Να γιατί οι Γερμανοί μάς χρωστάνε

0
413

Εικασίες versus τεκμηρίωση ● Οι προτάσεις του συγγραφέα προκειμένου να οδηγηθούμε επιτέλους σε μια λύση για τις γερμανικές πολεμικές επανορθώσεις μάς βρίσκουν απολύτως σύμφωνους.

Της Χριστίνας Ι. Σταμούλη *

10 Μαΐου 2020

Η 9η Μαΐου θεωρείται για την Ευρώπη η ημερομηνία λήξης του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου καθώς συνδέεται με την παράδοση άνευ όρων του γερμανικού Ράιχ.

Το τέλος αυτής της τραγικής περιόδου συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την έναρξη της συζήτησης γύρω από μια σειρά θεμάτων, τα οποία πριν από τον πόλεμο είχαν πολύ μικρότερη απήχηση. Μεταξύ αυτών και το θέμα των πολεμικών επανορθώσεων, το οποίο στη χώρα μας έχει πάρει τα τελευταία χρόνια ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις.

Τον Ιούνιο του 2019, κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Νεφέλη ένας τόμος στον οποίο συγκεντρώθηκαν και σχολιάστηκαν, με μεγάλη επιμέλεια και προσοχή, 450 σελίδες αρχειακού υλικού που αφορούν την πορεία της διεκδίκησης από το 1945 έως σήμερα. Το τεράστιο αυτό εθνικό για την Ελλάδα ζήτημα είχε και έχει δύο εκφάνσεις, την πολιτική και την κοινωνική.

Οι υπηρετούντες την ελληνική πολιτική όφειλαν εξαρχής να αφουγκραστούν τη θέληση της κοινωνίας και να χρησιμοποιήσουν τις ιδέες των «μοναχικών οδοιπόρων» υποστηρίζοντας την πίστη των πολιτών. Αντ’ αυτού τι έκαναν;

Προβάλλουν εντυπωσιακά τα συμπεράσματα αν συγκρίνει κανείς αυτή τη στάση της Ελληνικής Πολιτείας με τη στάση της Γερμανίας. Ο πολιτικός κόσμος της Γερμανίας κράτησε με σταθερότητα όλα αυτά τα χρόνια την ίδια απαράλλακτη στάση: μια στείρα φραστική αναγνώριση των ευθυνών του Γερμανικού Δημοσίου, χωρίς ίχνος έμπρακτης και ειλικρινούς ανάληψης του σχετικού βάρους. Για εμάς που ζήσαμε από κοντά κάθε στιγμή της διεκδίκησης αυτής, οι γνωστές δηλώσεις της κ. Μέρκελ, του κ. Σόιμπλε, του κ. Σταϊνμάγερ και όλων των Γερμανών αξιωματούχων κατά καιρούς σε τίποτα απολύτως δεν διαφέρουν από όσα, τον Ιανουάριο του 1996, ο κ. Κίνκελ δήλωνε ρητά με τα εξής λόγια: «…η Γερμανία δεν πρόκειται να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων» και «…επί του θέματος αυτού δεν θα υπάρξει ούτε χιλιοστό παρέκκλισης».

Παίρνοντας στα χέρια μας ένα βιβλίο σαν αυτό που δημιουργήθηκε από τον Αρη Ραδιόπουλο, το πρώτο που αντιλαμβανόμαστε άμεσα είναι το χάος μεταξύ των εντυπώσεων και της αλήθειας. Η χαοτική αυτή εικόνα παρουσιάζεται ακόμη πιο έντονη όταν γίνεται συνείδηση η ένταση με την οποία κάποια στερεότυπα διαπερνούν τις δεκαετίες και επιβιώνουν, αντέχοντας στον χρόνο.

Οφείλουμε εξαρχής τα εύσημα στον συγγραφέα-επιμελητή, διότι ακόμη και για όσους δεν έχουν την εμπειρία της μελέτης ιστορικών αρχείων -όπως η υπογράφουσα, η οποία υπηρετεί τη νομική επιστήμη- είναι προφανές ότι το συγκεκριμένο έργο αποτελεί προϊόν τιτάνιας προσπάθειας. Δεν είναι μόνον το εύρος και ο όγκος του ιστορικού υλικού το οποίο αρχειοθετήθηκε, κατηγοριοποιήθηκε και παρουσιάζεται με την έκδοση αυτή -έχουμε ακούσει τον ίδιο τον συγγραφέα να λέει ότι επεξεργάστηκε περίπου 80.000 σελίδες ελληνικού αρχειακού υλικού-, αλλά και η ιδιαιτερότητα, το ιστορικό και ηθικό βάρος και η τεράστια φόρτιση που το θέμα αυτό προκάλεσε καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου μέχρι ακόμη και πρόσφατα.

Η στιγμή κατά την οποία συναντώνται η ολιγωρία της ελληνικής γραφειοκρατίας με το πάθος ενός ανθρώπου -ο οποίος αντιλαμβάνεται κάπως διαφορετικά τις προσωπικές υποχρεώσεις που πηγάζουν από την ιδιότητά του ως δημόσιου υπαλλήλου- αποτελεί την ευτυχή συγκυρία μέσω της οποίας εμείς σήμερα έχουμε στα χέρια μας έναν τέτοιο πολύτιμο τόμο. Η ανάγκη εκκαθάρισης του αρχείου της ελληνικής πρεσβείας στο Βερολίνο αποτέλεσε, τύχη αγαθή, το έναυσμα για τη δημιουργία αυτού του βιβλίου.

«…και καταβάλετε το πρόστιμο εκείνο που ταιριάζει, ώστε να το κρατήσουνε στη μνήμη τους και οι μελλοντικές γενιές ανθρώπων. Ετσι μίλησε ο γιος του Ατρέα, κι οι άλλοι Αχαιοί συμφώνησαν μαζί του» Ομήρου Ιλιάς, ραψωδία Γ, στ. 459-461.

Μελετώντας όλα αυτά τα χρόνια το θέμα των επανορθώσεων από την οπτική γωνία της νομικής επιστήμης, υποστηρίζαμε ότι η επανόρθωση είναι θεσμός του δημόσιου διεθνούς δικαίου και ότι δομημένα εμφανίζεται, δειλά μεν αλλά σταθερά, περί τα τέλη του 18ου αιώνα, ακόμα και αν σποραδικά συναντούσαμε τον θεσμό αυτό και σε άλλες εποχές. Είναι μεγάλη η έκπληξη την οποία μας επιφυλάσσει ο συγγραφέας, ήδη από την πρώτη σελίδα του βιβλίου, όταν αναφέρεται σε συγκεκριμένους στίχους της Γ ραψωδίας της Ιλιάδας του Ομήρου, στους οποίους βλέπουμε σαφή αναφορά στην προτροπή του Αγαμέμνονα σε καταβολή πολεμικών επανορθώσεων.

Από την πρώτη κιόλας σελίδα της Εισαγωγής του βιβλίου αντιλαμβανόμαστε ότι περιέχει υλικό που θα βοηθήσει στη διαλεύκανση πολλών σκοτεινών σημείων της ιστορίας αυτής, καθώς ξεκαθαρίζεται το πόσο βαθιές, σε οικονομικό και δημοσιονομικό επίπεδο, ήταν οι επιπτώσεις της κατάληψης αυτής της μικρής χώρας από τις ναζιστικές δυνάμεις. Μαρτυρίες σημαντικών πρωταγωνιστών, όπως ο γενικός διευθυντής του υπουργείου Οικονομικών και συντάκτης της Εκθεσης με τίτλο «Αι Δαπάναι Κατοχής της Ελλάδος», Αθανάσιος Σμπαρούνης, οι πληρεξούσιοι της Γερμανίας και της Ιταλίας G. Altenbourg και P. Ghigi, ο Γερμανός διπλωμάτης Carl Clodius, στελέχη των υπουργείων Εξωτερικών και Οικονομικών του Ράιχ (Breyhan, Eckhardt, Nestler), ο διευθυντής της Κεντρικής Τράπεζας του Ράιχ (Sauerbrey), ο εμπορικός ακόλουθος στην Αθήνα H. Höffinghoff, καθώς και ο ίδιος ο υπουργός Οικονομικών της «Ελληνικής Πολιτείας» Γκοτζαμάνης, δίνουν σαφή εικόνα του προβλήματος, του μεγέθους των στρατευμάτων που διατηρούσαν στην Ελλάδα οι κατοχικές δυνάμεις, δεδομένου ότι αποτελούσαν την αιτία ασυγκράτητων δαπανών με τις οποίες επιβαρυνόταν η ελληνική οικονομία. Μέσω του υλικού που παρατίθεται, ήδη από την εισαγωγή, παίρνουμε μια ιδέα για το τι ήταν το Κατοχικό Δάνειο και πώς οδηγηθήκαμε σε αυτό και στον καταστροφικό κατήφορο του πληθωρισμού.

Στο κεφάλαιο ΙΙ παρουσιάζεται το διεθνοπολιτικό και συμβατικό πλαίσιο του ζητήματος των πολεμικών οφειλών ως προς την κρατική οντότητα της ΟΔΓ, οργανωμένο γύρω από τις δύο σημαντικότερες μεταπολεμικές χρονικές στιγμές διαπραγματεύσεων. Πρόκειται για την περίοδο της προετοιμασίας και των αποτελεσμάτων της Συνδιάσκεψης των Παρισίων του 1945-1946, τη δημιουργία του Διεθνούς Οργανισμού Επανορθώσεων (ΔΟΕ) και για την περίοδο της προετοιμασίας και των αποτελεσμάτων της Συμφωνίας περί Εξωτερικών Χρεών του Λονδίνου το 1953, δύο σημαντικότατες διασκέψεις που λίγο ώς πολύ προκαθόρισαν τις μετέπειτα εξελίξεις. Επίσης, εμπλουτίζεται η γνώση μας γύρω από την περίφημη «Σύμβαση περί παροχών υπέρ Ελλήνων υπηκόων θιγέντων υπό εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεως».

Οσον αφορά την περίοδο προετοιμασίας της Συνδιάσκεψης των Παρισίων, μαθαίνουμε πώς ακριβώς μετά το τέλος αυτού του καταστροφικού πολέμου η ελληνική κυβέρνηση έκανε μια -δυσανάλογη προς τις δυνατότητές της- προσπάθεια να καταγράψει της ζημιές της τριπλής κατοχής. Ανακοινώσεις προς δήμους και κοινότητες, πρωτοβουλίες υπουργείων για την καταγραφή των ζημιών, όπως του υπουργείου Πρόνοιας, του υπουργείου Παιδείας, του υπουργείου Πολιτισμού, αλλά και η συγκρότηση της Κεντρικής Επιτροπής Πολεμικών Επανορθώσεων αποδεικνύονται από πάμπολλα έγγραφα που παρατίθενται στις πρώτες σελίδες του κεφαλαίου. Εδώ μαθαίνουμε επίσης και για την τοπικά στοχευμένη ενέργεια συγκρότησης της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη, μέλη της οποίας είναι ο Νίκος Καζαντζάκης, οι καθηγητές Ι. Κακριδής και Ι. Καλιτσουνάκης και ο φωτογράφος Κ. Κουτουλάκης.

Για την ίδια την εξέλιξη της Συνδιάσκεψης το υλικό είναι πλουσιότατο και άκρως διαφωτιστικό ως προς τις συμμαχίες και τις ισορροπίες που διαμορφώνονται. Η παρουσίαση των ελληνικών απόψεων μέσα από την αγόρευση του Α. Σμπαρούνη και της απογοήτευσης από την περιορισμένη αναγνώριση απαιτήσεων υπέρ της Ελλάδας εμφανίζονται ανάγλυφες. Καταγράφονται επίσης λεπτομερώς και επεξηγούνται οι κατηγορίες των αναγνωρισθεισών επανορθώσεων και το σύνολο του συστήματος, όπως αυτό δημιουργήθηκε.

Η λεπτομερέστατη παρουσίαση των όσων οδήγησαν στην υπογραφή της Σύμβασης του 1960 «περί παροχών υπέρ Ελλήνων υπηκόων θιγέντων υπό εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεως» αποτελεί ένα πολύ σημαντικό σημείο του κεφαλαίου αυτού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Σύμβαση αυτή και το ποσό των 115 εκατ. μάρκων που καταβλήθηκε στην Ελλάδα αποτέλεσαν, μέχρι και πρόσφατα, εργαλεία παραπληροφόρησης της κοινής γνώμης, ακόμη και της διεθνούς, και τροφοδότησαν μέρος των εικασιών περί «εξόφλησης των οφειλομένων» εκ μέρους της ΟΔΓ και την απαρχή της εικασίας «περί παραίτησης της Ελλάδας» από άλλες απαιτήσεις της!

Στο κεφάλαιο ΙΙΙ ο συγγραφέας ασχολείται επ’ ολίγον και με το θέμα των πολεμικών οφειλών ως προς τη Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία. Πρόκειται για ένα θέμα σχεδόν άγνωστο στο ελληνικό κοινό, με εξαίρεση όσους ασχολούνται εξειδικευμένα με αυτό. Μέχρι και την επανένωση, το αίτημα που εκκρεμούσε μεταξύ των δύο χωρών ήταν η απελευθέρωση ιδιωτικών περιουσιών που τελούσαν υπό μεσεγγύηση. Το αίτημα μετατράπηκε σε αίτημα αποδέσμευσης και άμεση απόδοση με παράλληλη αποζημίωση για την εκμετάλλευσή τους από τη ΓΛΔ επί μια 40ετία.

Στο κεφάλαιο IV γίνεται πλήρης παρουσίαση του ζητήματος του Κατοχικού Δανείου και του χειρισμού αυτού του θέματος -λόγω της ιδιαιτερότητάς του- κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης των Παρισίων από ελληνικής πλευράς. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι αναφορές στο υλικό από το οποίο προκύπτει η αναγνώριση της παρανομίας εκ μέρους προσώπων που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο κατά τη διάρκεια της Κατοχής (Altenbourg, Neuebacher, Hahn), ακόμη και πολύ αργότερα, πολλά χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου. Εδώ βρίσκουμε και στοιχεία για την ενδελεχή μελέτη του θέματος από την κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου, από εξαμελή επιτροπή που συστάθηκε ειδικά για τον λόγο αυτό.

Για την εμβόλιμη αναφορά στο πρόσωπο του διαβόητου «χασάπη της Θεσσαλονίκης» Mαξ Μέρτενς, ο ίδιος ο Αρης Ραδιόπουλος διευκρινίζει ότι δεν το κάνει για να αναφερθεί στα σχεδόν πασίγνωστα ιστορικά στοιχεία και στο γεγονός της σύλληψής του στην Ελλάδα και κατόπιν της απελευθέρωσης και της επιστροφής του στη Γερμανία, όπου, παρά τη συμφωνία, κατάφερε «να πέσει στα μαλακά»! Αναφέρεται στο πρόσωπο αυτό για να τροφοδοτήσει τον αναγνώστη και τον μελετητή με τα απαραίτητα στοιχεία που θα αποκαταστήσουν μια ιστορική αδικία σε βάρος του πρέσβη Θωμά Υψηλάντη, ενός Ελληνα διπλωμάτη ο οποίος έπαιξε σε διάφορες στιγμές ρόλο στις ελληνογερμανικές σχέσεις. Εικασίες και διαχρονικές προσπάθειες των γερμανικών κυβερνήσεων να συντηρήσουν την άποψη ότι οι υποχρεώσεις τους απέναντι στην καθημαγμένη Ελλάδα έχουν εκπληρωθεί στηρίζονται και στο πρόσωπο του Μαξ Μέρτενς, ένα πρόσωπο που έχει οριστικά καταδικαστεί από την Ιστορία!

Στο καταληκτικό κεφάλαιο VI, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αποτίμηση», συναντάμε, εκτός από μια σαφή απαρίθμηση των (δυτικο)γερμανικών καταβολών προς την Ελλάδα, τη σχηματοποιημένη παράθεση της εκτίμησης της στάσης τόσο των ελληνικών κυβερνήσεων όσο και εκείνης των γερμανικών κυβερνήσεων. Είναι το σημείο της εργασίας όπου αποδομούνται οι εικασίες και τα στερεότυπα που είχαν εκατέρωθεν δημιουργηθεί όλα αυτά τα χρόνια και αναδύονται τα ιστορικά τεκμήρια.

Οι προτάσεις του συγγραφέα προκειμένου να οδηγηθούμε επιτέλους σε μια λύση μάς βρίσκουν απολύτως σύμφωνους.

Σημειώνουμε εδώ πως το έργο αυτό είναι ένα από τα πιο χρήσιμα βιβλία που ευτυχήσαμε να έχουμε στα χέρια μας κατά τη διάρκεια της υπερεικοσαετούς ενασχόλησής μας με το θέμα «γερμανικές πολεμικές επανορθώσεις».

Είναι χρήσιμο για πάρα πολλούς λόγους.

Ας μας επιτραπεί να αναφέρουμε τον πιο παράδοξο, αντιγράφοντας την άποψη ενός Ελληνα ιστορικού, του Σπύρου Ασδραχά, ο οποίος υποστήριζε πως τα αρχεία πρέπει να τα διαβάζουμε σαν μυθιστόρημα γιατί μας μεταφέρουν στην εποχή την οποία πραγματεύονται και μεταφέρουν την εποχή αυτή σε εμάς. Η ρήση αυτή ταιριάζει γάντι στο συγκεκριμένο βιβλίο!

Είναι χρήσιμο διότι μας οδηγεί ασφαλώς, από τις αστήρικτες εικασίες και τα παγιωμένα στερεότυπα, στα τεκμηριωμένα γεγονότα.

*Δικηγόρος – διαχειρίστρια του Αρχείου Ι.Ε. Σταμούλη

Πηγή: https://www.efsyn.gr/nisides/242669_na-giati-oi-germanoi-mas-hrostane