζει να πρωταγωνιστεί στην αποστολή της διπλωματίας των πόλεων. Τον Μάιο του 2015, στο Συμβούλιο του Παρισιού, μια ανακοίνωση αφιερωμένη στη διεθνή δράση της πρωτεύουσας διακήρυττε ότι: «Η ευθύνη μας σήμερα είναι να κάνουμε την Ευρώπη γνωστή και αγαπητή, φέρνοντάς την πιο κοντά στις Παριζιάνες και στους Παριζιάνους, δημιουργώντας περισσότερες ανταλλαγές και γέφυρες με τις ευρωπαϊκές πόλεις. Στηριζόμαστε στις προνομιακές μας σχέσεις με τη Ρώμη, το Άμστερνταμ, τη Βιέννη ή τη Λισαβόνα, καθώς και σε έναν ενισχυμένο διάλογο με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις Βρυξέλλες».

Στις ΗΠΑ, οι πόλεις που σήμερα αντιτίθενται στις μεταναστευτικές πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ εγγράφονται κι αυτές σε μια μακρά παράδοση, στην περίπτωση αυτή σε μια παράδοση αμφισβήτησης. Κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ (1961-1975), πολλά δημοτικά συμβούλια υιοθέτησαν ψηφίσματα για να διεκδικήσουν τον τερματισμό της αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής. Κατόπιν, ακολουθώντας τη Μίσουλα (Μοντάνα) το 1978, το Τακόμα Παρκ (Μέριλαντ) το 1983 και το Μπέρκλεϊ (Καλιφόρνια) το 1986, πόλεις και κομητείες στρατεύτηκαν στον αγώνα κατά των πυρηνικών, τόσο για ενεργειακή όσο και για στρατιωτική χρήση, διακηρρύσοντας το καθεστώς τους ως «αποπυρηνικοποιημένες περιοχές» ή αρνούμενες να συνάψουν δημόσιες συμβάσεις με εταιρείες που σχετίζονταν με την πυρηνική βιομηχανία. Κατά τη δεκαετία του 1980, εκατό περίπου δήμοι στοχοποίησαν την πολιτική του προέδρου Ρόναλντ Ρήγκαν στη Νότια Αφρική, μποϊκοτάροντας τις εταιρείες που συναλλάσσονταν με το καθεστώς του απαρτχάιντ. Την ίδια εποχή εμφανίστηκε το κίνημα των πόλεων-καταφυγίων, που λειτούργησαν ως τόποι ασύλου για τους μετανάστες της Κεντρικής Αμερικής που καταδιώκονταν από την κυβέρνηση. Σε αντίθεση με τις σύγχρονες ομολόγους τους, οι πόλεις δεν έθεταν ένα ζήτημα ηθικής ή αξιών μα ένα πολιτικό ερώτημα, που εκπορευόταν από τη διαφωνία τους με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

B.B.

(1) Santiago Betancur Ramirez, «Quel rôle pour les gouvernements locaux sur la scène internationale? L’action internationale des collectivités locales entre la France et l’Amérique latine», μεταπτυχιακή εργασία πολιτικής επιστήμης, École nationale d’administration – Université Paris-I, 2018.

(2) Βλ. Mathilde Collin, «Les jumelages des villes européennes. Une relecture des origines politiques des jumelages et de leur inscription dans le champ des relations internationales», Relations internationales, τ. 179, ν. 3, Παρίσι, 2019.


*O Benoît Bréville είναι ο αρχισυντάκτης της «Le Monde diplomatique».

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος Μαρτίου της «Le Monde diplomatique» και δημοσιεύεται με την άδειά της.

[1] Michele Acuto, “Give cities a seat at the top table”, Nature, τ. 537, ν. 7622, Λονδίνο, 28/9/2016.

[2] Ivo Daalder, “Why cities need their own foreign policy”, Politico, 6/6/2017, www.politico.com

[3] Alain Bourdin και Joël Idt, L’Urbanisme des modèles. Références, benchmarking et bonnes pratiques, L’Aube, συλλ. «Bibliothèque des territoires», La Tour-d’Aigues, 2016.

[4] Vincent Béal, «“Trendsetting cities”: les modèles à l’heure des politiques urbaines néolibérales», Métropolitiques, 30/6/2014, www.metropolitiques.eu

[5] Yves Viltard, «Diplomatie des villes: collectivités territoriales et relations internationales», Politique étrangère, ν. 3, Παρίσι, φθινόπωρο 2010.

[6] Παρατίθεται στο Ronald Brownstein, “The growing gap between town and country”, The Atlantic, Ουάσινγκτον Π.Κ., 22/9/2016.

[7] Βλ. Isabelle Bruno και Emmanuel Didier, «L’évaluation, arme de destruction», Le Monde diplomatique, 5/2013. Βλ. επίσης Vincent Béal, Renaud Epstein και Gilles Pinson, «La circulation croisée. Modèles, labels et bonnes pratiques dans les rapports centrepériphérie», Gouvernement et action publique, τ. 4, ν. 3, Παρίσι, 2015.

[8] Michele Acuto και Simon Curtis, “The foreign policy of cities”, RUSI Journal, τ. 163, ν. 6, Λονδίνο, 12/2018.

[9] Βλ. Roberto Stefan Foa και Jonathan Wilmot, “The West has a resentment epidemic”, Foreign Policy, Ουάσινγκτον Π.Κ., 18/9/2019· Thomas B. Edsall, “Reaching out the voters the left left behind”, The New York Times, 13/4/2017.

[10] (ΣτΜ) Rassemblement national: η μετεξέλιξη του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου της οικογένειας Λε Πεν.

[11] David Adler και Ben Ansell, “Housing and populism”, West European Politics, τ. 43, ν. 2, Abingdon-on-Thames (Ηνωμένο Βασίλειο), 6/2019.

[12] Βλ. Robert Muggah και Misha Glenny, “Populism is poison. Plural cities are the antidote”, Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, Νταβός, 4/1/2017, www.weforum.org

[13] Παρατίθεται στο Nicolas Maisetti, «Le retour des villes dissidentes», Rapport pour le ministère de la transition écologique et solidaire, Παρίσι, 10/2018.

[14] Nicolas Bosetti, «Londres peut-elle échapper au Brexit? La ville globale comme acteur autonome des relations internationales», Revue internationale et stratégique, τ. 112, ν. 4, Παρίσι, 2018.

[15] Benjamin R. Barber, If Mayors Ruled the World: Dysfunctional Nations, Rising Cities, Yale University Press, New Haven, 2014.

[16] Lawrence R. Jacobs, “Minnesota’s urbanrural divide is no lie”, Star Tribune, Μινεάπολη, 26/7/2019.

[17] Για την περίπτωση του Wisconsin, βλ. Katherine J. Cramer, “For years, I’ve been watching anti-elite fury build in Wisconsin. Then came Trump”, Vox, 16/11/2016, www.vox.com

Πηγή: https://kaboomzine.gr/otan-oi-megales-poleis-pragmatopoioy/